Μενού
delias
Ανέστος Δελιάς | YouTube
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Το ρεμπέτικο δεν ήταν απλώς τραγούδια που ήρθε στην Ελλάδα από τη Σμύρνη και «ενηλικιώθηκε» στις φτωχές προσφυγογειτονιές. Ήταν η φωνή των ανθρώπων που έζησαν στο περιθώριο. Των εργατών, των φυλακισμένων, εκείνων που αναζητούσαν μία διέξοδο από την σκληρή καθημερινότητα.

Το ρεμπέτικο κατέγραψε τη φτώχεια, τον έρωτα, τον ξεριζωμό, την αδικία, τη φυλακή ακόμα και την εξάρτηση από τα ναρκωτικά, χωρίς εξιδανικεύσεις και χωρίς ωραιοποιήσεις.

Το ρεμπέτικο «γεννήθηκε» στη Μικρά Ασία και «μεγάλωσε» στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα, στην Κοκκινιά. Εκεί, δηλαδή, που οι ανατολίτικες μελωδίες συνάντησαν το μπουζούκι και τον μπαγλαμά του λιμανιού. Εκεί δημιουργήθηκε ένα μουσικό ιδίωμα που έμελλε να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι, όχι μόνο της μουσικής ιστορίας, αλλά της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Ρεμπέτης ήταν ο απείθαρχος, ο παράνομος, ο αλήτης, ο μάγκας ή ο γλεντζές και ο ξενύχτης. Οι ρίζες της λέξης  προέρχονται πιθανότατα από την τουρκική γλώσσα (ρεμπέτ σημαίνει ανυπότακτος) ή από τη σερβική (επίσης ρεμπέτ όπου όμως εδώ δίδεται η έννοια του αντάρτη) που ταιριάζει με τη βενετική rebelo (αντάρτης) και την ισπανική rebelde (αντάρτης, επαναστάτης).

Το ρεμπέτικο ακουγόταν στους τεκέδες, στις ταβέρνες, στις αυλές των συνοικιών πολύ πριν φτάσει στις δισκογραφικές εταιρείες. Από εκεί «ξεπήδησαν» σπουδαίοι δημιουργοί όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γιώργος Μπάτης, ο θρυλικός Μπαγιαντέρας αλλά και ο τραγικός Ανέστος Δελιάς. Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από χρήση ηρωίνης.

Ο Δελιάς και η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιά»

Ο Ανέστος Δελιάς γεννήθηκε στη Σμύρνη γύρω στο 1912, μέσα σε οικογένεια με έντονη μουσική παράδοση. Ο πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Δέλλιος ή αλλιώς «Μαύρος Γάτος» δεξιοτέχνης του σαντουριού. Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε δραματικά και τη δική του ζωή, όπως συνέβη με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες και ήρθαν σαν πρόσφυγες στην Ελλάδα που τους γύρισε την πλάτη και έβαλε τους περισσότερους από αυτούς στο περιθώριο και τη φτώχεια.

Η οικογένεια του νεαρού Ανέστου εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και συγκεκριμένα στη Δραπετσώνα. Εκεί, περίπου το 1930 είχε μία γνωριμία που θα το άλλαζε τη ζωή. Ο μικρός Σμυρνιός είχε μεγάλη λατρεία για το μπουζούκι. Κάποια στιγμή τον άκουσε ο Μάρκος Βαμβακάρης και τον πήρε κοντά του.

«Ήταν ένα παιδάκι και κα­θόταν εκεί στο Καστράκι, εκεί που καθόνταν οι πρόσφυγες. Εκεί υπήρχανε όλοι οι τεκέδες. Επηγαίναμε κι αυτός λοιπόν ετραβιότανε με τους τεκέδες κι έπαι­ζε κατ' αρχήν κιθάρα. Εγώ τον έβαλα μπροστά να μάθει μπου­ζούκι, κι όπως και έμαθε. Αυτός ήταν πολύ καλό παιδί αλλά τον έφαγε η πρέζα. Εμείς τότε δεν τον εζυγώναμε» έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Ο μικρός γρήγορα εξελίχθηκε σε δεξιοτέχνη. «Στα χέρια του το μπουζούκι δεν έβγαζε ήχους, έβγαζε λυγμούς», έλεγαν εκείνοι που τον είχαν ακούσει.

Το καλοκαίρι του 1934 είχε έρθει η ώρα για το βήμα παραπάνω. Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς δημιουργούν την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία της χώρας.

Το όνομά της; «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» που «γεννήθηκε» στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά, από μία ιδέα του μικρασιάτη μουσικού και συνθέτη Σπύρου Περιστέρη ο οποίος έπεισε τον Βαμβακάρη να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι και εκείνος «έψησε» τους άλλους τρεις να το κάνουν μαζί. Και μετά «κόλλησαν».

Ο Περιστέρης ήταν αυτό που έπεισε τον Σαραντόπουλο να πάρει την «Τετράς» στην Μάντρα του. Εκεί, δηλαδή, που Ανέστος Δελιάς ξετύλιξε το ταλέντο του και παρουσίασε τα πρώτα τραγούδια που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.

Το 1935 κυκλοφόρησε το εμβληματικό «Μες στης πόλης το χαμάμ» με τις φωνές του Παγιουμτζή και του Παπαϊωάννου και την επόμενη χρονιά το θρυλικό «ο πόνος του πρεζάκια», ένα τραγούδι που αποδείχθηκε τραγικά προφητικό για τον ίδιο.

«Αθηναίισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου», «Για ένα παλιό σακάκι», «Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Tο παράπονο του πρεζάκια», «Ο Νίκος (Μάθεσης) ο Τρελλάκιας», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Πάρε ένα γυαλί και κόψε το λαιμό σου», «Η πρέζα», «Μάγκα μου το μαχαίρι σου» (ή «Φιγουρατζής» ή «Το κουτσαβάκι»), κ.ά.

Γενικά, ο Ανέστος Δελιάς δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει πολλά τραγούδια. Όταν τον Αύγουστο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του, ένα από τα πρώτα μέτρα που επέβαλε ήταν η λογοκρισία σε πρώτη φάση και η πλήρης απαγόρευση στη συνέχεια (1937) των «χασικλίδικων».

Ο Μεταξάς θεωρούσε τους ρεμπέτες «ζωύφια» και «τουρκόσπορους» οι οποίοι με τη μουσική τους, τη χασισοποτεία τους και την περιθωριακή συμπεριφορά τους παρασέρνουν και άλλους στην… ακολασία.

Ο μοναδικός ρεμπέτης που πέθανε από ηρωίνη

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Δελιά όταν έμπλεξε με την ηρωίνη. Πιθανότατα σε αυτό συνέβαλε η γνωριμία του με μια γυναίκα από την κακόφημη συνοικία των Βούρλων (τον πρόδρομο της Τρούμπας), την Κούλα ή οποία ήταν γνωστή με το παρατσούκλι Σκουλαρικού.

«Ο Ανέστης Δελιάς ήταν μπουζουκάκι καλό, είχε και στοματάκι, ήταν ωραίος. Είχε μια γκόμενα πουτάνα, στα Βούρλα. Αυτή ήταν πρεζού. Έκανε βίζιτες, να πούμε, αλλά δεν ήθελε να την πάρουνε χαμπάρι. Και αυτός ο ηλίθιος, να πούμε, δεν την είχε καταλάβει. Και μένανε σε ένα παραγκάκι στα Χιώτικα. Στον Άγιο Διονύση. Εκεί που είναι τα Βούρλα, από κάτω ήταν τα Χιώτικα, που λέγανε.

Όπως κοιμότανε λοιπόν ο Ανέστης μαζί της, να πούμε, τώρα τον εγουστάριζε βέβαια, ήθελε να τον κάνει κτήμα της. Του έκανε ένα γιουχ, δηλαδή όπως παίρνουμε ένα χαρτί, να πούμε το στρίβουμε και το κάνουμε σαν χωνάκι, έτσι όπως το τσιγάρο. Του 'βαζε λοιπόν την πρέζα στο χωνάκι. Αυτός κοιμότανε, να πούμε, αυτή παρακολουθούσε την αναπνοή του. Με το που έκανε να αρχίσει να κοιμάται, του 'βαζε το χωνάκι. Έτσι την έπαιρνε την πρέζα αυτός. Μία, δύο, τρεις, πέντε. Δεν το καταλάβαινε. Η ηρωίνη τώρα, αν την πιεις πέντες φορές τσιμπήθηκες. Την άρπαξες. Την τέταρτη φορά, λοιπόν, σηκώθηκε, κρυάδες, κομάρες, ρίγους, η κοιλιά του τον πόναγε. Μου το είχε πει ο ίδιος εμένα, μετά. Της λέει, ρε συ Κούλα, της λέει, τι έχω, δεν ξέρω τι έχω, τρέμω, ξέρω γω. Ρίξε μου ρούχα απάνω μου. Μπα, τίποτα δεν έχεις, λέει, θα σου δώκω, λέει, μια σκόνη, λέει, που είναι, λέει, για τις κρυάδες, λέει, γι' αυτά. Μόλις την ήπιε, ουπ, έγινε στα γρήγορα καλά. Την άλλη μέρα άρρωστος πάλι. Σου λέει, ας πιω άλλη μια ψιλούλα μήπως γίνω και πάλι καλά. Και αυτό ήτανε, Λευτέρη μου. Μία, δύο, τρεις, τον έκανε πρεζάκια...», είχε αφηγηθεί ο στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, ο ρεμπέτης Στέλιος Κερομύτης, ο λεγόμενος «αριστοκράτης μπουζουξής», γνωστός και ως Μπούμπης.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως αυτή καταγραφή έχει πιθανότατα μία μεγάλη δόση υπερβολής καθώς παρουσιάζει τον Δελιά σαν άβουλο πλάσμα και την Κούλα σαν μια δαιμονική γυναίκα που τον έμπλεξε με την πρέζα χωρίς τη θέλησή του. Πράγμα, μάλλον, απίθανο.

Το 1938 ο Δελιάς εξορίστηκε στην Ίο ως τοξοκιμανής. Εκεί «καθάρισε» με τη βοήθεια του «τελευταίου ρεμπέτη» Μιχάλη Γενίτσαρη. Με την εισβολή της φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι στην Ελλάδα, ο Δελιάς ντύθηκε στα χακί και πήγε στο μέτωπο όπου, όπως είναι φυσικό, ολοκληρώνει (θέλοντας και μη, είναι η αλήθεια) την απεξάρτησή του.

Με την εισβολή των Γερμανών και την παράδοση της Ελλάδας, ο Ανέστος Δελιάς, επιστρέφει στη μουσική. Με τη Νταίζη Σταυροπούλου, η οποία ήταν ερωτευμένη μαζί του, πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη όπου εκείνος κάνει κάποιες εμφανίσεις στου «Κέρκυρα» (ταβέρνα σε μια κακόφημη περιοχή στην οδό Ειρήνης).

Οι δρόμοι τους, όμως, χωρίζουν γρήγορα. Η Σταυροπούλου γνωρίζει τον Βασίλη Τσιτσάνη και κάνει καριέρα στο πλάι του, ενώ ο Ανέστος Δελιάς επιστρέφει στην Αθήνα (που βρίσκεται υπό ναζιστική κατοχή) αλλά και στη χρήση ηρωίνης. Ο Παγιουμτζής και ο Μπαγιαντέρας έκαναν μία τελευταία προσπάθεια να τον τραβήξουν μακριά από την πρέζα αλλά η προσπάθεια αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει.

Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 31 Ιουλίου 1944, ο Ανέστος Δελιάς βρέθηκε νεκρός μέσα σε ένα καροτσάκι μεταφοράς, στη Βαρβάκειο, έχοντας στα χέρια του το μπουζούκι του. «Έσβησε» από υπερβολική δόση ηρωίνης, σε συνδυασμό με την ασιτία και τις κακουχίες.

Ο Δελιάς είναι ο μοναδικός (επιβεβαιωμένα και τεκμηριωμένα) γνωστός ρεμπέτης που έφυγε από τη ζωή εξαιτίας των ναρκωτικών.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...