Υπήρξε μία εποχή που η Αθήνα «ανέπνεε» αλλιώς. Οι δρόμοι της ήταν πιο ήσυχοι, τα φώτα πιο ζεστά και οι νύχτες ήταν γεμάτες μουσική. Ακούγονται ρομαντικά όλα αυτά; Πράγματι είναι. Και εκείνες οι εποχές ήταν δύσκολες. Πολιτικά ταραγμένες και με την κοινωνία σε έναν διαρκή αναβρασμό.
Όσοι, όμως, είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και είχαν ακούσει από παλαιότερους για εκείνες τις εποχές, αυτή την εικόνα έχουν. Μίας ρομαντικής Αθήνας. Μίας πόλης που σε χρόνους σκοτεινούς ήξερε να ονειρεύεται.
Μέσα σε αυτή την Αθήνα μεγαλούργησε ένας καλλιτέχνης που ταυτίστηκε με την ίδια της την ψυχή: Ο Αττίκ!
Το όνομα του έγινε συνώνυμο της ευαισθησίας, της κομψότητας και της μελαγχολίας που χαρακτήριζε την παλιά Αθήνα, μία πόλη που σήμερα επιβιώνει μόνο μέσα από μνήμες και μελωδίες.
Ο Αττίκ δεν ήταν ένας απλώς ένας δημιουργός. Ήταν η φωνή μίας εποχής που χάθηκε, μίας Αθήνας που τραγουδούσε με ένταση. Σήμερα, τα τραγούδια του εξακολουθούν να συγκινούν, όχι μόνο για τη μουσική τους αξία αλλά γιατί κουβαλούν μέσα τους κάτι από εκείνη τη χαμένη πόλη, που πλέον οι νεότεροι γνωρίζουν μόνο μέσα από βιβλία (και αν είναι πιο τυχεροί) και μέσα από αφηγήσεις.
Η ζωή και το έργο ενός ρομαντικού δημιουργού
Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 19 Μαρτίου 1885, γεννήθηκε στην Ελ Ζαγκαζίκ, μία πόλη στο ανατολικό τμήμα του Δέλτα του Νείλου, στην Αίγυπτο, ο Κλέων Τριανταφύλλου. Γόνος εύπορης οικογένειας Αιγυπτιωτών σε μία εποχή που ο ελληνισμός της διασποράς γνώριζε καλές μέρες.
Ο πατέρας της οικογένειας Δημήτριος Τριανταφύλλου έφυγε πρόωρα από τη ζωή και έτσι η σύζυγός του με τα τέσσερα παιδιά τους μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα.
Ο νεαρός Κλέοντας από νεαρή ηλικία έδειξε την κλίση του στη μουσική. Είναι ενδεικτικό πως σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, έφυγε για μεταπτυχιακό στο Παρίσι προκειμένου να ακολουθήσει καριέρα στο διπλωματικό σώμα και τελικά βρέθηκε να... γραφτεί σε Ωδείο της γαλλικής πρωτεύουσας και ταυτόχρονα να δουλεύει ως κονφερανσιέ σε διάφορα θέατρα.
Στο Παρίσι έκανε τα πρώτα του βήματα ως συνθέτης και ερμηνευτής κερδίζοντας την αναγνώριση αφού λέγεται πως έγραψε πάνω από 300 τραγούδια στα γαλλικά! Εκείνη την εποχή υιοθέτησε και το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Αττίκ.
Η καρδιά του, ωστόσο, γρήγορα τον οδήγησε πίσω στην Αθήνα. Επέστρεψε στις αρχές του 1930 και τον Αύγουστο εγκαινίασε την «Μάντρα», το μουσικό θέατρο στην οδό Μηθύμνης 20, στην Πλατεία Αμερικής, το οποίο έγινε θρύλος.
Εκεί σε ένα περιβάλλον σχεδόν θεατρικό και βαθιά προσωπικό, ο ίδιος παρουσίαζε τα τραγούδια του, συνομιλούσε με το κοινό και δημιουργούσε μία μοναδική σχέση μαζί του.
«Για το άνοιγμα της Μάντρας υπάρχουν τρεις αιτίες: α) Η ρωμαίικη μανία για το διευθυντηλίκι, β) Το πείσμα μου γιατί στην «Όασι» (του Ζαππείου) δεν ήθελαν πλέον να μου δώσουν 3.000 που μου έδιναν το προηγούμενο καλοκαίρι, γ) Η επιθυμία μου ν’ ανοίξω ένα θεατράκι πρωτότυπο με περιποιημένο πρόγραμμα, επάνω στα χνάρια των διάσημων παρισινών cabarets της Μονμάρτης, όπου να ακούονται τραγούδια, απαγγελίες, σκετς κ.λπ. και όπου να εμφανίζονται όχι μόνο καλλιτεχνικά ταλέντα, αλλά και συγγραφείς που να λέγουν οι ίδιοι από σκηνής τα έργα τους» έγραψε ο ίδιος αργότερα σ’ ένα περιοδικό.
Στην «Μάντρα» η οποία εξελίχθηκε σε καλλιτεχνικό φυτώριο, ο Αττίκ μετατράπηκε σε έναν αφηγητή συναισθημάτων. Με την πληθωρική του παρουσία γέμιζε την σκηνή πάνω από την οποία δέσποζε η επιγραφή που καλούσε τους θεατές να αγαπούν «τα ζώα, τον Αττίκ και αλλήλους»!
Το τραγικό τέλος του Αττίκ που ήταν γεμάτο πόνο και σιωπή
Παρά την επιτυχία και την αναγνώριση, η ζωή του Αττίκ δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοτάδια. Οι προσωπικές του απογοητεύσεις, ιδιαίτερα στον έρωτα τον σημάδεψαν βαθιά. Ήταν ένας άνθρωπος που ένιωθε έντονα και πλήρωνε το τίμημα αυτής της ευαισθησίας.
Η πιο χαρακτηριστική ιστορία που δείχνει ακριβώς αυτή την πτυχή του χαρακτήρα του ήταν το πώς έγραψε το εμβληματικό τραγούδι «Ζητάτε να σας πω». Εκείνη την ιστορία την είχε γράψει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο ο Ζάχος Χατζηφωτίου.
«Όλα τα τραγούδια του Αττίκ ήταν παρμένα από τον δικό του έρωτα, για τη γυναίκα που εκείνος αγαπούσε. Εκείνο τον καιρό, ο μεγάλος του έρωτας ήταν η ηθοποιός Μαρίκα Φιλιππίδου, η οποία μπορεί να μην ήταν μεγάλη ηθοποιός, αλλά είχε τα ωραιότερα γαλανά μάτια, που πέρασαν απ’ αυτόν τον τόπο.
» Γι’ αυτήν ο Αττίκ έγραψε, στις αρχές του μεγάλου αυτού έρωτα, τον περίφημο: “Eίδα μάτια πολλά γαλανά στη ζωή μου…”
(…)
» Όταν ο Αττίκ χώρισε με τη Μαρίκα Φιλιππίδου κι έφυγε για το Παρίσι, εκείνη έμεινε στην Αθήνα και παντρεύτηκε. Πήρε έναν πολύ ωραίο άντρα και πολύ γνωστό στην Αθήνα, τον Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνας, πριν βεβαίως παντρευτεί τη μητέρα της Μελίνας την Ειρήνη Λάππα.
» Περισσότερο για να τον πειράξουν και λιγότερο για να δουν την παράσταση, ο κ. και η κ. Μερκούρη πήραν δύο εισιτήρια στην πρώτη σειρά κι έκατσαν περιμένοντας ν’ ανοίξει η αυλαία.
» Μικρή τότε η Αθήνα και ήξερα τις ιστορίες του καθενός. Είδαν, λοιπόν, το ζευγάρι και, γνωρίζοντας τον έρωτα του Αττίκ με τη Φιλιππίδου και τώρα κυρία Μερκούρη, με το που άνοιξε η αυλαία, η πλατεία σείστηκε κι όλοι άρχισαν να φωνάζουν και να ζητάνε από τον Αττίκ να παίξει το “Είδα μάτια πολλά…”.
» Ο Αττίκ δεν αντέδρασε καθόλου, η παράσταση προχώρησε, έγινε το διάλειμμα και, στο δεύτερο μέρος, μόλις άνοιξε η αυλαία, κάθησε στο πιάνο κι έπαιξε ένα τραγούδι, που έγραψε… μέσα στα 10 λεπτά του διαλείμματος…
Ζητάτε να σας πω
Τον πρώτο μου σκοπό
Τα περασμένα μου γινάτια
Ζητάτε “είδα μάτια”
Με σκίζετε κομμάτια
Σε μια παλιά πληγή
Που ακόμα αιμορραγεί
Μη μου γυρνάτε το μαχαίρι
Αφού ο καθένας ξέρει
Τι πόνο θα μου φέρει
Είναι πολύ σκληρό
Να σου ζητούν να τραγουδήσεις
Έναν παλιό σκοπό
Που προσπαθείς να λησμονήσεις
Στο γλέντι σας αυτό
Δε θα’ τανε σωστό
Αντί για άλλο πιοτό
Να πιω εγώ φαρμάκι
Μ’ ένα τέτοιο τραγουδάκι
Γελάτε ειρωνικά
Και λέτε μυστικά
Κι ίσως με κάποια καταφρόνια
Μια και περάσαν χρόνια
Εσύ τι κλαις αιώνια
Γιατί βαρυγκωμείς
Δεν είδαμε και μεις
Μιαν ομορφιά μέσα στη ζήση
Δεν πήραμε απ’ τη φύση
Καρδιά για ν’ αγαπήσει
Αμ δεν είν’ οι καρδιές
Όλες το ίδιο καμωμένες
Ουτέ κι οι ομορφιές
Στον κόσμο δίκαια μοιρασμένες
Και εδώ στη συντροφιά
Σε κάθε ρουφηξιά
Ξεχνώ μιαν ομορφιά
Που γέμιζε μεράκι
Το παλιό μου τραγουδάκι.
Αυτός ήταν ο Αττίκ. Γρήγορο μυαλό, γεμάτο ταλέντο και, το τραγούδι αυτό, έγινε αμέσως μια άλλη μεγάλη επιτυχία».
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίστηκαν από εσωστρέφεια και απογοήτευση. Η Ελλάδα της δεκαετίας του 1940, τραυματισμένη από τον πόλεμο και την κατοχή, δεν είχε πια τον ίδιο χώρο για την τέχνη που εκείνος εκπροσωπούσε.
Η «Μάντρα» είχε χάσει την λάμψη της και το κοινό είχε αλλάξει. Στις 24 Ιουλίου 1940 μια ομάδα τραμπούκων εισέβαλε στη «Μάντρα» (που πλέον είχε μεταφερθεί στο θεατράκι «Δελφοί» της οδού Αχαρνών), ξυλοκοπώντας καλλιτέχνες και θαμώνες – μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Αττίκ στο κεφάλι – με αφορμή, μια σατιρική κωμωδία κατά του τότε πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη.
Εκείνη ήταν και η τελευταία χρονιά που λειτούργησε η «Μάντρα». Ο Αττίκ έζησε τέσσερα ακόμα χρόνια μέχρι που αποφάσισε ο ίδιος να βάλει τέλος στη ζωή του. Αυτοκτόνησε, βυθισμένος σε βαθιά κατάθλιψη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η πράξη του αυτή δεν ήταν ξαφνική αλλά το αποτέλεσμα μίας μακράς εσωτερικής πάλης. Λέγεται πως λίγο πριν το τέλος, είχε πει σε κοντινά του πρόσωπα πως «Δεν αντέχω πια. Είναι καιρός να τελειώνει αυτό το μαρτύριο της ζωής μου. Η λύρα μου έσπασε. Η συμφωνία μένει ημιτελής».
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε όταν τον Αύγουστο του 1944, σε μία βόλτα με το ποδήλατό του στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα μπροστά από το Πολυτεχνείου πέρασε σε απόσταση αναπνοής από δύο Γερμανούς στρατιώτες, οι οποίοι θύμωσαν, τον έριξαν στο έδαφος και τον ξυλοκόπησαν δίχως έλεος.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 29 Αυγούστου, αυτοκτόνησε με βερονάλ (βαρβιτουρικό σκεύασμα).
- Πέθανε η «κυρά» Ρηνιώ στα 107: «Ήταν μια σπαθάτη γυναίκα» - Το συγκινητικό αντίο
- Έξαλλη η Τούνη με την απεργία ταξί: «Περπατάω με τα τακουνάκια μου όλο το κέντρο»
- «Δεν είναι ο άντρας που έδειχνε»: Η γυναίκα που πιάστηκε από την kiss cam στους Coldplay αποκαλύπτει
- Μηνύματα σοκ σε ομαδική συνομιλία μετά τη δολοφονία στην Καλαμαριά: «Μακάρι να πεθάνει»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.