«Εμείς είμαστε η ιστορία της λαϊκής μουσικής. Γι’ αυτό λέω ότι, όταν πεθαίνουμε κι εμείς οι τελευταίοι, ο Μάρκος κι εγώ, ο Τσιτσάνης και κάτι λίγοι ακόμη, δεν πρόκειται να ξαναγραφτεί αληθινό ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι. Γιατί αυτό δεν μπορεί να το γράψει όποιος – όποιος ή όποτε του καπνίσει. Πρέπει να το ζήσει, να το νοιώθει, να τόχει στο αίμα του», έγραφε ο στην αυτοβιογραφία του ο Γιάννης Παπαϊωάννου.
Και ποιος μπορεί, κοιτάζοντας, πλέον, πίσω στον χρόνο πως ο σπουδαίος αυτός ρεμπέτης είχε άδικο.
Ο Πάνος Γεραμάνης είχε πει κάποτε στην εκπομπή του για τον Παπαϊωάννου πως ήταν ένας κατ’ εξοχήν πηγαίος λαϊκός δημιουργός και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, (που) συνδύαζε τις ανθρώπινες αρετές με τα μεγάλα καλλιτεχνικά προσόντα. Οι καημοί που έβγαιναν μέσα από τα βάθη της ψυχής του περνούσαν στα δάχτυλα και από εκεί στις χορδές του μπουζουκιού του».
Πριν κατακτήσει την κορυφή της λαϊκής μουσικής και γίνει συνώνυμο του ρεμπέτικου τραγουδιού, ο Παπαϊωάννου, έζησε τους καημούς. Όπως ακριβώς το περιέγραψε ο Γεραμάνης.
«Ημουν 8 χρονών παιδί που έχασα τον πατέρα μου. Tότες με την καταστροφή της Mικράς Aσίας το 1922 με τη μάνα μου και τη γιαγιά μου -τη μάνα της μάνας μου- φύγαμε για την Ελλάδα. Kι αυτή τη φρίκη τη θυμάμαι σαν όνειρο. Είναι εικόνες που ποτέ δεν μου έφυγαν από το μυαλό! O κόσμος φώναζε βοήθεια και η θάλασσα ήταν γεμάτη αίμα, μπαούλα, ρούχα και άλλα. Είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι, είχαμε μεγάλη περιουσία στην Kίο, αλλά όταν φύγαμε, πήραμε μια μαξιλαροθήκη, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και κάτι συμβόλαια στα Tούρκικα. Xαλασμός κόσμου, αίμα, δυστυχία, τι να σκεφθείς; Άλλωστε είχαν αρχίσει να μπαίνουν Tούρκοι στο χωριό μας και φύγαμε με τρόμο και μόλις προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο καράβι μαζί με κάτι θείους μου, από το σόι της μάνας μου. Όλοι λέγανε ότι θα τα κανόνιζε το κράτος και θα ξαναγυρίζαμε. Όλοι το πιστεύανε!
» Αρχισαν τα μαρτύρια. Όσοι έζησαν αυτά τα πράματα τα ξέρουνε. Mόνον οι Mικρασιάτες. Στους άλλους φαίνονται παραμύθια. Tο καράβι δεν είχε ούτε νερό και πίναμε θάλασσα, το θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα. Αυτό που είχε δηλαδή σώθηκε, έπιναν τόσα στόματα. Πίναμε και από τα σωληνάκια από τις εξατμίσεις του καραβιού όπου έβραζε ο ατμός και το αφήναμε να κρυώσει για να το πιούμε. Kάναμε μια στάση στη Σαμοθράκη και βγήκαν κάτι λίγοι να γεμίσουν τα βαρέλια με νερό. Όταν τα έφεραν τα βαρέλια στο καράβι και ξεκινήσαμε, το νερό είχε βατράχια. Εβγαλαν οι γυναίκες τα μαντήλια τους, που φόραγαν στο κεφάλι, και μ’ αυτά φιλτράραμε το νερό και το πίναμε! Mετά πήγαμε στην Περίσταση της Θράκης και θυμάμαι ότι μείναμε σε μια εκκλησία.
Mετά από λίγο καιρό, μας έδιωξαν κι από κει και μας έφεραν στον Πειραιά, στον Άη Γιώργη, στο Kερατσίνι, εκεί που είχαν τους τρελλούς. Mας έβαλαν σε κάτι αποθήκες που ήτανε γεμάτες σκουλήκια. Άλλα μαρτύρια. Ποτέ δεν ξεχνιούνται. Mας έκαναν καραντίνα και μας έβαλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Οι ντόπιοι μάς έκλεβαν τα ρούχα, ό,τι είχαμε, ακόμα και τα παπούτσια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει; Πείνα, δυστυχία, περιφρόνια… Πώς να σου φύγουνε αυτά από το μυαλό;».
Και δεν του έφυγαν ποτέ. Και τα έκανε τραγούδια...
Το προσφυγόπουλου με τα μεγάλα όνειρα
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Μικράς Ασίας. Μόλις σε ηλικία δυο ετών ορφάνεψε από πατέρα. Πριν ακόμα η οικογένειά του συνέλθει από αυτόν τον θάνατο ξεκίνησε ο εφιάλτης της Μικρασιατικής Καταστροφής. Έζησε από πρώτο χέρι τον πόλεμο, τον πόνο, τον θάνατο και τελικά τον ξεριζωμό.
Με τη μητέρα του, η κυρά Χρύσα και τη γιαγιά του κατάφεραν και πέρασαν στην Ελλάδα. Αρχικά εγκαταστάθηκαν στη Σαμοθράκη. Σύντομα, ωστόσο, έφυγαν από εκεί και έφτασαν στην Αθήνα. Όλα τους τα... πλούτη ήταν κρυμμένα μέσα σε μια μαξιλαροθήκη αλλά και αυτά γρήγορα εξαντλήθηκαν.
Πρώτα έμειναν σε μια παράγκα στις Τζιτζιφιές, στον Φαληρικό όρμο, επειδή εκεί κατοικούσαν συγγενείς τους. Δύσκολες εποχές. Άγριοι καιροί. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου έπρεπε να βγει από μικρός στο μεροκάματο. Και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει την οικογένειά του. Δούλεψε σαν ψαράς, σαν οικοδόμος, σαν μαραγκός. Ακόμα και σε συνεργείο αυτοκινήτων έκανε μεροκάματα.
Όταν δούλεψε σαν ψαράς γνώρισε τον καπετάν Ανδρέα Ζέπο, τον φημισμένο ψαρά από το Αϊβαλί ο οποίος όταν έμαθες πως ο Παπαϊωάννου ήταν προσφυγόπουλο τον πήρε κοντά του. Χρόνια αργότερα ο Παπαϊωάννου έγραψε για τον καλόκαρδο ψαρά το γνωστό λαϊκό (με πολλά στοιχεία μπάλου) τραγούδι. «Μπορεί άλλοι καλλιτέχνες, ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης να είναι καλύτεροι οργανοπαίχτες, δεν είναι όμως καλύτεροι ποδοσφαιριστές από μένα και ψαράδες. Εμένα την τέχνη μου την έχει μάθει ο φίλος μου, ο καπετάν Ανδρέας Ζέπος», είχε πει χρόνια αργότερα.
Το σχολείο, όπως είναι φυσικό κάτω από τόσο δύσκολες συνθήκες, δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει. Η πρώτη του μεγάλη αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο. Ήταν ψηλός και έτσι έπαιξε στη θέση του τερματοφύλακα. Αγωνίστηκε στην ομάδα του Φαληρικού Συνδέσμου. Λέγεται πως είχε μεγάλο ταλέντο αλλά ένας σοβαρός τραυματισμός του στέρησε τη δυνατότητα να συνεχίσει να αγωνίζεται.
Ο νεαρός Γιάννης Παπαϊωάννου ήρθε για ακόμα μια φορά αντιμέτωπος με τη σκληρή μοίρα του αλλά, τουλάχιστον, από εκείνη την περιπέτεια βγήκε κάτι καλό. «Γεννήθηκε» ο μουσικός που σημάδεψε το ρεμπέτικο.
Όταν τραυματίστηκε, η μητέρα του προσπάθησε να τον κάνει να νιώσει καλύτερα και έτσι του αγόρασε ένα μαντολίνο προκειμένου να «σκοτώνει» τον ελεύθερο χρόνο του. Σιγά σιγά άρχισε να μαθαίνει το μουσικό όργανο και να «μπαίνει» ολοένα και περισσότερο στον κόσμο της μουσικής.
Ένα μεσημέρι πέρασε έξω από μια ταβέρνα. Οι μάγκες που ήταν μαζεμένοι εκείνη την ώρα μέσα είχαν βάλει να ακούσουν ένα δίσκο του Γιάννη Χαλκιά. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου άκουσε το θρυλικό «Μινόρε του τεκέ», του τραγουδιού που ουσιαστικά καθιέρωσε το μπουζούκι στο ελληνικό πεντάγραμμο. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού ήταν τέτοια που οι δισκογραφικές έψαχναν με μανία καλλιτέχνες που να παίζουν το συγκεκριμένο όργανο προκειμένου να τους βάλουν να ηχογραφήσουν νέα τραγούδια.
Όπως οι δισκογραφικές έτσι και ο Παπαϊωάννου ξετρελάθηκε με τον ήχο του μπουζουκιού. Δεν τολμούσε, όμως, να το πει στη μάνα του. Εκείνη την εποχή το μπουζούκι ήταν συνώνυμο της αλητείας και ο μπουζουξής ήταν, στα μάτια των πολλών, ένα ρεμάλι.
Ο έρωτας, όμως, για το μπουζούκι ήταν μεγάλος. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου άρχισε να παίζει κρυφά, στο σπίτι ενός φίλου του. Μόνος του έμαθε. Άκουγε τραγούδια από το γραμμόφωνο, αποτύπωνε τον ήχο και τον μετέφερε στο μπουζούκι που κρατούσε στα χέρια του.
«Οι μάγκες όλοι του ντουνιά σε κλαιν’ απαρηγόρητα»
Γρήγορα αποδείχθηκε πως ο Παπαϊωάννου ήταν ένα σπάνιο ταλέντο. Άρχισε να παίζει ζωντανά σε διάφορα στέκια. Πρώτα κρυφά και μετά φανερά. Πρωτοεμφανίσθηκε επαγγελματικά δίπλα στους Μάρκο Βαμβακάρη και Στέλιο Κερομύτη το 1937.
Πρώτο του τραγούδι ήταν η «Φαληριώτισσα» που κυκλοφόρησε σε δίσκο και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Ήταν τέτοιο το ταλέντο του που δε χρειάστηκε καν δεύτερο τραγούδι. Με το πρώτο έγινε... φίρμα.
Από εκεί και πέρα υπήρχε μόνο η άνοδος για τον πιτσιρικά που έκανε το μπουζούκι να «κελαηδά». Σε εκείνη την πρώτη περίοδο, έγραψε πλήθος τραγουδιών που τον καθιέρωσαν ανάμεσα στους καλύτερους. Και μετά ήρθε πρώτα η δικτατορία που απαγόρεψε το ρεμπέτικο και στη συνέχεια ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος που τον βρήκε στο Αλβανικό μέτωπο.
Στην περίοδο της κατοχής ο Παπαϊωάννου επέστρεψε στο τραγούδι σημειώνοντας τη μια επιτυχία μετά την άλλη. Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό υπήρξε η στιγμή που η Ελλάδα δεν «χωρούσε» το ταλέντο του Παπαϊωάννου και έτσι το 1953 έγινε ο πρώτος λαϊκός συνθέτης που έκανε το «άλμα» προς τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου πήγε προκειμένου να βρεθεί κοντά στους Έλληνες οικονομικούς μετανάστες.
Το 1955 γνωρίστηκε με τον αξέχαστο Βασίλη Τσιτσάνη. Καρμική η σχέση τους. Είχαν γεννηθεί και οι δυο στις 18 Ιανουαρίου με δυο χρόνια διαφορά (πρώτα ο Παπαϊωάννου και μετά ο Τσιτσάνης). Αργότερα θα γίνουν και κουμπάροι.
Ο Παπαϊωάννου έγραψε ιστορία με τραγούδια όπως: «Πριν το χάραμα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Γλέντα τη ζωή», «Πέντε Έλληνες στον Άδη», «Απ’ της Ζέας το λιμάνι», «Το φτωχόπαιδο», «Ο φυλακισμένος», «Μες της Πόλης τα στενά (Καραμπιμπερίμ)», «Ο θάνατος του μπεκρή», «Άσε με, άσε με», «Ο Χάρος (Βγήκε ο χάρος να ψαρέψει)» και πολλά άλλα εξίσου διαχρονικά που σημάδεψαν το λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο.
Σχεδόν όλα τους τραγουδισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα: Σωτηρία Μπέλλου, Στελλάκης Περπινιάδης, Καίτη Γκρέυ, Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζης, Μαρίκα Νίνου, Ρόζα Εσκενάζη, Στέλιος Καζαντζίδης, Πόλυ Πάνου, Αντώνης Ρεπάνης, Χρηστάκης, Μαίρη Λίντα, Μαρινέλλα, Στράτος Διονυσίου, Πάνος Γαβαλάς, Γρηγόρης Μπιθικώτσης και πολλοί άλλοι.
Μια ημέρα σαν σήμερα, ωστόσο, όλα σταμάτησαν απότομα. Ξημερώματα της 3ης Αυγούστου 1972, ο Γιάννης Παπαϊωάννου έφυγε από το νυχτερινό κέντρο που εμφανιζόταν στις Τζιτζιφιές και πήγαινε στο εξοχικό του, στα Βασιλικά της Σαλαμίνας. Όταν έφτασε στη λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου στο Πέραμα, ένας πεζός πετάχτηκε ξαφνικά στη μέση του δρόμου. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου που κινούταν με μεγάλη ταχύτητα προσπάθησε να τον αποφύγει, έχασε τον έλεγχο του οχήματος και «καρφώθηκε» σε μια κολώνας της ΔΕΗ.
Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που το τιμόνι του αυτοκινήτου, «τσάκισε» το στήθος του σπουδαίου συνθέτη. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος και σόκαρε τους πάντες. Στη μνήμη του, ο Βασίλης Τσιτσάνης έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη» που τραγουδά η Πόλη Πάνου.
- Τραγωδία στην Ψάθα: Ποιο ήταν το μοιραίο λάθος που οδήγησε στη σύγκρουση των δύο ελικοπτέρων
- Ναταλία Γερμανού: Οι αλλαγές στο «Καλύτερα δε γίνεται» και τα σενάρια που διαψεύδονται
- Ο τραγικός θάνατος του μεγάλου ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου
- Θρίλερ στη Σύμη: Ιστιοπλοϊκό εντοπίστηκε να πλέει ακυβέρνητο -5 αγνοούμενοι και 3 ναυαγοί
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.