Το καλοκαίρι του 2000, ο Μάικλ Τζόρνταν επέστρεψε στο μπάσκετ. Ο σταρ των Σικάγο Μπουλς είχε χορέψει τον «τελευταίο χορό» με την ομάδα με τα κόκκινα, που είχε οδηγήσει στη θριαμβευτική κατάκτηση ενός πρωταθλήματος κόντρα στους πανίσχυρους Γιούτα Τζαζ.
Όταν ανακοινώθηκε η αποχώρηση του Τζόρνταν από τους Μπουλς, σχεδόν ταυτόχρονα με αυτήν του κόουτς Φιλ Τζάκσον, η ομάδα ξηλώθηκε σαν πουλόβερ. Αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό για το NBA της νέας χιλιετίας.
Διαβάστε ακόμη: Ο άνθρωπος που «χόρεψε» τον Τζόρνταν και σκόραρε πάντα περισσότερους πόντους εναντίον του
Νέες δυναστείες, νέοι σταρ, νέες ομάδες, όπως οι Ουάσινγκτον Γουίζαρντς, διεκδικούσαν τη δική τους λάμψη. Εκείνο το καλοκαίρι, ο Τζόρνταν επέλεξε να επιστρέψει στην ομάδα της Ουάσινγκτον, αυτή που κάποτε είχε ως συνοδευτικό όνομα τις «Σφαίρες» (Bullets) αντί για τους «Μάγους» (Γουίζαρντς). Ένας μάγος, ένας GOAT του αθλήματος γινόταν εκείνην την εποχή γενικός διευθυντής του τμήματος μπάσκετ των Ουάσινγκτον Γουίζαρντς. Και οι προκλήσεις βρίσκονταν μπροστά του.
Η ομάδα είχε ένα μετριότατο ρόστερ, με τρεις βετεράνους με μηδενικό κίνητρο (Τζουόν Χάουαρντ, Μιτς Ρίτσμοντ, Ροντ Στρίκτλαντ) και ένα κράμα από πρωτοεμφανιζόμενους παίκτες, που έξυσε τον πάτο της κατάταξης του NBA.
Προσπάθησε να ξεφορτωθεί παίκτες και να φέρει ανανέωση, δεν τα κατάφερε. Αντί αυτού, έκανε γκάφες(!), όπως την δημοσιοποίηση της είδησης πως είχε προσληφθεί στην ομάδα ως βοηθός προπονητή ο Ροντ Χίγκινς, ο οποίος στην πραγματικότητα είχε πιάσει δουλειά στο Γκόλντεν Στέιτ.
Τη σεζόν 2000-01, οι Γουίζαρντς σημείωσαν 29 νίκες και 53 ήττες. Η μιζέρια είχε εγκατασταθεί στην ομάδα. Ο Τζόρνταν έκανε τολμηρές επιλογές μήπως αναστρέψει το κλίμα. Προσέλαβε τον προπονητή Λέοναρντ Χάμιλτον, που δεν είχε εμπειρία από το NBA.
Διαβάστε ακόμη: Αυτοί είναι οι 20 κορυφαίοι NBAers που ήρθαν και έπαιξαν στην Ελλάδα
O Τζόρνταν υποσχέθηκε πως η ομάδα θα σταθεί στα πόδια της και θα βελτιώσει το ρεκόρ νικών της στο 50%, τη σεζόν 2001-02. Η προφητεία του διαψεύστηκε από τη σκληρή πραγματικότητα του NBA.

Οι «Μάγοι» βυθίστηκαν πιο κάτω, με 19 νίκες και 63 ήττες. Παίκτες όπως ο Τάιρον Νέσμπι (που έπαιξε και στην Ελλάδα αργότερα) και ο Μάικλ Σμιθ υπέπεσαν σε πειθαρχικά παραπτώματα στα αποδυτήρια, με τη διοίκηση να τους αποβάλλει προσωρινά από τις προπονήσεις, ενώ ο Στρίκλαντ είχε στο ενεργητικό του συλλήψεις για οδήγηση υπό την επήρεια μέθης.
Οι Γουίζαρντς ήταν ένα κακό αστείο του NBA.
Διαβάστε ακόμη: Πέντε σκληροί καυγάδες και επεισόδια στα παρκέ που άλλαξαν για πάντα το NBA
Η αφόρητη αλαζονεία του Τζόρνταν

«Πού είναι ο Μάικλ;» ρωτούσε δημοσίευμα της Boston Globe και όχι άδικα. Ο πρώην GOAT - νυν μεγαλοστέλεχος, διοικούσε την ομάδα χωρίς να βρίσκεται στην Ουάσινγκτον. Προτιμούσε να κάθεται στο γραφείο του στο Σικάγο και να διοικεί μέσω τηλεφώνου. Μόλις έξι παιχνίδια παρακολούθησε από κοντά τη σεζόν 2001-02.
Την ίδια στιγμή βέβαια, δήλωνε πως θέλει να δει «τη σπίθα στα μάτια των παικτών». Ναι, αν έπιανε καλό σήμα η δορυφορική τηλεόραση.
Το μοναδικό θετικό νέο για την ομάδα, ήταν πώς οι τρεις βετεράνοι (Στρίκλαντ, Χάουαρντ, Ρίτσμοντ) εκείνη την εποχή είχαν ολοκληρώσει τα συμβόλαια τους και είχαν μείνει ελεύθεροι.
Η ομάδα είχε τερματίσει τελευταία, είχε αποδεσμεύσει παίκτες, είχε πια τη δυνατότητα να διαλέξει το πρώτο draft pick για την επόμενη σεζόν.
Ναι, μπορούσε ο Τζόρνταν να αλλάξει την κατάσταση. Ήταν κυριολεκτικά, στο χέρι του.
Δεν ήταν τόσο εύκολο

Το 1995, η ομάδα της Ουάσινγκτον είχε αρνηθεί να επιλέξει τον Κέβιν Γκαρνέτ γιατί ήταν αρκετά μικρός (απόφοιτος Λυκείου). Το καλοκαίρι του 2002, δεν θα έκανε βιαστικές επιλογές. Σε μια εποχή που καμία ομάδα δεν μπορούσε να σημειώσει νίκες χωρίς έναν δυνατό σέντερ, που να ξέρει μπάσκετ, οι Γουίζαρντς στόχευσαν σε επτά «πεντάρια».
Αρχικά, κάλεσαν τον Ισπανό Πάου Γκασόλ για να λάβει μέρος στις προπονήσεις της ομάδας. Δεν εντυπωσίασε. Στη συνέχεια έψαξαν κι έμαθαν για τον Έντι Γκρίφιν και τον Σέιν Μπατίερ. Παρά τα πλούσια αθλητικά τους προσόντα, ο μέν Σέιν απορρίφθηκε ως επιρρεπής στα φάουλ και ο δε Γκρίφιν ως έχων τη φήμη του ιδιαίτερα εριστικού αθλητή, με καυγάδες στα αποδυτήρια. Ο ΝτεΣάγκανα Ντιοπ παραήταν βαρύ κορμί. Έμειναν τρεις.
Ο Έντι Κάρι, σύμφωνα με πληροφορίες από insiders της λίγκας, είχε τη δύναμη και την ικανότητα να γίνει ένας νέος Σακίλ. Αλλά έπαιρνε διαρκώς βάρος. Ο Τάισον Τσάντλερ χρειαζόταν να αυξήσει τη μυική του μάζα, αλλά έδειχνε εντυπωσιακά ικανός στο παιχνίδι του στη ρακέτα.
Διαβάστε ακόμη: Οι μυθικές αθηναϊκές ομάδες μπάσκετ που «χάθηκαν»
Αντιθέτως, ο Κουάμε Μπράουν έπρεπε να δουλέψει το παιχνίδι με πλάτη στο καλάθι, ήταν αρκετά άπειρος στο να παίζει μπροστά σε κοινό μιας μεγάλης ομάδας και είχε δηλώσει πως προτιμούσε να πάει πρώτα στο κολέγιο της Φλόριντα και μετά να δοκιμάσει στο NBA.
Όμως, η οικονομική δυσχέρεια της επταμελούς οικογένειας του, ήταν που τον έκανε να δηλώσει συμμετοχή στο draft. Και ο απόηχος των σκάουτ για έναν παίκτη «που μπορούσε να γίνει ο νέος Κρις Γουέμπερ» ολοένα και δυνάμωνε.
Αυτό ίσως και να έμοιαζε με σαφή ένδειξη για το πόσο έτοιμος (δεν) ήταν ο Κουάμε να παίξει στο NBA. Αλλά ο Τζόρνταν είχε καταλήξει στις επιλογές του.
Κάλεσε τον Τάισον Τσάντλερ και τον Κουάμε Μπράουν για να παίξουν ένα «μονό» στις εγκαταστάσεις των Γουίζαρντς. Ο Κουάμε διέλυσε τον Τάισον.
Ο Μάικλ είχε πάρει την απόφαση του.
Τι δεν πήγε (καθόλου) καλά
Ας μην ξεχνάμε πως την ίδια εποχή, ο Μάικλ Τζόρνταν δούλευε εντατικά για την τρίτη κατά σειρά επιστροφή του στα παρκέ ως αθλητής. Λίγο πριν την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, ήθελε να αποδείξει πως μπορούσε να πετύχει σε ρόλο διπλό, ως διοικητικό στέλεχος και ως αθλητής. Μπορούσε;

Οι πρώτοι ψίθυροι για μια ομάδα που ήταν «το πείραμα του Τζόρνταν» δεν άργησαν να ακουστούν, με τους fans να μην δείχνουν τον αναμενόμενο ενθουσιασμό με την παρουσία του στο παρκέ. Ακολούθησαν φωνές, για την «κακοποιητική συμπεριφορά» του Τζόρνταν προς το νέο αστέρι της ομάδας. Ο Τζόρνταν απαιτούσε άμεσα, χωρίς καθυστέρηση, ο Κουάμε να φτάσει στο επίπεδο του.
Όταν είδε πως ο νεαρός παίκτης δεν μπορούσε να σταθεί αντάξιος των προσδοκιών του, άρχισε να διαδίδει στα media πως η επιλογή του Κουάμε Μπράουν στο #1 του draft αποδείχθηκε φιάσκο.
Αυτό βέβαια, δεν εμπόδισε τον αθλητή να παίξει δύο χρόνια στους Γουίζαρντς, κι άλλα 10 σε άλλες ομάδες του NBA και να κερδίσει αρκετά χρήματα.
Διαβάστε ακόμη: Ο Μίτσελ Ουίγκινς και 10 «ήρωες» των 90s που απογείωσαν το ελληνικό πρωτάθλημα
Ο Τζόρνταν έπαιξε τη σεζόν 2002-03 βασικός σε 53 παιχνίδια, με μέσο όρο 24,3 πόντους, ενώ κατέγραψε και εμφανίσεις με πάνω από 40 πόντους (για έναν 39χρονο αθλητή δεν το λες και κακό) και η ομάδα τερμάτισε με ρεκόρ 37 νίκες - 45 ήττες. Ήταν μια σημαντική βελτίωση για τους μπλε, που δεν έμοιαζε ούτε κατά διάνοια με «εκτόξευση».
Ο ιδιοκτήτης της ομάδας Έιμπ Πόλιν, πήρε τη δύσκολη απόφαση.
Απέλυσε τον Μάικλ Τζόρνταν από τη διοίκηση της ομάδας και του χάρισε ένα τιμητικό «αντίο» ως παίκτη.
Οι παίκτες που απέρριψε ο Τζόρνταν
Ο Μπατίερ πήρε πρωτάθλημα, ο Τσάντλερ και ο Κάρι αφού προσπάθησαν να αναστήσουν τους Σικάγο Μπουλς, έφυγαν γι' άλλες πολιτείες και πήραν πρωταθλήματα κι αυτοί. Ο Γκρίφιν είχε μια καριέρα γεμάτη διακρίσεις, ενώ ο Πάου Γκασόλ τα πήγε ακόμα λίγο καλύτερα: κατέκτησε πρωταθλήματα με τους Λέικερς και μπήκε στο NBA Hall of Fame. Ακόμα και το καμάρι της Σενεγάλης, ο ΝτεΣάγκανα Ντιόπ, έπαιξε με τους Ντάλας Μάβερικς στους τελικούς του NBA (2006) και άκουσε το όνομα του να γίνεται σύνθημα από τους fans, με μια παράφραση του hip hop κομματιού Jump Jump (Diop - Diop).
Διαβάστε ακόμη: Τζόρνταν εναντίον Μάτζικ: Ο καλύτερος αγώνας της Dream Team που... δεν είδε κανείς!
Από την άλλη, ο Κουάμε Μπράουν είδε το όνομα του να γίνεται ανέκδοτο, από τηλε-αστέρες όπως ο Στίβεν Σμιθ, που τον έβγαλαν κυνικά, στα «μανταλάκια» των τηλεοπτικών παραθύρων.
Αυτό το λες και αδικία.
Mε στοιχεία από: Secret Base, ESPN
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.