Όλα ξεκίνησαν από μια ειδοποίηση στο YouTube, πώς ένας λογαριασμός είχε ανεβάσει ολόκληρα επεισόδια από την εκπομπή «Ψηλά Τα Χέρια» της Λιάνας Κανέλλη, η οποία είχε προβληθεί από το κανάλι Mega, τη διετία 1989-1990 και 1990-1991. Στο ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης, η Λιάνα Κανέλλη παρουσίαζε μια εκπομπή, της οποίας ο τίτλος ενδεχομένως παρέπεμπε στο ομώνυμο τραγούδι του Στράτου Διονυσίου, μα στην πραγματικότητα, προλάβαινε να μας πει πολλά για το DNA της. Ήταν μια εκπομπή που δεν είχε καμία προθυμία να κολακέψει, να γίνει απαλό χάδι στο μέτωπο των καλεσμένων της. Το σκηνικό ήταν λιτό, δύο καρέκλες δερμάτινες, σε ένα χωρό που αμυδρά θύμιζε σαλόνι σπιτιού. Οικοδέσποινα η δημοσιογράφος Λιάνα Κανέλλη, η οποία με όχημα την ευγένεια της, μπορούσε να στριμώξει στον τοίχο τον κάθε καλεσμένο, από την πρώτη κιόλας ερώτηση της.
Παρακολούθησα δειγματοληπτικά τις εκπομπές με τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, με τον Αντώνη Τρίτση, τον Διονύση Σαββόπουλο και την Μελίνα Μερκούρη. Και αμέσως ένιωσα μια τρομακτική μελαγχολία, όχι μόνο γιατί και οι τέσσερις δεν βρίσκονται πια στη ζωή.
Πώς κάνει συνεντέυξεις η Λιάνα Κανέλλη

Δίπλα στον Λέοντα Καραπαναγιώτη, μια θρυλική μορφή της δημοσιογραφίας, με τον οποίο συνεργάστηκε και κατά τη θητεία της σε εφημερίδες, επιχειρεί μια «ακτινογραφία» της δημοσιογραφίας του 1990, από την πολιτική ηγεσία της ως και το ζήτημα της προσφοράς και της ζήτησης δημοσιογράφων, σε μια συζήτηση όπου και οι δύο πλευρές φτάνουν στην ουσία του θέματος διατυπώνοντας αργά, ψύχραιμα (και με υπέροχα ελληνικά) τα επιχειρήματα τους.
Στη συνέχεια, η Λιάνα Κανέλλη επιχειρεί να προβάλλει στοιχεία της προσωπικότητας του ίδιου του Καραπαναγιώτη (τον ρωτάει ως και τι βιβλίο θα διαβάσει όταν φύγει από το γύρισμα της εκπομπής), αλλά εκείνος βάζει τα δικά του όρια στην έκθεση του στον τηλεοπτικό φακο, χωρίς να φέρει σε δύσκολη θέση τη δημοσιογράφο.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος παρουσιάζει τον εαυτό του ως Αριστερό σε μόνιμη διαφωνία με την Αριστερά, με την Κανέλλη να τον στριμώχνει ως προς το θέμα των συναυλιών του στην ακριτική Λήμνο, εκεί όπου είχε γραφτεί πως είχαν προσέλθει κατόπιν εντολής και αρκετοί φαντάροι. Η συζήτηση δεν παρεκτρέπεται σε κανένα σημείο, αλίμονο, καλούνται ακόμα και φαντάροι (!) της Λήμνου για να εξηγήσουν τι είχε συμβεί.

Με τον Αντώνη Τρίτση γίνεται αυστηρή, τονίζει σοβαρά προβλήματα από την καθημερινότητα των Αθηναίων, με την αποκομιδή των σκουπιδιών, με τα λεωφορεία που πάντα αργούν (αν ποτέ εμφανιστούν στις στάσεις) και όχι μόνο. Ο τότε δήμαρχος αναλύει ψύχραιμα τις θέσεις του για την επιτακτική ανάγκη της διαμόρφωσης μιας νέας κουλτούρας στους κατοίκους της πόλης, ως προς τα ζητήματα καθαριότητας, μια «συμφωνία» ανάμεσα σε δημότη και Δήμο. Επίσης αποκαλύπτει πόσο βαριόταν μέσα στη Βουλή, πόσα αρχιτεκτονικά σχέδια ζωγράφιζε σε λευκά χαρτιά, πόσο κακό έχουν κάνει οι ρεαλιστές στην πολιτική και πόσο αναγκαίοι είναι οι ονειροπόλοι.

Η Μελίνα Μερκούρη, στην αντιπολίτευση πια, δεν διστάζει να εκφράσει τον καημό της για το πενιχρό προϋπολογισμό που είχε σχεδόν πάντα το Υπουργείο Πολιτισμού της δικής της θητείας. Καθώς μιλάει, νιώθει την ανάγκη να κάνει ένα διάλειμμα και να ζητήσει ένα τσιγάρο από τη Λιάνα Κανέλλη, όσο η κάμερα «γράφει». Είπαμε, είμαστε στο 1990, η τηλεόραση είναι αλλιώς.
Οι εκπομπές
Ποιά είναι αυτή η ουσία τελικά;
Ένα κοινό σημείο όσων παρακολούθησα είναι πως το «Ψηλά Τα Χέρια» δεν παρουσιάζει μια χαλαρή κουβέντα μεταξύ δύο αναγνωρίσιμων ατόμων, αλλά κάτι πολύ πιο σημαντικό. Η Λιάνα Κανέλλη κάνει δημοσιογραφία όπως ένας εργάτης που σκαλίζει μια φαινομενικά άνυδρη γη: Ψάχνει, εντοπίζει αιχμές, σκαλίζει γωνίες για να βρει «κάτι» στο κάθε πρόσωπο που έχει απέναντι της. Θα νευριάσει, θα χρησιμοποιήσει ακόμα και σκληρή φρασεολογία (λέει ακροδεξιό τον Διονύση Σαββόπουλο!), πάντα με ευγένεια. Και στο τέλος θα έχει κάνει τη δουλειά της.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.