Να γίνει εδώ μία απαραίτητη επισήμανση γιατί πλέον το να σχολιάζεις κάτι με αφορμή την επικαιρότητα αποκτά δημοψηφισματικό χαρακτήρα. Σημαίνει αυτομάτως ότι τοποθετείσαι είτε φανατικά υπέρ του είτε φανατικά εναντίον του. Το κομμάτι της Κλαυδίας είναι μία χαρά και η ίδια έχει μία τρομερή και σπάνια φωνή. Προχωράμε.
Η επιλογή του κομματιού που θα εκπροσωπήσει την Eurovision δεν είναι επιλογή του καλύτερου κομματιού. Αυτό είναι μία πολύ αφελής άποψη, ακόμα και όταν μιλάμε για έναν διαγωνισμό. Είναι κατά μία έννοια αντικατοπτρισμός του τρόπου που θέλει η κάθε χώρα να τη βλέπουν στο εξωτερικό.
Φέτος, λοιπόν, μετά την περσινή αναταραχή, κοινό και Κριτική Επιτροπή αποφάσισαν ότι θα πρέπει να παίξουμε με ποιότητα. Και η λέξη ποιότητα είναι πια συνυφασμένη με την παράδοση. Η Κλαυδία πήρε το χρίσμα.
Πρώτα στα της Eurovision
Έχουν περάσει πια ακριβώς 20 χρόνια από τότε που η υπέρλαμπρη Έλενα Παπαρίζου σηκώθηκε στον ουρανό του Κιέβου παίζοντας λίρα και ξεσηκώνοντας το ευρωπαϊκό κοινό που έβρισκε ένα ενδιαφέρον ethnic twist σε έναν ήχο που εν πολλοίς του ήταν γνώριμος.
Έκτοτε η Ελλάδα δοκίμασε πάρα πολλές φορές αυτή τη συνταγή. Μία κλασική και γνώριμη στα αυτιά του δυτικοευρωπαίου μελωδία η οποία ντύνεται με ethnic twists (χρησιμοποιώ επιτήδες τον αποικιοκρατικό όρο ethnic γιατί είδα ότι δίνει και παίρνει σήμερα από Έλληνες που απευθύνονται σε Έλληνες). Κάποιες φορές το έκανε παραγωγικά και κάποιες κατρακυλούσε σε σημείο που άγγιζε την κωμωδία. Σε κάθε περίπτωση όμως, η περίφημη παράδοση ήταν στο επίκεντρο.
Όταν μάλιστα αυτή η ethnic νοτα έλειπε, οι συμμετοχές της Ελλάδας έμοιαζαν να είναι βγαλμένες από κάποιο πρωτόγονο πρόγραμμα Τεχνητής Νοημοσύνης. Παντελώς άνευρα τραγούδια από άγνωστους ανερχόμενους (;) καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες που είναι σαν να βγήκαν από γραμμή παραγωγής και δεν θυμάται ούτε ο πιο πιστός eurofan.
Mετά στα υπόλοιπα
Η αλήθεια είναι το ζήτημα αυτό υπεβαίνει την Eurovision. Για την ακρίβεια, ξεπερνάει και την ίδια τη μουσική βιομηχανία. Η καλλιτεχνική έκφραση μοιάζει να βγαίνει τυποποιημένη από εργαστάσια. Τα τραγούδια, οι τηλεοπτικές σειρές, οι ταινίες ως οι κατεξοχήν μαζικές τέχνες παράγουν εκατομμύρια ώρες content που απευθύνεται σε εκατομμύρια πελάτες με μηδενικό αντίκτυπο πάνω τους. Όσο πιο πολύ ασχολούμαστε μαζί με το content αυτό, τόσο πιο εύκολα το ξεχνάμε αργότερα.
Σε αυτή την ελληνική εκδοχή των εργοστασίων παραγωγής καλλιτεχνικού έργου, βασικό ρόλο παίζει η παράδοση. Το θέμα όμως είναι ότι δεν αφορά μόνο αυτή. Η περίφημη στροφή στην παράδοση της Έλενας Παπαρίζου έχει ως άλλος Ιανός και ένα δεύτερο πιο «ποιοτικό και εναλλακτικό περίβλημα». Ξεκινάει από τις διασκευές των Imam Baildi, φτάνει στη δισκογραφία των VIC και των Usurum και καταλήγει στις τεράστιες συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του Μάλαμα.
Κάποιες φορές γίνεται με πολύ παραγωγικό τρόπο (βλ. Θανάση, VIC) και ένα σωρό άλλες εξαιρετικές μπάντες, κάποιες άλλες όχι. Το ζήτημα όμως εν προκειμένω δεν είναι αυτοί που επιλέγουν να στραφούν προς την παράδοση. Το ζήτημα είναι ουσιαστικά ότι όσοι δεν το κάνουν είναι ελάχιστοι. Κι ο ΛΕΞ δεν αντιμετωπίζεται ως προφήτης μόνο επειδή γράφει πολύ ωραιά.
Τη στιγμή που μιλάμε, η στροφή στο παρελθόν είναι ο απόλυτος κυρίαρχος στην «ποιοτική» μουσική, στην «ποιοτική» τηλεόραση, ακόμα και στο «ποιοτικό» σινεμά. Γεμίζουν ασφυκτικά τα μέρη που παίζει ο Θανάσης, όλο και περισσότεροι μαθαίνουν ούτι και παραδοσιακούς χορούς.
Βλέπουν τηλεοπτικές σειρές (βλ. "Δεκαεπτά Κλωστές" και "Άγριες Μέλισσες") και διαβάζουν βιβλία που εν πολλοίς αφιερώνονται σε υποθέσεις του παρελθόντος. Γεμίζουν τα σινεμά βλέποντας βιογραφίες ανθρώπων του παρελθόντος με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον Καζαντζίδη.
Ταυτόχρονα πια, εδώ και πάνω από μία δεκαετία, το ίντερνετ νοσταλγεί από τις ταινίες που είδε στη νιότη της μέχρι τις τσίχλες που έπαιρνε από τα περίπτερα και τώρα ξεπληρώνει στους οδοντιάτρους. Τα νοσταλγικά party συνεχίζουν ακάθεκτα και μοιάζει σχεδόν αδύνατον να κάνεις κέφι αν δεν ακούσεις Λεμπέση, Γιώργο Αλκαίο ή ακόμα και Στέλιο Καζαντζίδη.
Σε όλα τα παραπάνω, η σπίθα έχει κάπως χαθεί. Πολλές φορές νοσταλγούμε τον τρόπο που νοσταλγούσαμε στο παρελθόν. Τι να κάνουμε; Η πρώτη φορά που θυμήθηκες τον Λάμπη Λιβιεράτο δεν είναι ίδια με την 100ή που θα τον ξανακούσεις.
Από τον αλγόριθμο στο AI
Η διάκριση στη μαζική κουλτούρα, που έλεγαν στην Πάντειο τη δεκαετία του 1990, μοιάζει να χωρίζεται στα πράγματα που καταναλώνεις για να περάσει η ώρα και σε εκείνα, τα όλο και λιγότερα, που βλέπεις για να συγκινηθείς.
Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία, σχεδόν αποκλειστικά κοιτάμε στο παρελθόν. Σαν να είναι το τελευταίο ορυκτό που μπορεί πια να δημιουργήσει συγκινήσεις. Συγκινήσεις που δεν μπορεί να προσφέρει πια η εποχή των αλγορίθμων που έχει βάλει και την καλλιτεχνική παραγωγή στο ζύγι του κόστους-οφέλους κοιμίζοντας τη δημιουργικότητα και την ανάγκη για μία ριζοσπαστική οπτική που δεν μοιάζει με τίποτα από όσα ξέραμε μέχρι τώρα.
Και όταν γίνεται κάτι τέτοιο, είτε μένει στους ελιτίστικους κύκλους της πρωτοπορίας είτε, όταν βγει στο ξέφωτο, πέφτουν όλοι να το φάνε. Πολύ απλά γιατί δεν μπορεί να χωρέσει σε αυτόν τον υπέροχο και τακτοποιημένο χαώδη κόσμο στον οποίο ζούμε όπου τα πάντα πρέπει να συνδέονται με κάτι και το κάθετι επιτελεί τον πολύ συγκεκριμένο ρόλο για τον οποίο φτιάχτηκε.
- Θανατηφόρο δυστύχημα στη Ρουμανία: Νεκροί Έλληνες οπαδοί του ΠΑΟΚ σε τροχαίο καθ' οδόν για Γαλλία
- Σαββίδης: «Τα παιδιά του ΠΑΟΚ είναι δικά μας παιδιά, δεν αφήνουμε κανέναν μόνο του»
- Tελικά πόσο κόστισε και πόσα έβγαλε ο «Καποδίστριας»;
- Ελένη Βουλγαράκη: Τέλος από το πλευρό του Φάνη Λαμπρόπουλου στο ραδιόφωνο
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.