«Αφού έζησα και μπορώ να στα στα πω, θα στα πω αγόρι μου. Νόμιζα ότι θα πεθάνω, κρατήθηκα από μια κολώνα, δεν μπορούσα να δω ούτε να πάρω ανάσα, και έκλαιγα και έλεγα θέλω να πάω σπίτι μου.
Πώς βρέθηκα όμως εκεί. Γυρνούσα από το νοσοκομείο στον Πειραιά, είχα πάει να δω τον θείο σου. Κατέβηκα στο Μοναστηράκι για να φτάσω Σύνταγμα και να πάρω την κόκκινη γραμμή για πίσω, αλλά ήταν κλειστό, και έτσι βρέθηκα στον Ευαγγελισμό. Εκεί ρώτησα πώς μπορώ να πάρω την κόκκινη γραμμή τώρα, και μου είπαν ότι πρέπει να περπατήσω μέχρι την Ομόνοια. Και άρχισα να περπατάω, αστυνομία παντού, σε κάθε στενό, περνούσα ανάμεσα από τα ΜΑΤ, πώς τα λένε.
Και εκεί στην Πανεπιστημίου, λίγο πριν την πλατεία της Ομόνοιας, γίνεται μια φασαρία και αρχίζουν οι αστυνομικοί και πετάνε κάτι πράγματα που βγάζουν καπνό. Και αγόρι μου, τα μάτια μου δάκρυσαν, δεν μπορούσα να δω μπροστά μου. Τρόμαξα τόσο πολύ, λέω τώρα ήρθε το τέλος μου. Πιάνω μια κολώνα και κρατιέμαι, δεν μπορώ να ανασάνω ούτε από το στόμα. Και τότε έρχεται ένα παιδί με μια σιδερένια μάσκα, και μου ανοίγει το στόμα και μου πετάει κάτι μέσα. Και μου ρίχνει κάτι και στα μάτια, και μπορώ κάπως να δω καλύτερα.
Τον παρακαλάω να με πάει μέχρι το μετρό, του λέω ότι θέλω να πάω σπίτι μου. Ξαφνικά εμφανίζονται άλλα δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Εκείνος τους λέει ότι θα συνεχίσει, κι εγώ τους ζητάω να με πάνε μέχρι το μετρό, γιατί δεν θα τα κατάφερνα μόνη μου. Τα παιδιά μου είπαν, θα σε πάμε εμείς, και με κατέβασαν μέχρι την αποβάθρα.
Εκεί να δεις κόσμο, νεολαία, είχαν κατέβει όλοι γιατί δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα».
Το απόγευμα του Σαββάτου, δέχτηκα μια κλήση από μια πρώτη μου ξαδέρφη που μου ζητούσε να πάρω αμέσως τηλέφωνο τη μητέρα μου, «γιατί δεν είναι καλά, είναι στην Ομόνοια, και τη βοηθάνε κάτι παιδιά». Την πήρα αμέσως, την άκουσα να κλαίει, να είναι τρομοκρατημένη, πιο τρομοκρατημένη δεν την έχω ακούσει, και να μου λέει ότι δύο παιδιά τη βοηθούν να φτάσει μέχρι την Ομόνοια.
Η μητέρα μου βρέθηκε στη συμβολή Πανεπιστημίου και Μπενάκη, ακριβώς τη στιγμή που τα ΜΑΤ έριχναν κρότου λάμψης και δακρυγόνα σε μια ομάδα διαδηλωτών που πήγε να στρίψει και να ανέβει προς τα Εξάρχεια, αμέσως μετά το τέλος της πορείας για τη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Το τελευταίο που ένοιαζε τα ΜΑΤ είναι αν περνούσε από εκεί μια 76χρονη γυναίκα με προβλήματα υγείας ή δεκάδες άλλοι «περαστικοί» όπως αυτή.
Δακρυγόνα κι όποιον πάρει ο χάρος, τα έχουμε ξαναδεί και θα τα βλέπουμε για πάντα. Θα έλεγε κανείς ότι βασική δουλειά της αστυνομίας είναι να προστατεύει τους πολίτες που χρειάστηκε να περπατήσουν από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Ομόνοια για να πάνε στο σπίτι τους. Οποιαδήποτε μέρα, πριν, μετά ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε διαδήλωσης.
Αυτό το κείμενο όμως δεν γράφτηκε για να αλλάξουν τα ΜΑΤ. Γράφτηκε για να πω ένα ευχαριστώ στο αγόρι με τη σιδερένια μάσκα, αλλά και στα δύο παιδιά που βοήθησαν τον πιο φοβισμένο άνθρωπο του κόσμου να φτάσει στο σπίτι του, τη στιγμή που θα προτιμούσαν να βρίσκονται στην πορεία, στη μάχη, πείτε το όπως θέλετε.
Ήταν τέτοια η σαστιμάρα μου, που δεν ζήτησα να τους μιλήσω στο τηλέφωνο. Ελπίζω να διαβάσουν αυτό το κομμάτι λοιπόν.
- Επίσημα στην Alter Ego Media o Μάρκος Σεφερλής - Τι περιλαμβάνει η συμφωνία μαμούθ
- Το αδιανόητο ποσό που φέρεται να κουβαλάει στις «τσέπες» του ο Floyd Mayweather
- Κατερίνα Λιόλιου: Το music video για τη νέα σαρωτική επιτυχία της «Λογαριασμός»
- Πώς θα κινηθεί η κακοκαιρία τις επόμενες ώρες: Έρχονται χαλαζοπτώσεις και αφρικανική σκόνη
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.