Ο θάνατος της Γωγώς Μαστροκώστα μάς ευαισθητοποίησε έστω και προσωρινά απέναντι σε κάποιες αληθινές παθογένειες της κοινωνίας μας, τις οποίες επιτέλους αναγνωρίσαμε και κατονομάσαμε.
Αρχικά, έχουμε την υποκριτική τάση της κοινωνίας μας να αναγνωρίζει κάποιον μόνο όταν υποφέρει, λες κι ο πόνος τον εξυψώνει. Η σεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος από τα media και η μετατροπή του σε «σύμβολο» προς κατανάλωση. Η αντίληψη πως μια γυναίκα θεωρείται αυτονόητο ότι θα φροντίσει τους γύρω της, ενώ ένας άνδρας δεν μεγαλώνει με την ίδια προσδοκία. Γι’ αυτό και όταν ένας σύζυγος στέκεται στο πλευρό της άρρωστης γυναίκας του «ως το τέλος», η πράξη του αποθεώνεται ως «ηρωϊκή» και «ξεχωριστή», όχι ανθρώπινη.
Μετά είναι και το στίγμα της νόσου κι όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί για τους καρκινοπαθείς και τους ογκολογικούς ασθενείς, που είναι άξιοι μόνο όταν αντέχουν, όταν πέφτουν ως «μαχητές», όταν παλεύουν «ως το τέλος». Και είναι, τέλος, και η ανήθικη εργαλειοποίηση του θανάτου και η μετατροπή του σε content για να boostάρουμε το προφίλ μας και να λάβουμε ψηφιακή επιβεβαίωση.
Τα τελευταία εικοσιτετράωρα, στον μικρόκοσμο του Facebook, διαβάζουμε δεκάδες αναρτήσεις για το κείμενο μιας κατά πολλούς ευυπόληπτης και σοφολογιότατης διαδικτυακής προσωπικότητας, που γράφτηκε με αφορμή τον θάνατο της Γωγώς Μαστροκώστα κι αναπαρήχθη από αμέτρητους χρήστες. Ο ίδιος χαίρει της εκτίμησης πολλών ανθρώπων, με τα posts του να πετυχαίνουν υψηλό engagement σε likes και shares, θύμα των οποίων κι εγώ φυσικά.
Αφορμή, λοιπόν, για το ψηφιακό «έλα να δεις» ήταν μια ανάρτηση για τη Γωγώ Μαστροκώστα, στην οποία ο ίδιος γράφει σε πρώτο πρόσωπο, σαν να γράφει η ίδια η εκλιπούσα. Ένα άκρως συναισθηματικό, δακρύβρεχτο σεντόνι, τσίχλα για τα μάτια του κάθε απελπισμένου, νωθρού χρήστη του Facebook, που έχει μια έμφυτη τάση στο να ξεγελιέται και να συγκινείται με κάθε τι, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να το αξιολογήσει πρώτα. Κι έτσι «τρώει» το παραμύθι αμάσητο.
Το κείμενο προκάλεσε σε κάποιους οργασμό και σε κάποιους σύγχυση, με πολλούς να σχολιάζουν κάτω από τη δημοσίευση, ρωτώντας τον συγγραφέα αν το έχει γράψει η ίδια η Γωγώ Μαστροκώστα. Άλλοι αμφισβήτησαν ανοιχτά τη γνησιότητά του. Ο ίδιος ο γράφων πάντως υποστήριξε πως το έγραψε εξ' ολοκλήρου ο ίδιος. Αφού του επισημάνθηκε η πρωτοφανής αστοχία και χυδαιότητα του να γράφεις έτσι ανενδοίαστα για έναν νεκρό άνθρωπο σε πρώτο πρόσωπο, έσπευσε να επεξεργαστεί το κείμενο, αλλάζοντας το πρώτο πρόσωπο σε τρίτο.
Διαβάστε ακόμα: Γωγώ Μαστροκώστα - Τραϊανός Δέλλας: Ο μεγάλος έρωτας και το «κόλπο» που έφερε την πρόταση γάμου
Η αλήθεια είναι, πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος επιδίδεται καθημερινά σε αναρτήσεις μακροσκελών κειμένων για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Από την αίθουσα του θρόνου στον Μυστρά μέχρι την υπόθεση των Τεμπών και από τους 200 της Καισαρινής μέχρι την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Akyla, όλα με μια τάση ακραίας σημειολογικής ανάλυσης που θα ζήλευε μέχρι και Ουμπέρτο Έκο. Τον τελευταίο πολύ καιρό, εκτός από το ότι αυτά τα κείμενα διαδέχονται το ένα το άλλο με αφύσικη ταχύτητα, μοιάζουν υπερβολικά μεταξύ τους. Τα περισσότερα ξεκινούν συνήθως με ένα προκάτ σχήμα αντίθεσης. Το x δεν είναι αυτό. Αλλά είναι το y, που σημαίνει το z.
Εντάξει, μπορείς να το χαρακτηρίσεις στιλ και συγγραφική λόξα, αλλά αυτό το επαναλαμβανόμενο μοτίβο δεν γίνεται να μην σε υποψιάζει. Λίγο να έχουν παίξει τα δάχτυλά σου με κάποιο πρόγραμμα, όπως το ChatGPT, δεν μπορείς να μην αντιληφθείς πως αυτά τα κείμενα είναι γραμμένα (σε έναν βαθμό έστω) από ψηφιακές εντολές. Γίνεται άνθρωπος να παράγει τρία και τέσσερα κείμενα 1000+ λέξεων την ημέρα, διαφορετικής θεματολογίας, με τέτοια εις βάθος σκέψη κι ανάλυση ακαδημαϊκού επιπέδου; Αν υπάρχει στ’ αλήθεια τέτοιος άνθρωπος, θα έπρεπε να είναι πρότυπο για όλους μας.
Κι όμως, τα κείμενα αυτά είναι εύκολα αναγνωρίσιμα για τα μη ανθρώπινα στοιχεία τους. Κάπως άνευρα και μονότονα, γεμάτα γενικολογίες, περισπούδαστο και τάχα μου δήθεν φιλοσοφικό/λογοτεχνίζον ύφος. Με μια πονοψυχία σχεδόν επιδεικτική. Όλα τους διακρίνονται από αυτό το «κενό βλέμμα» της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτήν την πλαστή τελειότητα, που έχει ως αποτέλεσμα να σε μουδιάζει και να μη θυμάσαι και πολλά μετά από λίγη ώρα. Κείμενα που δεν τρέμουν, δεν «σπάνε», δηλαδή, γιατί το συναίσθημά τους είναι τεχνητό κι όχι ανθρώπινο.
Ακόμα χειρότερα τα σχόλια που διαβάζεις από κάτω. Τι «Μας συγκλόνισες!», τι «Ανατρίχιασα!», τι «Από το πρωί κλαίω διαβάζοντας αυτό το κείμενο». Επευφημίες και δοξολογίες, ο ορισμός του cringe. Ήμασταν πάντα τόσο βλαμμένοι; Πώς φτάσαμε να καταναλώνουμε το οτιδήποτε χωρίς φίλτρο; Η ευκολία με την οποία απατώμαστε από τέτοιου είδους αναρτήσεις κι επιτρέπουμε σε αυτόν τον βόρβορο να παρελαύνει στις οθόνες μας, σαν να αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα κουλτούρας, δε νομίζετε; Δεν είναι λίγο έως πολύ τρομακτικό;
Σκεφτείτε το για εσάς. Να έχεις πεθάνει και να έχεις τον κάθε άγνωστο να μιλά εξ ονόματός σου, να οικειοποιείται τη φωνή σου για να πάρει περισσότερα likes. Να κατακλύζεται από μια ψεύτικη ευαισθησία και να την καπηλεύεται εις βάρος σου. Να σε βαμπιρίζει τόσο βίαια για λίγη περισσότερη, άσκοπη δημοσιότητα. Γιατί; Για να επιβεβαιωθεί το όποιο κύρος του; Για να καταξιωθεί στους ομοίους του; Για να πετύχει διασυνδέσεις; Για να κάνει το λαϊκίστικο κέφι του; Για να θρέψει τον άκρατο εγωισμό του ανθυποσελέμπριτι του Facebook; Για να πειστεί ότι κάποιος είναι, τέλος πάντων; Προσωπικά, φρίττω και μόνο στη σκέψη.
Το να το χαρακτηρίσω «βέβηλο» κι «ανήθικο» είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Είναι τεράστιο το αίσθημα ντροπής που αισθάνθηκα διαβάζοντας αυτό το κείμενο. Βέβαια, στην τελική είναι δικαίωμα του καθενός να εκτίθεται όπως θέλει μέσα από τους προσωπικούς του λογαριασμούς στα social media. Είναι άλλο πράγμα, όμως, να παίρνει σαν εγγαστρίμυθος τη φωνή ενός ανθρώπου που δεν μπορεί πια να αντιδράσει, να συναινέσει και να υπερασπιστεί τη μνήμη του. Αυτό είναι μια συμπεριφορά πέρα για πέρα αμοράλ και κάπως βρόμικος ναρκισσισμός με καμουφλάζ αλτρουισμού.
Να μην ξεχνάμε πως πίσω από το όνομα ενός νεκρού, υπάρχει η ζωή και η ιστορία του. Υπάρχουν οι άνθρωποι που τον αγάπησαν, που έχουν υπαρκτές αναμνήσεις μαζί του και πενθούν πραγματικά. Όχι διαδικτυακά. Σύντροφοι, παιδιά, οικογένεια, φίλοι. Ο πόνος τους δεν φεύγει όσο εύκολα φεύγει ο δικός μας, που απλώς διαβάζουμε μια λεζάντα, λέμε ένα «α, κρίμα μωρέ» και συνεχίζουμε τη μέρα μας. Θα παλεύουν για χρόνια με «την υποψία ότι στα μύχιά τους δεν παραδέχονται πως έχει ειπωθεί η τελευταία λέξη», όπως γράφει ο Παπαγιώργης.
Ας μην εισβάλουμε, λοιπόν, έτσι αυθαίρετα μες στο πένθος των άλλων για να περιφέρουμε εαυτόν στη δική μας προχειροστημένη σκηνή επίδειξης. Η σιωπή είναι προτιμότερη στον θάνατο. Κι ας μη χαθεί το ηθικό μας περίσσευμα μπροστά στην ευκολία του να αυτοεξευτελιζόμαστε για μερικές χιλιάδες likes. Ας μην είμαστε ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ' αλεύρι, δηλαδή.
Το όνομα του ανθρώπου που έκανε αυτήν την δημοσίευση, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί. Στην τελευταία του δημοσίευση, άλλωστε, φαίνεται να αποσύρεται προς το παρόν από την παντός επιστητού ανάλυση και κριτική. Ίσως ήρθε η ώρα για ένα διάλειμμα και λίγο αναστοχασμό. Θα έπρεπε να προβληματιστεί από την κατάληξη αυτής της εμμονικής παραγωγής περιεχομένου και το περίεργο δέσιμο με αυτήν την τεχνολογία. Όπως θα έπρεπε να προβληματιστούν κι όσοι ηδονίζονται από την ανάγνωση τέτοιων κειμένων, κυρίως όμως όσοι δεν έχουν την αναγκαία επεξεργαστική ισχύ να αντιληφθούν τι είναι ψεύτικο και τι αληθινό.
- «Στο τελευταίο κύμα σ' έχασα από δίπλα μου»: Το σπαρακτικό αντίο του Τραϊανού Δέλλα στη Γωγώ Μαστροκώστα
- Ο Χειλάκης και το «πολύ καλά φυλαγμένο μυστικό» του Τσίπρα: «Έχω υπογράψει τη διακήρυξη του ΕΛΑΣ»
- Η τελική απόφαση της Σίας Κοσιώνη για τον ΑΝΤ1 - Πότε αναλαμβάνει το δελτίο του ΣΚΑΪ η Λένα Φλυτζάνη
- Μαριάντα Πιερίδη: «Δεν θυμάμαι πόσους γάμους έχω κάνει - Μπορεί τέσσερις, νομίζω είναι τρεις, δεν θυμάμαι»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.