Μενού
malvinakarali
  • Α-
  • Α+

Πάντα την έχω στο μυαλό ως μια αποσυνάγωγη. Πεσμένη πάνω σε γκρενά βελούδα. Με τακούνια. Σημαία και όπλο της οι λέξεις. Στα πόδια της όλοι εμείς, ο νυσταλέος όχλος. Να την αποθεώνουμε και να την αποκαθηλώνουμε κατά βούληση.

Μερικές φορές, επειδή είμαι και κομπλεξάρα, τη θέλω μόνο για μένα, τη σφετερίζομαι. Λες και ό,τι είπε κι έκανε το έκανε για εμένα. Άλλες φορές ψαρεύω επίμονα συνοπαδούς, για να ισχυροποιείται η σέχτα μας. Την συναγωνίζομαι. Όλοι κάπως το κάνουμε. Όσα λέει κι όσα γράφει τα ρουφάω. Φαντάσου να ρουφάς ένα ολόκληρο μακαρόνι με καυτή, νόστιμη κόκκινη σάλτσα. Έτσι.

Θα το πω, όμως: θυμώνω απίστευτα μαζί της όταν τη διαβάζω να γράφει πως θέλει να ζήσει δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη και την ίδια ώρα να γράφει πόσο όμορφα περνά στο Παρίσι τρώγοντας τυρί chèvre. «Μα πού είναι η ιδεολογία σου;», φωνάζω. Βασικά, «ποια είναι η ιδεολογία σου;». Πώς από τον Σένμπεργκ και τον Πεντερέτσκι μεταπηδά στην Πόλυ Πάνου έτσι αχαλίνωτα, χωρίς υποψία θορύβου; Μου δίνει την απάντηση λέγοντας πως τα δέχεται όλα σαν σκουπιδοφάγος και πως αυτή είναι η διάθεση της στιγμής και πως πάντα χρησιμοποιεί ένα ρόλο. Και εγώ να διαφωνώ και να λέω ότι δεν την αντέχω τόση ρευστότητα, ότι προτιμώ μια κάποια ευστάθεια. Και μετά να με σώζει από τη δυσλειτουργία με το «εγώ είμαι εδώ για να σε αποενοχοποιήσω».

Στον ελεύθερό μου χρόνο ψάχνω να διαβάσω τι γράφουν για εκείνη οι άλλοι στα social media. Πηγαίνω, ας πούμε, στο Facebook, στη μπάρα αναζήτησης, ή στο X, και πληκτρολογώ «Μαλβίνα» ή «Κάραλη». Και ψάχνω. Και διαβάζω: «υπήρξε όαση», «προφήτεψε τον Μητσοτακισμό», «πάντα επίκαιρη», «αλησμόνητη», «εθνικοσκουπίδι», «καυστική δεξιά θεία», «νέο-ποιητικές μπαρούφες», «η πρώτη χρυσαυγίτισσα», «η χρυσαυγίτισσα με το ταγιέρ», «δήθεν ανατρεπτική σάτιρα», «αστή φασαία», «υπερτιμημένη». Χαμός.

Και ναι, δεν διαφωνώ, μολονότι ο λόγος της στις σατιρικές εκπομπές της δεν ήταν ποτέ επίσημα εθνικιστικός, εμπεριείχε αρκετές από τις χαρακτηριστικές ρητορικές του εθνικισμού, όπως η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας, ο κάπως πολωτικός λόγος, η επιθετική στάση απέναντι στους «εχθρούς». Δεν μπορείς, ωστόσο, να την αποσπάσεις από το κάδρο της τηλεόρασης των ’90s, γιατί μέσα σε αυτό ανδρώθηκε η σάτιρά της.

Μες στην εντυπωσιοθηρία, τα παράθυρα, το κιτς, την τηλεθέαση με κάθε κόστος, τον ψυχαναγκασμό του σλόγκαν και της ατάκας, το κάπως tabloid στιλ. Ήταν η δεκαετία της υπερβολής, όπως και να το κάνουμε, συνεπώς αν επιχειρήσεις να την αποκόψεις από αυτό, δεν θα την καταλάβεις. Και η Μαλβίνα ανετράφη επίσης με τα εργαλεία του φεμινισμού του ’70 και του ’80, που αν και ήθελε να απελευθερώσει τις γυναίκες από τα στερεότυπα, μερικές φορές δημιουργούσε καινούργια και πολλές φορές «ξέπλενε» την πατριαρχία.

Τόσο μέσα από την τηλεοπτική της περσόνα, όσο και μέσα από την αφήγηση της προσωπικής της ζωής σε κείμενα και συνεντεύξεις, η Μαλβίνα έπαιζε πολλές φορές το ρόλο της γυναίκας που λυγίζει μπροστά στα αρσενικά, που θέλει να αλωθεί και να χαθεί μέσα στον άλλον, της γυναίκας που βρίσκει παρηγοριά στη μυρωδιά του φαγητού που σιγοβράζει.

Έζησε επίσης μέσα σε μια πολυτέλεια που μπορεί σήμερα να μοιάζει ξεπερασμένη και δήθεν. Υπήρξε, όμως, και η γυναίκα που ήθελε περισσότερο να αποδομεί, παρά να χτίζει, σαν αδέσποτο αστέρι που έλαμπε χωρίς να ζητά τον ουρανό του. Μια ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, που ακόμα και σήμερα πασχίζει κανείς να αποκωδικοποιήσει. Και δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το σπάνιο συγγραφικό ταλέντο, που υπήρξε έμπνευση και καταφύγιο για πολλούς.

Το μόνο σίγουρο είναι πως γνώριζε πολύ καλά πώς να ορθώσει μια μυθολογία γύρω από το πρόσωπό της, με το δραματικό της ύφος, τις έντονες εκφράσεις της και τον μοναδικό της τρόπο να «παίζει» με το κοινό, κι ας το έβλεπαν κάποιοι κιτς. Με μια κάπως νομιναλιστική προσέγγιση στη γλώσσα της, αμφισβητώντας και αποδομώντας έννοιες, σχήματα, παίζοντας με τις λέξεις, γελοιοποιώντας αθώα πρόσωπα και καταστάσεις, με δυσπιστία απέναντι στα απόλυτα νοήματα, γεμάτη από αντιφάσεις και αμφισημίες. Δεν τη βόλευαν ποτέ οι κανόνες, γι’ αυτό και υποστήριζε το «εξελίσσομαι σημαίνει αλλάζω διαρκώς κριτήριο».

Και μέσα στα χρόνια αναπόφευκτα ρομαντικοποιήθηκε. Εύλογα, για εμένα. Το κάπως μυθικό προσωπείο που κατασκεύασε για τον εαυτό της, σε συνδυασμό με την όλη αντισυμβατική της στάση, την εξυπνάδα και το χιούμορ, την αυθεντικότητά της, την έχουν αναγάγει σε pop είδωλο.

Της έχουν εξασφαλίσει την αιωνιότητα. Για όσα έγραψε και είπε. Δε θα τον χωρέσει. Τον άνθρωπο που δεν δίνει. Αυτή η ζωή. Δεν θα τον χωρέσει, δεν θα τον χωρέσει. Μες στο κεφάλι σαν λούπα. Τα είδωλα, άλλωστε, ως γνωστόν, κάνουν θόρυβο και η Μαλβίνα Κάραλη έχει αφήσει παντού την ηχώ της. Στο τέλος της ημέρας, όμως, κανείς δεν σε ξέρει πραγματικά πέρα από τον εαυτό σου και δεν μπορεί με σιγουριά να πει αν είσαι θεός ή τέρας. Κι έτσι την τρώμε την μπλόφα.

«Και τώρα, ένα εύκολο φαγάκι για βουδιστές, χορτοφάγους και λοιπά τεμάχια.

Βράζετε ξεχωριστά τα λαχανικά και τα στραγγίζετε. Χτυπάτε τα αβγά με το γάλα και προσθέτετε αλάτι ΚΑΛΑΣ και μοσχοκάρυδο.

Αλείφετε με βούτυρο μια μακρόστενη φορμίτσα, βάζετε πρώτα το σπανάκι ψιλοκομμένο, από πάνω τα καρότα ψιλοκομμένα και μετά τον αρακά.

Στη συνέχεια τα χτυπημένα αυγά με το γάλα, και βάζετε τη φορμίτσα στο φούρνο στους 190, για ¾ της ώρα περίπου.

Αναποδογυρίζετε τη φόρμα σας σε μια πιατέλα και καλείτε το Ρίτσαρντ Γκιρ.

Κι αν σας έρθει, γράψτε μου!»

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...