Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου ξανάφερε στην επιφάνεια ένα γνώριμο ερώτημα: γιατί τόσοι άνθρωποι που ξεκινούν τη ζωή τους με όνειρα, ριζοσπαστικές ιδέες και αντισυστημική στάση, καταλήγουν να υπερασπίζονται όσα κάποτε αμφισβήτησαν; Είναι αναπόφευκτο, άραγε, να γινόμαστε πιο συντηρητικοί όσο μεγαλώνουμε; Ή μήπως είναι απλώς πιο εύκολο να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν μπορούμε πια να αλλάξουμε τον κόσμο;
Το φαινόμενο είναι τόσο διαδεδομένο ώστε μοιάζει με φυσικό νόμο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η διαπίστωση δεν είναι καινούργια· οι κοινωνιολόγοι την καταγράφουν εδώ και δεκαετίες, οι ψυχολόγοι την ερμηνεύουν με τη γλώσσα του φόβου και της ασφάλειας, οι πολιτικοί την επικαλούνται για να εξηγήσουν γιατί οι επαναστάσεις δεν διαρκούν. Κάθε γενιά, λένε, γεννιέται ριζοσπαστική και γερνά συντηρητική. Ο νέος ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο, ο ώριμος μαθαίνει να τον διαχειρίζεται, ο ηλικιωμένος προσπαθεί να τον διασώσει. Κι όμως, όσο κοινότοπη κι αν ακούγεται αυτή η πορεία, δεν είναι αναπόφευκτη. Δεν οφείλεται σε κάποιο μεταβολισμό των ιδεών, αλλά σε μια πιο σύνθετη, συχνά ασυνείδητη, συμφωνία που κάνουμε με το χρόνο: να ανταλλάξουμε την περιπέτεια της αμφισβήτησης με τη βεβαιότητα της επιβίωσης.
Η πορεία προς τη συντήρηση
Η μετάβαση προς τη συντήρηση δεν ξεκινά ποτέ ως ιδεολογική επιλογή. Ξεκινά ως ανάγκη. Ο άνθρωπος, όσο προχωρά στη ζωή, αποκτά δεσμεύσεις, οικογένεια, περιουσία, ρόλο. Κάποτε ήταν ελεύθερος να ρισκάρει· τώρα έχει κάτι να χάσει. Και η απώλεια, ακόμη κι όταν είναι υποθετική, δρα πάνω του σαν βαρύτητα: τον τραβάει προς το έδαφος, τον γειώνει. Οι ιδέες που κάποτε πετούσαν ελεύθερα γίνονται πιο πρακτικές, πιο «λογικές», πιο προσαρμοσμένες. Το ρίσκο φαντάζει παιδαριώδες, ο ενθουσιασμός αφελής. Ο νεανικός ριζοσπαστισμός μοιάζει τότε με ένα ρούχο που δεν του κάνει πια. Μόνο που η αλλαγή δεν αφορά το ρούχο – αφορά το σώμα που έμαθε να χωράει σε μικρότερο χώρο.
Από την άλλη πλευρά, η κοινωνία επιβραβεύει αυτήν την προσαρμογή. Η νεότητα επιτρέπεται να είναι ανυπότακτη, αρκεί να ενηλικιωθεί εγκαίρως. Οι δομές του κόσμου είναι χτισμένες για να μετατρέπουν τη διαμαρτυρία σε ρόλο, τον ριζοσπάστη σε θεσμικό παράγοντα, τον αμφισβητία σε «άνθρωπο με εμπειρία». Ο μηχανισμός είναι παλιός και αποτελεσματικός: όποιον δεν μπορεί να συντρίψει, η εξουσία τον ενσωματώνει. Προσφέρει αναγνώριση, ασφάλεια, βεβαιότητα· κι εκείνος, κουρασμένος από τη διαρκή ένταση της αντίστασης, δέχεται. Έτσι, η συντήρηση δεν επιβάλλεται, αλλά προσφέρεται ως ανταμοιβή. Δεν εμφανίζεται με πρόσωπο αυταρχικό, αλλά με χαμόγελο συμφιλίωσης. Και η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι πως ο άνθρωπος που κάποτε πάλευε ενάντια στο σύστημα, τώρα το υπερασπίζεται στο όνομα της λογικής.
Διαβάστε ακόμα: Η σπάνια τηλεοπτική στιγμή Διονύση Σαββόπουλου – Χάρρυ Κλυνν και το «ψαλίδι» της ΕΡΤ
Ωστόσο, η ψυχολογία της συντηρητικοποίησης δεν είναι απλώς κοινωνική διαδικασία· είναι υπαρξιακή. Η νεότητα, από τη φύση της, ταυτίζεται με την προοπτική και κοιτάζει μπροστά. Η ωριμότητα, αντίθετα, κοιτάζει γύρω της. Και η γήρανση κοιτάζει πίσω. Όσο μικραίνει ο ορίζοντας, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για σταθερότητα. Ο φόβος της ανατροπής δεν είναι πια θεωρητικός: είναι φόβος απώλειας χρόνου, δύναμης, ζωής. Η αναζήτηση του νέου αντικαθίσταται από την επιθυμία του γνώριμου. Ο κόσμος, που κάποτε έμοιαζε ανοιχτός, γίνεται πεδίο που χρειάζεται προστασία. Ο συντηρητισμός, σε αυτό το επίπεδο, δεν είναι καν ιδεολογία – είναι άμυνα. Είναι η φυσική τάση του ανθρώπου να κρατήσει ό,τι τον συνθέτει, όταν όλα γύρω του διαλύονται.
Είναι επιλογή
Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται και η κρίσιμη διάκριση: το ότι ένα φαινόμενο έχει ψυχολογική εξήγηση δεν σημαίνει ότι έχει και ηθική νομιμοποίηση. Ο άνθρωπος που συντηρητικοποιείται δεν το κάνει επειδή πρέπει, αλλά επειδή το επιλέγει. Δεν είναι θύμα του χρόνου, αλλά συμβιβασμένος με αυτόν. Και, όπως κάθε συμβιβασμός, αυτή η μετατόπιση φέρει ευθύνη. Το να μεγαλώνεις σημαίνει να γνωρίζεις περισσότερα. Το να γίνεσαι συντηρητικός σημαίνει να αμφιβάλλεις λιγότερο. Εκεί βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στη σοφία και στην παραίτηση: η σοφία κατανοεί τον κόσμο, η παραίτηση τον αποδέχεται. Το ζητούμενο δεν είναι να μείνεις για πάντα νέος, αλλά να μη σταματήσεις ποτέ να αναρωτιέσαι.
Η περίπτωση του Σαββόπουλου είναι χαρακτηριστική όχι γιατί αποτελεί εξαίρεση, αλλά γιατί καθρεφτίζει αυτό το συλλογικό ταξίδι προς τη βολή. Από τον ριζοσπαστισμό του ’60 στον συναινετικό πατριωτισμό των τελευταίων δεκαετιών, εξέφρασε τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς που ξεκίνησε τραγουδώντας για την ελευθερία και κατέληξε να φοβάται τη ρήξη. Όμως το παράδειγμά του δεν είναι καταδίκη· είναι προειδοποίηση. Ο άνθρωπος που επιλέγει να «ηρεμήσει» δεν το κάνει επειδή μεγάλωσε, αλλά επειδή κουράστηκε να συγκρούεται. Η ευθύνη, λοιπόν, δεν ανήκει στα χρόνια, αλλά στη βούληση.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο από τη φθορά. Αλλά υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο και στην αντίσταση απέναντί της. Η νεότητα δεν είναι ηλικία, είναι στάση απέναντι στον χρόνο. Είναι η ικανότητα να βλέπεις το μέλλον όχι ως απειλή, αλλά ως πεδίο δυνατοτήτων. Αν υπάρχει τρόπος να γλιτώσουμε από τον συντηρητισμό που μας περιβάλλει –πολιτικά, κοινωνικά, υπαρξιακά– δεν είναι η άρνηση του γήρατος, αλλά η διατήρηση της ανησυχίας. Η διαθεσιμότητα να αμφισβητούμε, να αλλάζουμε, να μαθαίνουμε, ακόμη κι όταν όλα γύρω μας μάς προτρέπουν να σταματήσουμε.
Η φθορά του σώματος (και του νου) είναι κοινή μοίρα. Το αν θα την αφήσουμε να γίνει φθορά των πεποιθήσεων, είναι επιλογή. Και πάρα, πάρα πολλοί, μαζί με τον Σαββόπουλο, την έκαναν.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.