Μενού
  • Α-
  • Α+

Στο εμβληματικό «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου υπάρχει μια συγκλονιστική σκηνή. Μετά τη λήξη του εμφυλίου ο Δεξιός (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) συναντά τον Αριστερό (Μάνο Κατράκη) στη μέση του δρόμου, στο χωριό τους. Αποκαμωμένοι και οι δυο, δείχνουν να συμφιλιώνονται. Αν και στη συγκεκριμένη σκηνή ο Μάνος Κατράκης δε μιλάει καθόλου, η «γλώσσα του σώματος» είναι αυτή που «λέει» πολλά περισσότερα από αυτά που θα έλεγε και ο ίδιος. Ούτως ή άλλως αυτό που αντιπροσώπευε ο Κατράκης σε εκείνη τη σκηνή, το είχε ζήσει και στην πραγματική του ζωή. Τη φτώχεια την έζησε στο πετσί του, πολύ πριν υποδυθεί τον φτωχό στο θέατρο ή τον κινηματογράφο. Τις πολιτικές διώξεις τις βίωσε στα ξερονήσια, πριν μεταφέρει όλα αυτά τα δεινά στο θέατρο. Ο Μάνος Κατράκης, που έφυγε από τη ζωή μια ημέρα σαν σήμερα, έζησε τους ρόλους του πριν τους παίξει.

Ένας θεατράνθρωπος γεννιέται μέσα στο «σκοτάδι»

Τον Αύγουστο του 1909 στα Χανιά της Κρήτης γεννιέται το πέμπτο παιδί του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της γυναίκας του Ειρήνης. Πριν κλείσει τα 10 του χρόνια ο μικρός Μάνος και η οικογένεια του, μετακομίζουν στην Αθήνα. Γρήγορα, διαπιστώνει πως η μεγάλη του αγάπη είναι το θέατρο. Πριν καν κλείσει τα 18 του χρόνια κάνει ντεμπούτο στο θέατρο με το θίασο «Οι Νέοι» στο έργο «Για την αγάπη της». Το σπάνιο του ταλέντο τον κάνει να ξεχωρίζει. Τον εντοπίζει ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας και την επόμενη χρόνια, το 1928, έπαιξε την πρώτη βουβή ταινία: «Το λάβαρο του 21’». Πριν καν ξεκινήσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος κάνει σπουδαίες συνεργασίες όπως με το Θίασο του Μήτσου Μυράτ και της Μαρίκας Κοτοπούλη, προσλαμβάνεται στο νεοϊδρυθέν τότε Εθνικό Θέατρο και δείχνει να πατά γερά στα πόδια του.

Και τότε όλα ανατρέπονται. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρίσκει τον Κατράκη στο μέτωπο. Η Γερμανική εισβολή και η κατάρρευση του μετώπου, τον φέρνει και πάλι στην Αθήνα ενταγμένο στις γραμμές του ΕΑΜ. Στο φονικό χειμώνα του 1941 ο Κατράκης αναγκάζεται να πουλήσει ακόμα και τα κοστούμια του για να φέρει λεφτά στην οικογένεια του. Για να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό.

«Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα- ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Που να φτάσει να θρέψεις, μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο. Η γυναίκα μου τελικά έκανε αποβολή οκτώ μηνών, είχε δίδυμα.Αρχίσαμε να πουλάμε ότι είχαμε. Τελειώσανε και αυτά. Τώρα;…

Εγώ είχα κάτι κουστουμάκια γιατί ήμουν και λίγο μερακλής και πήγαινα και τα πούλαγα μόνος μου, αφού οι μεταπράτες παίρνανε όσο- όσο. Στην οδό Αθηνάς, έξω από τον ηλεκτρικό σταθμό, ήτανε το παζάρι τότε των αγοραπωλησιών. Πήγαινα λοιπόν κρατούσα το κουστουμάκι στα χέρια μου και περίμενα να έρθει ο πελάτης να το αγοράσει. Βλέπεις στα παλιατζίδικα μου παίρνανε μισοτιμής ό,τι είχα. Κάποτε ήρθε η ώρα να πουλήσω κι ένα κοστούμι που το αγαπούσα πολύ. Ήταν το καλύτερό μου. Μου το είχε ράψει ένας ράφτης ο Ζοφάκης που είχε έλθει από το Παρίσι και ραβότανε και ο Μινωτής σε αυτόν. Πάω λοιπόν στην οδό Αθηνάς στέκομαι και περιμένω. Κάποτε με πλησιάζει κάποιος καλή του ώρα και μου λέει:

-κύριε Κατράκη το πουλάτε; – το πουλάω. Δεν το βλέπεις; Για να είμαι εδώ και να το κρατάω πάει να πει πως το πουλάω. – Θέλετε να έρθετε μαζί μου;…Με παίρνει και με πάει σε μια λέσχη στην Ομόνοια. Εγώ δεν είχα δοσοληψίες με λέσχες. Λέω τι θα κάνουμε στη λέσχη; – είναι κάποιος που θα αγοράσει το κοστούμι σου. Να μη στα πολυλογώ πήγαμε, βρήκαμε τον άνθρωπο, δεν ήθελε τέτοιο κοστούμι γιατί ήταν πολύ λεπτό, με ρώτησε αν είχα κανένα άλλο σκωτσέζικο. Είχα. Μου είπε να του το πάω την άλλη μέρα. Πήγα την άλλη μέρα και πήρε το κοστούμι», αφηγήθηκε ίδιος ο Μάνος Κατράκης στη βιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος, συγγραφέας Αλέξης Κομνηνός).

Διώξεις, εξορία αλλά και καταξίωση

Το ότι ο Κατράκης εντάχθηκε και πολέμησε μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜικου κινήματος ήταν κάτι που το εμφυλιακό (και μετεμφυλιακό) κράτος δεν του συγχώρησε ποτε. Ήδη από το 1942 υπήρχε στην Ασφάλεια ο φάκελος 20822 ο οποίος εμπλουτιζόταν με στοιχεία σε βάρος του Κατράκη μέχρι που έπεσε η χούντα των συνταγματαρχών το 1974!

Το 1947 είχε έρθει η ώρα της εξορίας και των διωγμών. καρία, Μακρόνησος, Άη Στράτης, για επτά ολόκληρα χρόνια. Στη βιογραφία του μεγάλου ηθοποιού υπάρχει ένας συγκλονιστικός διάλογος με τη μητέρα του, από εκείνα τα δύσκολα χρόνια της εξορίας και των διώξεων.

– Τι είναι Μανόλη;

– Θες να ‘ρθω στο σπίτι, μάνα;

– Πώς θα ‘ρθεις;

– Ε… θα υπογράψω και θα ‘ρθω

– Ιντα να υπογράψεις;

– Δήλωση

– Ιντα δήλωση;

– Οτι δεν είμαι αυτό που είμαι…

– Και δεν είσαι;

– Είμαι

– Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…

Ο Μάνος Κατράκης επέστρεψε στην Αθήνα το 1952. Εργάζεται περιστασιακά στο ραδιόφωνο ενώ καταφέρνει να πάρει και κάποιους μικρούς ρόλους στο θέατρο. Σιγά σιγά αρχίζει πάλι να κερδίζει το χαμένο έδαφος. Το 1972 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο και πρωταγωνίστησε στον Οθέλλο και τον Δον Κιχώτη, και στην Επίδαυρο στον Οιδίποδα Τύραννο (1973) και στον Προμηθέα Δεσμώτη (1974). Στον κινηματογράφο, πραγματικά κυριαρχεί, με την εμβληματική του φιγούρα αλλά πάντα θα ξεχωρίζουν οι συμμετοχές του στη «Συνοικία το όνειρο» το 1961 και στην «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη την αμέσως επόμενη χρονιά. Στο «Ταξίδι στα Κύθηρα», το 1984, ο Κατράκης παίζει βαριά άρρωστος, χτυπημένος από καρκίνο των πνευμόνων. Λίγες ημέρες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων άφησε την τελευταία του πνοή.