Μενού
  • Α-
  • Α+

Οσοι δεν έχουν και τις καλύτερες σχέσεις με την ιστορία θεωρούν πως μετά την Επανάσταση του 1821 και μέσα σε λίγα χρόνια, σχεδόν τα πάντα λειτουργούσαν μια χαρά στην Ελλάδα. Αυτό, ωστόσο, απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Για πάρα πολλά χρόνια η χώρα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, να βρει έναν βηματισμό. Αλλά οι δυσκολίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως μόλις 22 χρόνια μετά τον ξεσηκωμό η Ελλάδα πτώχευσε και αναγκάστηκε να υπογράψει μνημόνιο με τους πιστωτές της. Ναι, υπήρχαν από τότε αυτά. Μια ημέρα σαν σήμερα, ωστόσο, η 3η Σεπτεμβρίου του 1843, ήταν μια ιστορική ημέρα.

Από την Επανάσταση στη χρεοκοπία

Ήταν 25 Ιανουαρίου 1833 όταν ο αμούστακος Όθων έφτανε στο Ναύπλιο προκειμένου να αναλάβει τη Βασιλεία της Ελλάδας. Ο βασανισμένος και ταλαιπωρημένος από πολέμους και εγχώριες συγκρούσεις λαός ήθελε τη σταθερότητα και έτσι τον υποδέχθηκε θερμά. Στο νεανικό πρόσωπο του Βαυαρού έβλεπαν τον άνθρωπο που θα μπορούσε να φέρει τη σταθερότητα στον τόπο η οποία είχε διαταραχθεί από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο «μήνας του μέλιτος», ωστόσο, έληξε πάρα πολύ γρήγορα. Αποδείχθηκε στην πράξη πως ο Όθωνας ήταν απλά ο άνθρωπος που με σκληρό και απόλυτο τρόπο εφάρμοζε στην Ελλάδα τις πολιτικές που ήθελαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Ο βασιλιάς κυβερνούσε ως απόλυτος μονάρχης, χωρίς να λογοδοτεί πουθενά («ελέω θεού μοναρχία») και η αγανάκτηση ολοένα και φούντωνε.

Περίπου 10 χρόνια μετά την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα, η χώρα αδυνατούσε να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα ανακοίνωσε στις τρεις προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) πως δεν μπορεί να αποπληρώσει τα τοκοχρεολύσια του δανείου των 60.000.000 φράγκων για το εξάμηνο που έληξε την 1η Μαρτίου. Έτσι η Ελλάδα, θα πτωχεύσει και θα αναγκαστεί να υπογράψει ένα... «μνημόνιο»! Τότε βέβαια δεν το έλεγαν έτσι αλλά και πάλι επρόκειτο για μια δυσβάστακτη οικονομική συμφωνία που περιλάμβανε μείωση των κρατικών δαπανών, περικοπές μισθών και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αθρόες αποστρατεύσεις αξιωματικών (όχι όμως και των Βαυαρών) και κλείσιμο πρεσβειών.

Ήταν ξεκάθαρο, πλέον, πως ο Όθωνας δεν μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση και η σε βάρος του δυσαρέσκεια ολοένα και μεγάλωνε. Ήταν δεδομένο πως πλέον είχαν ωριμάσει οι συνθήκες, ώστε, να υπάρξει στην Ελλάδα ένα Σύνταγμα. Το ζήτημα είχε τεθεί από μέλη του Αγγλικού και του Γαλλικού Κόμματος ήδη από την εποχή του Καποδίστρια. Σύνταγμα ζητούσαν και οι αγωνιστές του 21 αλλά και οι πρόκριτοι. Σύνταγμα ζητούσε και ο απλός λαός αν και οι περισσότεροι (απλοί χωρικοί, χωρίς μόρφωση) δεν ήξεραν τι ακριβώς είναι. Θεωρούσαν πως χειρότερο από την «ελέω θεού μοναρχία» του Όθωνα αποκλείεται να είναι.

Κάπως έτσι ζυμώθηκε η ιδέα της διεκδίκησης ενός Συντάγματος. Όπως αποδείχθηκε, μάλιστα, κάποια δεν είχαν μείνει μόνο στη ζύμωση αλλά είχαν προχωρήσει και μερικά βήματα παρακάτω αφού παρασκηνιακά είχαν εργαστεί, ώστε, να έρθει η κατάλληλη στιγμή και ο Όθωνας ουσιαστικά να βρεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων.

Από τη χρεοκοπία στην Επανάσταση

Η κατάλληλη αυτή στιγμή είχε οριστεί η 25η Μαρτίου 1844. Τότε, για λόγους συμβολικούς όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, είχε οριστεί να ξεσπάσει το στρατιωτικοπολιτικό κίνημα το οποίο θα απαιτούσε από τον Όθωνα την παραχώρηση Συντάγματος. Το κίνημα ήταν προϊόν συνωμοσίας μιας χούφτας ανθρώπων: του Κεφαλλονίτη αγωνιστή και διπλωμάτη Ανδρέα Μεταξά και Μιχαήλ Σούστου (Ρωσικό Κόμμα), του Αιγιώτη αγωνιστή Ανδρέα Λόντου (Αγγλικό Κόμμα) και του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη και του Ρήγα Παλαμήδη (Γαλλικό Κόμμα). Αργότερα, μυήθηκαν και στρατιωτικοί, όπως ο συνταγματάρχης του Ιππικού Δημήτριος Καλλέργης, τον οποίο οι συνωμότες πέτυχαν να μεταθέσουν από το Ναύπλιο στην Αθήνα, ο συνταγματάρχης Σπυρομήλιος που ήταν διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και ο συνταγματάρχης Σκαρβέλης που ήταν διοικητής του πεζικού.

Η 25η Μαρτίου, ωστόσο, αποδείχθηκε μακρινή ημερομηνία δεδομένου πως ήδη κάποιες κινήσεις των κινηματιών είχαν μαθευτεί στο παλάτι που άρχισε να λαμβάνει μέτρα. Έτσι η εκδήλωση του κινήματος επισπεύσθηκε και ορίστηκε για την 1η Σεπτεμβρίου. Τελικά, οι εμπλεκόμενοι αναγκάστηκαν να ματαιώσουν για μια ημέρα το εγχείρημά τους αφού το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη περικυκλώθηκε από αποσπάσματα που έστειλε εκεί ο Όθωνας. Τελικά, και μην μπορώντας να περιμένουν άλλο, αργά το βράδυ της 2ας Σεπτεμβρίου το κίνημα εκδηλώθηκε.

Ξημερώματα, πλέον, της 3ης Σεπτεμβρίου η Φρουρά των Αθηνών, που στρατοπέδευε στο Μοναστηράκι, στασίασε και με αρχηγό τον Δημήτριο Καλλέργη παρατάχθηκε στην πλατεία μπροστά από τα ανάκτορα (κτίριο της σημερινής Βουλής). Την ίδια ώρα, πλήθος κόσμου με επικεφαλής τον Ιωάννη Μακρυγιάννη που είχε καταφέρει να σπάσει την πολιορκία στο σπίτι του, κατέφθασε μπροστά από τα ανάκτορα, φωνάζοντας «Ζήτω το Σύνταγμα».

Ο Όθωνας εκείνη την ώρα βρισκόταν ακόμα στο γραφείο του. Ένας αξιωματικός των κινηματιών εισήλθε στα ανάκτορα και του ανακοίνωσε την επανάσταση του στρατού. Ο βασιλιάς απέστειλε προς τους επαναστάτες τον Υπουργό των Στρατιωτικών για να πληροφορηθεί και επισήμως τα αιτήματά τους, αλλά αυτοί τον... συνέλαβαν! Λέγεται πως η Αμαλία ήταν αυτή που είπε στον Όθωνα να ακούσει τους κινηματίες και να τους δώσει αυτά που ζητάνε.

Ο βασιλιάς εμφανίστηκε στο τέταρτο παράθυρο, δεξιά των Προπυλαίων, πάνω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και άνοιξε διάλογο με τον έφιππο Καλλέργη, ο οποίος του εξήγησε ότι λαός και στρατός απαιτούν την άμεση σύγκληση Εθνοσυνέλευσης για την κατάρτιση Συντάγματος. Ο βασιλιάς προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και υποσχέθηκε την εκπλήρωση του αιτήματος την επομένη αρκεί να έφευγαν όλοι μπροστά από τα ανάκτορα και επέστρεφαν με τάξη στα σπίτια τους. Ο Καλλέργης ήταν ανένδοτος και ζήτησε την άμεση αποδοχή του αιτήματος, ενώ αξίωσε ακόμη την παραίτηση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό κυβέρνησης που θα απολάμβανε την εμπιστοσύνης του λαού και την αποπομπή των Βαυαρών από τη δημόσια διοίκηση.

Αντιλαμβανόμενος πως είναι απομονωμένος, ο Όθωνας, τα ξημερώματα πλέον, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών και τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας υπέγραψε τα αναγκαία διατάγματα για τη σύγκληση Εθνοσυνελεύσεως. Το κίνημα, που ήταν αναίμακτο, έληξε και τυπικά γύρω στις 3 το μεσημέρι, όταν το συγκεντρωμένο πλήθος διαλύθηκε και οι στρατιώτες επέστρεψαν στη βάση τους στο Μοναστηράκι.