Μενού
  • Α-
  • Α+

Η Τρούμπα. «Η πιο ζόρικη διαδρομή, για τους ανυποψίαστους», όπως έγραφε ο Διονύσης Χαριτόπουλος στον πρόλογο του βιβλίου του «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι», θέλοντας να περιγράψει το τι περίμενε κάποιον όταν περπατούσε «στις σκληρές γειτονιές Τρούμπα, Δραπετσώνα, Ταμπούρια, Καμίνια, Κοκκινιά, Πέραμα και τα άγρια Μανιάτικα σφηνωμένα ανάμεσα σε βράχια και λασπόνερα». Ή όπως έγραφε η Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της «η Τρούμπα», με μια πιο «λυρική» γραφή: «Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα από τα πιο όμορφα λιμάνια της Μεσογείου, τον Πειραιά, υπήρχε μια συνοικία, που ήταν το καμάρι του και η… ντροπή του». Τα μεσάνυχτα της 12ης Σεπτεμβρίου 1967 τα «κόκκινα φανάρια» της έσβησαν για πάντα και μια νέα εποχή ξεκίνησε για την περιοχή.

Η εποχή που η Τρούμπα έχτισε το μύθο της και τα «αμερικανάκια»

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τρούμπα είναι η συνοικία του Πειραιά που βρίσκεται στο δυτικό κομμάτι της Τερψιθέας. Κέντρο της θεωρούταν η οδός Νοταρά και «βοηθητικοί δρόμοι» η Φίλωνος και η Κολοκοτρώνη. Η Τρούμπα, λοιπόν, άρχισε να «μεγαλώνει» από το 1937 και έπειτα. Αυτό που σήμερα γνωρίζουμε (μέσα από διηγήσεις, βιβλία, τραγούδια και ταινίες) διαμορφώθηκε από το 1944 και έπειτα, για να γιγαντωθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και τελικά να «σβήσει» το 1967. Πριν την Τρούμπα υπήρχαν τα Βούρλα της Δραπετσώνας. Σε εκείνη την περιοχή λειτούργησε το 1852 το πρώτο «σπίτι». Μέσα στα επόμενα χρόνια στην περιοχή άρχισαν ν’ ανοίγουν κι άλλα «σπίτια» αλλά το πλήρωμα του χρόνου ήρθε το 1937. Τα σπίτια κλείνουν με απόφαση της Μεταξικής δικτατορίας με σκοπό την καταπολέμηση της… «ασωτίας».

Βέβαια, καμία «ασωτία δεν καταπολεμήθηκε. Απλά τα «σπίτια» από το ένα μέρος, πήγαν στο άλλο. Και αυτό το «άλλο» μέρος ήταν η Τρούμπα, μόλις λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα από την αρχική τους τοποθεσία, δηλαδή.

Η περιοχή άρχισε να γεμίζει «σπίτια» μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ενδεικτικό πως σύμφωνα με επίσημα στοιχεία στα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα «σπίτια» είχαν περίπου 500 δηλωμένες γυναίκες κάθε ηλικίας! Οι συνθήκες εργασίας για τις γυναίκες (κυρίως όσες ημέρες βρισκόταν στον Πειραιά οι Αμερικανοί ναύτες του 6ου στόλου) ήταν εντελώς απάνθρωπες. Ήταν αναγκασμένες να συνευρίσκονται ακόμα και με 50 άνδρες μέσα στο 12ωρο (10 το πρωί με 10 το βράδυ). Όσες δεν υπάκουαν στις εντολές των νταβατζήδων ξυλοκοπούνταν άγρια για να... μην το ξανακάνουν. Οι γυναίκες έκαναν τα πάντα (από αγοραίο έρωτα μέχρι κολπάκια με τα ποτά) για να αδειάζουν τα πορτοφόλια των ναυτών. Κάπως έτσι βγήκε η έκφραση «με έπιασε Αμερικανάκι»! Όταν δεν ήταν οι ναύτες του Στόλου στον Πειραιά ο αγοραίος έρωτας κόστιζε 27 δραχμές. Όταν έβγαιναν τα «Αμερικανάκια» για βόλτα στην Τρούμπα, όμως, η τιμή γινόταν 55 δραχμές! Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, η τιμή εκτοξευόταν στο τριπλάσιο ή και τετραπλάσιο.

Το «Τζων Μπουλ», το «Μπλακ Κατ», «το Λίμπερτυ Μπαρ», το «Αρζεντίνα», το «Κιτ Κατ», το «Σανγκάι», το «Μοκάμπο», το «Πουέρτο Ρίκο», το «Μιλάνο» καθώς και το «45 Γιάννηδες», ήταν μερικά από τα νυχτερινά κέντρα. Υπήρχαν και πολλά ξενοδοχεία, όπως το «Λουξ», το «Μαξίμ», το «Αλεξάνδρεια», το «Παράδεισος» και το «Αίγυπτος». 

Η νύχτα που έσβησαν τα «κόκκινα φανάρια»

Η «μυρωδιά» της Τρούμπας ήταν η μυρωδιά του χασισιού και του αγοραίου έρωτα. Τα μαχαιρώματα, οι τσαμπουκάδες, οι παράνομες λέσχες και τα ζάρια στην άκρη του πεζοδρομίου, ήταν καθημερινές εικόνες σε αυτή την άγρια γειτονιά. Βέβαια, υπήρχε και η άλλη πλευρά. Αυτή της μάχης για την επιβίωση σε εποχές δύσκολες. Οι πραγματικοί έρωτες. Η αίσθηση της γειτονιάς και το δέσιμο των ανθρώπων της.

Στο τέλος της εμβληματικής ταινίας «τα κόκκινα φανάρια» σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη υπάρχει μια σκηνή προφητική! Η ταινία αυτή (παραγωγής 1963) που έφτασε να διεκδικεί μέχρι και Όσκαρ στην 36η τελετή απονομής το 1964, είχε πρωταγωνιστές την Τζένη Καρέζη, την Κατερίνα Χέλμη, τη Δέσπω Διαμαντίδου, τη Μαίρη Χρονοπούλου, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και βέβαια τον Γιώργο Φούντα, «έκλεινε» με μια σκηνή που ουσιαστικά περιγράφει κάτι που θα γινόταν στην πραγματικότητα τρία χρόνια αργότερα!

Μόλις πέντε μήνες μετά την επιβολή της δικτατορίας ο χουντικός Δήμαρχος Πειραιά, Αριστείδης Σκυλίτσης, αποφασίζει να «καθαρίσει» την Τρούμπα και δίνει εντολή να αδειάσουν «σπίτια», μπαρ και ξενοδοχεία. Το Συμβούλιο Ασφαλείας που απαρτιζόταν τότε από τον διορισμένο νομάρχη, έναν εισαγγελέα, τον Πρόεδρο Πρωτοδικών, έναν εκπρόσωπο του στρατιωτικού διοικητή, από τον διοικητή του Τμήματος Ηθών και από τον Διευθυντή της Αστυνομίας  έδωσε προθεσμία τριών ημερών στους οίκους ανοχής να κλείσουν. Η προθεσμία εξέπνεε ακριβώς τα μεσάνυχτα της 12ης Σεπτεμβρίου. Εκείνο το βράδυ η Τρούμπα έπαψε να υπάρχει. Κάποιες γυναίκες αποφάσισαν ν’ αλλάξουν ζωή, κάποιες άλλες ακολούθησαν τους νταβατζήδες τους σε άλλες περιοχές και νέα «σπίτια» ενώ μάγκες, τζογαδόροι και χασισοπότες βρήκαν άλλα στέκια προς το κέντρο της Αθήνας. 

Η απόφαση της χούντας για κλείσιμο της Τρούμπας πάρθηκε προκειμένου να προστατευθούν τα «ελληνοχριστιανικά ιδεώδη» όπως διατείνονταν τότε οι συνταγματάρχες και οι άνθρωποι τους. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως το «καθάρισμα» της Τρούμπας ήταν απαίτηση ξένων και ντόπιων μεγάλων ναυτιλιακών και εφοπλιστικών εταιρειών που εγκαταστάθηκαν σε εκείνο το κομμάτι του Πειραιά εκείνη την περίοδο καθώς εκμεταλλεύτηκαν τις χαμηλές τιμές που υπήρχαν τότε στην αγορά.

Τελικά, τι ήταν η Τρούμπα; Ήταν πολλά πράγματα. Όχι μόνο ένα. Όπως έγραψε στο βιβλίο του «Βούρλα - Τρούμπα, Μια περιήγηση στο χώρο του υποκόσμου και την πορνείας του Πειραιά (1840-1968)», ο λαογράφος και συγγραφές Βασίλης Πισιμίσης: «για την Εκκλησία ήταν ο τόπος της ακολασίας. Για το Κράτος η ανήθικη τροχοπέδη στο έργο του. Για τους καθωσπρέπει κατοίκους η ντροπή του Πειραιά. Για τους ναυτικούς τόπος διασκέδασης και κραιπάλης. Για τους έφηβους η μύηση στον έρωτα. Για τις πόρνες το καταφύγιο από την περιφρόνηση της κοινωνίας»...