Μενού
  • Α-
  • Α+

Μπορεί κάποιος να τα πει «κατοχικά δάνεια». Μπορεί και να τα πει «η μεγάλη λεηλασία της ελληνικής οικονομίας». Το ίδιο πράγμα θα είναι. Και στο τέλος, βέβαια, η ίδια θα είναι και η κατάληξη. Η Ελλάδα δεν πρόκειται να πάρει δραχμή τσακιστή. Ή μάλλον, ούτε... μάρκο τσακιστό. Και για να σας προλάβουμε, επειδή ούτε δραχμές υπάρχουν πλέον, ούτε μάρκα, η χώρα μας δεν πρόκειται να πάρει ούτε ευρώ τσακιστό. Για τους Γερμανούς, άλλωστε, μεταπολεμικά το αφήγημα είναι το ίδιο. «Ναι, αναγνωρίζουμε τα εγκλήματα που έκαναν οι Ναζί στην Ελλάδα αλλά η μεταπολεμική Γερμανία δεν έχει σχέση με αυτά». Τελικά, το «κράτος δεν έχει συνέχεια». 'Η τέλος πάντων έχει αλλά όχι σε αυτή την περίπτωση. Η πικρή ιστορία με τα «κατοχικά δάνεια» συμπληρώνει σήμερα 78 χρόνια. Και μάλλον θα συμπληρώσει άλλα τόσα χωρίς να υπάρχει κάποια εξέλιξη...

Τι είναι τα «κατοχικά δάνεια»

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εκτός από την κάλυψη των δαπανών για τη διαβίωση των γερμανικών στρατευμάτων, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να δώσει στους Γερμανούς ένα σημαντικό ποσό ως δάνειο, μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε και για τον πόλεμο στη Βόρεια Αφρική. Αλλά ας μιλήσουμε με νούμερα. Με  την εγκατάσταση των κατοχικών στρατευμάτων στην  Ελλάδα  οι Γερμανοί  απαίτησαν από την ελληνική  τότε  κυβέρνηση συνεργασίας, να καταβάλει μηνιαίως αρχικά 25  εκατομμύρια  γερμανικά  μάρκα,  που αντιστοιχούσαν σε 1,5  δισεκατομμύριο  δραχμές, για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.

Στις 14.3.1942 τερματίζεται η Συνδιάσκεψη της Ρώμης με την υπογραφή και του κατοχικού δανείου. Τη σύμβαση υπέγραψαν οι πληρεξούσιοι της Ιταλίας και της Γερμανίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Γκίτζι και Αλτενμπουργκ. Στους άμεσα ενδιαφερόμενους, στην Ελλάδα δηλαδή, η συμφωνία ανακοινώθηκε... εννέα ημέρες μετά. Σύμφωνα με αυτήν:

  • Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ., ποσό το οποίο θα κατανέμεται εξίσου μεταξύ των δύο Δυνάμεων Κατοχής (άρθρο 2).
  • Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται ως δάνειο στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας σε δραχμές άτοκες (άρθρο 3).
  • Η επιστροφή των δανειακών αναλήψεων θα γίνει αργότερα (άρθρο 4).

Αυτή η απαίτηση, κατ’ αυτούς, ήταν και δίκαιη και συνηθισμένη, γιατί από το 1899 μέχρι 1907 οι  Ευρωπαίοι  συζητούσαν στη Χάγη, για τους  κανόνες του χερσαίου πολέμου, ώστε είχε καθιερωθεί στο διεθνές δίκαιο οι κατεχόμενες χώρες να καταβάλουν τα έξοδα των στρατευμάτων κατοχής  (Frankfurter Allgemeine Zeitung, S. 2,  16-3-15).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο αδηφάγος πληθωρισμός εξανέμισε το ποσό του 1,5 δισ. δρχ. και τελικά η συμφωνία από 2 Δεκεμβρίου 1942 θα τροποποιηθεί «κοινή συναινέσει». Έτσι το 1,5 δισ. δρχ. θα γίνει 8 δισ., τα οποία θα αναπροσαρμόζονται με κινητή τιμαριθμική κλίμακα από τα αγαθά που κατονομάζει. Επομένως, τα άνω των 8 δισ. δρχ. ποσά, όπως αυτά προσδιορί­ζονται από την τροποποίηση, θα χρεώνονται ως δάνειο. Τα δανειακά ποσά που ήδη είχαν πάρει, όπως και αυτά που θα πάρουν μέχρι την 31.3.1943, θα αρχίσουν να εξοφλούνται από τον Απρίλιο του 1943 με άτοκες δόσεις. Συνεπώς, το αρχικό αναγκαστικό δάνειο μεταπίπτει σε κανονικό συμβατικό δάνειο και τα ποσά είναι σε σταθερό νόμισμα.

Όπως σημειώνει ο Μανώλης Γλέζος στο βιβλίο του «Και ένα μάρκο να ήταν», οι Γερμανοί πρωταγωνίστησαν στη διαδικασία απομύζησης του πλούτου των Ελλήνων, «υποχρεώνοντας» τον Μουσολίνι να παραπονεθεί ότι «ο Χίτλερ πήρε από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους»! Συνέπεια των παραπάνω μεθοδεύσεων αρπαγής του πλούτου του ελληνικού λαού ήταν η διακοπή της ομαλής λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, η πλήρης ανατροπή της σταθερότητας του νομίσματός της, η διάλυση του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού, η πείνα και ο θάνατος. Είναι η εποχή που το Λονδίνο είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα με στόχο να πλήξει την οικονομία του Αξονα, αλλά και να υποκινήσει στην Ελλάδα την αντίσταση.

Η υποτιθέμενη παραίτηση του Καραμανλή

Αξίζει να σημειωθεί πως το κατοχικό ή αναγκαστικό «δάνειο» αποτελεί μια ξεχωριστή πτυχή από τις γενικές επανορθώσεις που διεκδικεί η χώρα μας, τη λεηλασία προσωπικών περιουσιών και την αποζημίωση για το ολοκαύτωμα χωριών. Το δάνειο, δηλαδή, δεν αποτελεί ούτε επανόρθωση ούτε αποζημίωση.

Πάγια θέση των Γερμανικών κυβερνήσεων πάντως είναι πως «η Γερμανία μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει καταβάλει στις πληγείσες χώρες μεγάλα ποσά για επανορθώσεις, σύμφωνα με το γενικό διεθνές δίκαιο, που χρησιμοποιήθηκαν για την αποζημίωση των υπηκόων τους. Με αυτές τις επανορθώσεις και άλλες  συνεισφορές καλύφθηκε το πολλαπλάσιο του ποσού  των 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που είχε προβλεφθεί στη σύνοδο της Γιάλτας, ως αποζημιώσεις. Πέραν τούτου, επανορθώσεις, 60 χρόνια μετά τον πόλεμο, δεν υπάρχουν στην πράξη του διεθνούς δικαίου και γι’ αυτό θεωρούνται ιδιαίτερη περίπτωση».

Το  όλο θέμα  του κατοχικού δανείου των Ελλήνων  βρίσκεται στο φάκελο «R27320», 251 σελίδων, που σήμερα βρίσκεται στα αρχεία του γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Το παράξενο σε αυτήν την υπόθεση είναι ότι ο εν λόγω φάκελος έχει τίτλο «Sonderbevollmächtiger Südost» (περιφραστικά = Νοτιοανατολικός  Ιδιαίτερος  Πληρεξούσιος) και συντάχθηκε τις ημέρες που η ναζιστική Γερμανία κατέρρεε. Στην πραγματικότητα συντάχθηκε στις 12 Απριλίου του 1945, δηλαδή 18 μέρες πριν την αυτοκτονία του Χίτλερ και με τον Κόκκινο Στρατό να βρίσκεται ήδη στα προάστια του Βερολίνου.

Μια εύλογη ερώτηση που προκύπτει αβίαστα είναι «μα καλά, το Γ΄ Ράιχ κατέρρεε και οι ναζί έκαναν γραφειοκρατική δουλειά για ένα δάνειο από την Ελλάδα»; Η απάντηση είναι «ναι» διότι αφενός δεν πίστευαν πως το ναζιστικό καθεστώς θα εξαφανιστεί και αφετέρου ως κράτος θεωρούσαν πως έπρεπε να επιστρέψουν αυτά που πήραν. Ο Ξενοφών Ζολώτας, άλλωστε, είχε αποκαλύψει (Ο απόρρητος φάκελος του δανείου, «Το Βήμα», 2 Ιουνίου 1991) ότι «ακόμα και ο ίδιος ο Χίτλερ όχι μόνο είχε αναγνωρίσει τα δάνεια του Γ' Ράιχ από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά είχε δώσει εντολή και είχε αρχίσει η διαδικασία εξόφλησής τους».

Μια ημέρα σαν σήμερα το 1944, ο υφυπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, Άγγελος Αγγελόπουλος, σε συνέντευξή του στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφέρεται για πρώτη φορά στα κατοχικά «δάνεια», το ύψος των οποίων φτάνει τις 38.000.000 χρυσές λίρες Αγγλίας, δηλαδή 80.280.000.000 νέες δραχμές ή 500 πεντάκις εκατομμύρια κατοχικές δραχμές. Η πρώτη επίσημη ανακίνηση του θέματος του «δανείου», ωστόσο, έγινε το 1964, με εντολή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, και πάλι από τον καθηγητή Άγγελο Αγγελόπουλο σε φορολογικό συνέδριο στο Αμβούργο. Ο διευθυντής του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Ράινχαρτ του απάντησε ότι το 1958 η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε παραιτηθεί από τις αξιώσεις για το κατοχικό δάνειο με αντάλλαγμα γερμανικό δάνειο 200 εκατ. μάρκων! Όταν ο Αγγελόπουλος ερεύνησε το θέμα στους εμπιστευτικούς φακέλους των συνομιλιών Αντενάουερ – Καραμανλή δε βρήκε πουθενά αναφορά σε παραίτηση Καραμανλή. Τότε και οι Γερμανοί το «γύρισαν» και είπαν πως η παραίτηση ήταν... προφορική!