«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να 'ναι κι από αίμα. Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα». Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε το ποίημα. Ο Χρήστος Λεοντής το μελοποίησε. Ο Νίκος Ξυλούρης το τραγούδησε. Ο Νίκος Γόδας, πολλά χρόνια νωρίτερα απ' όλα αυτά, το είχε κάνει πράξη με τον τρόπο ζωής μα πάνω απ' όλα με τον τρόπο που πέθανε. Που εκτελέστηκε.
Στις 19 Νοεμβρίου 1948. Και δε ζήτησε τίποτα για το τέλος. Μόνο να φορέσει τη φανέλα του Ολυμπιακού. Την κόκκινη. Την αγαπημένη. Εκείνη που είχε μάθει να τιμά με ιδρώτα και γκολ. Τη φόρεσε σαν πανοπλία, σαν δήλωση πως, ακόμη και αν το μετεμφυλιακό κράτος τον οδηγούσε στο τέλος, δεν μπορούσε να του αφαιρέσει την αξιοπρέπεια, ούτε την ομάδα που λάτρεψε.
Και μετά τους πυροβολισμούς η φανέλα έμεινε να ανεμίζει στον άνεμο σαν τελευταία κόκκινη σπίθα σε μια εποχή βαριά, γεμάτη φόβο και διχασμό.
Και έτσι ο Γόδας πέρασε στην αιωνιότητα: όχι μόνο ως ποδοσφαιριστής, ούτε μόνο ως ήρωας, αλλά ως ένας Άνθρωπος που διάλεξε να φύγει όπως έζησε: Με περηφάνια, με αξιοπρέπεια, με πίστη, και πάντα με τα χρώματα του Ολυμπιακού στο στήθος.
Μια ζωή αφιερωμένη στους αγώνες
Ο Νίκος Γόδας γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί. Με την καταστροφή της Σμύρνης η οικογένεια του πέρασε στην Ελλάδα. Πρώτα Μυτιλήνη, μετά Κρήτη και τέλος Πειραιάς. Το σπίτι της οικογένειας ήταν στην Κοκκινιά.
Αν και ανήλικος ο Γόδας έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο του Κεραμεικού, το οποίο έφτιαχνε κεραμικά. Το εργοστάσιο αυτό βρισκόταν στη συμβολή των οδών Πειραιώς και Φαλήρου εκεί που σήμερα υπάρχει το εργοστάσιο της Ελαΐς, μια ανάσα, δηλαδή, από το γήπεδο Καραϊσκάκη!
Ο Νίκος Γόδας έπαιζε μπάλα με την ομάδα του εργοστασίου. Γρήγορα, όμως, μαγνήτισε τα βλέμματα των ανθρώπων του Ολυμπιακού οι οποίοι του πρότειναν να υπογράψει δελτίο σε ηλικία 17 ετών! Ο Γόδας αρχίζει και καθιερώνεται με τον Ολυμπιακό όπου ξεχώρισε παίζοντας στο δεξί άκρο της επίθεσης των Πειραιωτών.
Οι συμπαίκτες του τον έλεγαν «καλλιτέχνη» γιατί διάθετε ένα σπάνιο ταλέντο και θεωρούταν ένα από τα μεγαλύτερα ανερχόμενα αστέρια της χώρας.
Παράλληλα, με το ποδόσφαιρο ο Γόδας είχε ανοίξει ένα ρεμπέτικο μαγαζί με το όνομα «τα αραπάκια» όπου εμφανίστηκαν ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης ενώ εκεί είχε πρωτοζητήσει δουλειά ο Μανώλης Χιώτης.
Όταν ο πόλεμος έριξε βαριά τη σκιά του πάνω από την Ελλάδα, ο Νίκος Γόδας οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση ως μέλος του 5ου Επίλεκτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά.
Ο Γόδας πήρε μέρος και στην κρισιμότατη Μάχη της Ηλεκτρικής στο Κερατσίνι. Οι Γερμανοί πριν αποχωρήσουν ήθελαν να ανατινάξουν το εργοστάσιο της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι. Αυτό δεν ήταν αυτό ένα απλό εργοστάσιο. Δεν ήταν ένα από τα πολλά.
Ήταν η σημαντικότερη ενεργειακή μονάδα της χώρας και αυτή που αποκλειστικά τροφοδοτούσε με ρεύμα ολόκληρο το λεκανοπέδιο. Πιθανή καταστροφή του πως για άγνωστο (αλλά σίγουρα μεγάλο) χρονικό διάστημα η πρωτεύουσα θα έμενε χωρίς ρεύμα, τα εργοστάσια δεν θα δούλευαν, θα «παγωναν» ΗΣΑΠ και Τραμ ενώ και το λιμάνι θα υπολειτουργούσε. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η μάχη που προετοιμαζόταν ήταν ζωτικής σημασίας.
Σε εκείνη την κρίσιμη μάχη συμμετείχαν τόσο ο Νίκος Γόδας (βρισκόταν στα πολυβολεία), ο μετέπειτα άσος του Ολυμπιακού Ανδρέας Μουράτης και βέβαια ο πατέρας του Θανάση Βέγγου, ο ηρωικός Βασίλης Βέγγος ο άνθρωπος που ειδοποίησε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ πως οι Γερμανοί ετοιμάζονται να ανατινάξουν το εργοστάσιο και στη συνέχεια βέβαια ξεχώρισε για τον ηρωισμό του στη Μάχη της Ηλεκτρικής, ωστόσο, αμέσως μετά την απελευθέρωση, το «ευχαριστώ» ήταν η... απόλυσή του!
Στις 7 Μαρτίου του 1944 πήρε μέρος στη μάχη της Κοκκινιάς. Τα ματωμένα Δεκεμβριανά τον βρήκαν να πολεμά τους Άγγλους στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά.
Στη συνέχεια ο Γόδας έφυγε από την Αθήνα και βγήκε στο βουνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στο Βελούχι αλλά μια ισχυρή πνευμονία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αθήνα. Ήταν λίγο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας και το κλίμα δεν ήταν καλό για τους ηττημένους. Αδύναμος και χωρίς άλλα κουράγια, συνελήφθη μετά από «καρφωτή».
Η συνέχεια δεδομένη. Φυλακές Αβέρωφ, Αίγινα και τέλος Κέρκυρα. Ακόμα και μέσα στη φυλακή, όμως, ο Γόδας δεν εγκατέλειψε τη μεγάλη του αγάπη για το ποδόσφαιρο και τον Ολυμπιακό. Έπαιξε μπάλα στην ομάδα που είχε δημιουργηθεί από τους φυλακισμένους στην Αίγινα, ενώ στο κελί του, σε ένα καρφί έχει κρεμασμένη την ερυθρόλευκη, ριγωτή φανέλα.
Η δίκη παρωδία και η εκτέλεση
Ο Γόδας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη του «Ασύλου της Κοκκινιάς». Η δίκη έγινε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1945 και σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού ήταν ένας από τους αντάρτες που εκτέλεσαν δεκάδες πολιτικούς τους αντιπάλους.
Ταγματασφαλίτες και πάσης φύσεως συνεργάτες των κατακτητών που, πλέον, εμφανίζονταν ως εθνικόφρονες πατριώτες ήταν οι μάρτυρες κατηγορίας.
Η δίκη ήταν μία παρωδία. Τέτοια παρωδία που ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, καταξιωμένος νομικός, καθηγητής του Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και ηγετικό στέλεχος του Λαϊκού Κόμματος, παραιτήθηκε από συνήγορος των κατηγορουμένων. Έγραψε, μάλιστα, στον συνάδελφό του Σταύρο Κανελλόπουλο, και μία επιστολή – διαμαρτυρίας σύμφωνα με την οποία:
«Το θέαμα σμήνους γυναικών κραυγαζουσών, λιποθυμουσών διηνεκώς και τους συνηγόρους απειλουσών, ούτω δε ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΥΣΩΝ την διαδικασίαν, δια πρώτη φοράν συνήντησα κατά την τεσσαρακονταπενταετή δικηγορίαν μου. Σου ομολογώ ότι υπό τοιαύτας συνθήκας αισθάνομαι ότι είναι αδύνατον να εκτελέσω το καθήκον μου, όπως αντιλαμβάνομαι τούτο, και όπως συνηθίζω να το εκτελώ (…) Είναι περιττόν να σου δηλώσω ότι ευρίσκομαι εις το πλευρόν σου ως και των λοιπών συναδέλφων της υπερασπίσεως».
Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ωστόσο, ο Νίκος Γόδας έπεσε θύμα της ίδιας του της φήμης. Κανείς από τους μάρτυρες στη δίκη δεν τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα ως δολοφόνο. Κανείς δεν είπε πως «ναι, τον είδα να εκτελεί». Όλοι, όμως, ήξεραν το όνομα του και αυτό όπως αποδείχθηκε έκανε κακό στον επιθετικό των ερυθρόλευκων. «Ο Γόδας όσον άριστος ποδοσφαιριστής ήτο, τόσον και άριστος εκτελεστής», είχε πει ένας μάρτυρας χωρίς να δώσει κάποια λεπτομέρεια.
Ένας άλλος μάρτυρας κατηγορίας υποστήριξε, σχετικά με έναν αδελφό του που λόγω προδοτικής στάσης κινδύνεψε με λιντσάρισμα από πλήθος λαού: «Ο (…) και ο Γόδας πήραν τον αδελφό μου και ήκουσα να τον ξυλοκοπούν, εις ερώτησίν μου δε διατί τον δέρνουν ο Γόδας μού έδωσε μια κλωτσιά και έφυγε». Άλλος που είχε πιαστεί από ΕΛΑΣίτες ανέφερε αόριστα ότι «(…), ο δε Γόδας (ήταν) αρχηγός ομάδας» και τον είχε ακούσει, είπε, να φωνάζει, για προδότες που οδήγησαν σε συλλήψεις, βασανισμούς και εκτελέσεις αγωνιστών, πως «όποιος έχει βουτήξει τα χέρια στο αίμα θα το πληρώση εδώ».
Ενωμοτάρχης της Ειδικής Ασφάλειας κατέθεσε ως τεκμήριο εγκληματικής δράσης του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού: «Στο θάλαμο όπου μας έκλεισαν ήλθε ο Γόδας και μας έγραψε τα ονόματα όλων». Ο ίδιος αφέθηκε ελεύθερος, όπως κι άλλοι μάρτυρες κατηγορίες, αλλά τόνισε χωρίς ντροπή πως «όποιος έμπαινε στο Άσυλο δεν έβγαινε ζωντανός, εξαιτίας του Γόδα και των άλλων κατηγορουμένων»!
Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε στη «δίκη» ήταν πως ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας του Γόδα ήταν άνθρωπος που ήταν παρών στο Μπλόκο της Κοκκινιάς στο πλευρό των Ναζί και των ντόπιων συνεργατών τους.
Όταν κατέθετε ο συγκεκριμένος άνθρωπος, μία γυναίκα που είχε χάσει το γιό της στο Μπλόκο και είχε πάει στη δίκη για να στηρίξει τον Γόδα και τους υπόλοιπους αγωνιστές, αντέδρασε, έβαλε τις φωνές και τελικά το δικαστήριο την τιμώρησε με 24ωρη κράτηση!
Από τους 26 κατηγορούμενους της περιβόητης «Δίκης του Ασύλου της Κοκκινιάς» μόλις πέντε αθωώθηκαν. Οι υπόλοιποι 21 καταδικάστηκαν σε θάνατο.
«Να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν τη χαριστική βολή»
Η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου εκτελέστηκε την 19η Νοέμβρη του 1948, μέχρι τότε ο Νίκος Γόδας αρνήθηκε πολλές φορές να γίνει «δηλωσίας».
Εκείνο το παγωμένο πρωινό, ο Γόδας βγήκε από κελί του φορώντας το παλτό του και από μέσα την φανέλα του Ολυμπιακού. «Νενικήκαμεν. Ζήτω οι ολυμπιονίκεις του σοσιαλισμού. Γεια σας, συναθλητές μου», ήταν τα τελευταία λόγια του φεύγοντας από τη φυλακή με τελικό προορισμό το νησί Λαζαρέτο της Κέρκυρας για να τον εκτελέσουν.
Εκεί, στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα με τρόπο ηρωικό και μοναδικό. Όταν ο επικεφαλής του αποσπάσματος τον ρώτησε ποια είναι η τελευταία του επιθυμία εκείνος του απάντησε: «Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού και να μην μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν τη χαριστική βολή»! Αυτά ήταν και τα τελευταία του λόγια.
Στο ερώτημα αν ο τότε επίσημος Ολυμπιακός θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την εκτέλεση του ποδοσφαιριστή του, ο σκηνοθέτης Χρήστος Γόδας, ανιψιός του αδικοχαμένου Νίκου, σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε δηλώσει πως: «Όταν έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα, πρόεδρος του Ολυμπιακού ήταν ο βιομήχανος Μανούσκος. Όταν του ετέθη το ερώτημα - και υπάρχουν μαρτυρίες για αυτό - από τον Μουράτη, αν θα μπορούσε να μεσολαβήσει η ομάδα για να σωθεί η απάντηση ήταν: ''Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί''».
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.