Το καλοκαίρι του 2020, ο Γιάννης Μάγγος βίωσε το πιο σκληρό συναίσθημα στη ζωή ενός ανθρώπου, εκείνο της απώλειας του παιδιού του. Οι ιδέες και το όραμα του Βασίλη για έναν καλύτερο κόσμο συνέχισαν να αντανακλούν μέσα από τα μάτια του πατέρα του και έγιναν καύσιμο στη μηχανή του στο πολύ ψυχοφθόρο ταξίδι προς την απονομή δικαιοσύνης.
Το πρωί της Δευτέρας κρίθηκαν ένοχοι οι τρεις αστυνομικοί που ξυλοκόπησαν άγρια τον Βασίλη Μάγγο έξω από τα δικαστήρια στο Βόλο.
Η Εισαγγελέας της έδρας πρότεινε για τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 μηνών και για τον τρίτο κατηγορούμενο 8 μηνών, ενώ το δικαστήριο αποφάσισε ποινή φυλάκισης 2 ετών για τον κάθε ένα από τους 3 κατηγορούμενους με τριετή αναστολή.
«Αναμένεται τώρα το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, που θα επικυρώσει την εισαγγελική πρόταση για παραπομπή έξι αστυνομικών για κακουργήματα στο Εφετείο Λάρισας. Έχουμε αρκετό δρόμο μπροστά μας ακόμη. Το νομικό είναι το ένα σκέλος της υπόθεσης, το δεύτερο και πολύ σημαντικό είναι η κοινωνική και πολιτική διάσταση της υπόθεσης.
Ο κύριος λόγος που χτυπήθηκε και βασανίστηκε ο Βασίλειος, ήταν η συμμετοχή του στις διαμαρτυρίες κατά της καύσης σκουπιδιών από τη Lafarge. Ήταν οι απόψεις του, όπως τις εξέφρασε και στην καταγγελία που δημόσια έκανε κατά των αστυνομικών που τον κακοποίησαν. Ήταν η συνολική πολιτική του δράση», γράφει σε ανάρτηση του στο facebook o Γιάννης Μάγγος.
Η τιμωρία δεν έχει καμία σημασία, όπως εξηγεί στο reader. «Αυτό που έχει σημασία για εμένα είναι ότι ακούστηκε η λέξη ενοχή. Ήταν ένοχοι, είναι ένοχοι», αναφέρει και συμπληρώνει.
«Υπάρχει μια χαρμολύπη. Μια μικρή χαρά με την έννοια ότι όταν υπάρχει ένα έγκλημα πρέπει να υπάρχει και τιμωρία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αστυνομικοί εγκλημάτησαν εις βάρος του παιδιού μου, τον κακοποίησαν χωρίς λόγο και έπρεπε να τιμωρηθούν. Το δικαστήριο τους τιμώρησε και αυτό μας δίνει μια μικρή χαρά.
Μια χαρά που έρχεται μαζί και με ένα αίσθημα λύπης, ένα αίσθημα πίκρας, γιατί στην ουσία δεν αλλάζει κάτι για εμάς, ο Βασίλειος έφυγε πια. Θέλουμε να ανοίξει μια πόρτα στην οποία τα δικαστήρια θα αποδίδουν δικαιοσύνη και θα αναγκάσει τους αστυνομικούς να σκεφτούν την επόμενη φορά που θα βγάλουν τα γκλομπ έξω για να χτυπήσουν ανθρώπους, όταν πετάνε τις κρότου λάμψης, ή όταν βγάζουν πιστόλια και πυροβολούν».

Τα τελευταία περίπου πέντε χρόνια άλλοτε κυλούσαν γρήγορα, κι άλλοτε βασανιστικά αργά. Ο Γιάννης Μάγγος είχε πάντα στραμμένο το βλέμμα στον αγώνα και προετοίμαζε τον εαυτό του για κάθε σενάριο.
«Προσπαθούσα να διαχειριστώ την κατάσταση, για οποιοδήποτε πιθανό αποτέλεσμα της δίκης. Ήμουν ψύχραιμος γνωρίζοντας ότι δεν θα σταματήσω ποτέ να πολεμάω για το παιδί μου. Η απόδοση της αστικής δικαιοσύνης χωρίς να μην υπάρχουν επιχειρήματα από την άλλη πλευρά, τους έκοψε τα γόνατα. Εγώ μπορεί να έλεγα ότι ο Βασίλειος δικαιώθηκε και εκείνοι απαντούσαν ότι το δικαστήριο τους αθώωσε. Τώρα δε μπορούν να το πουν αυτό.
Αποδόθηκε δικαιοσύνη. Θεωρώ ότι ανοίγει ένα δρόμος για καταδίκες αστυνομικών οι οποίοι κακοποιούν πολίτες για οποιοδήποτε λόγο. Τώρα υπάρχει το δεδικασμένο, θα το σκεφτούν δύο φορές», εξηγεί ο κύριος Γιάννης και αναφέρει περιστατικά καταστολής που βίωσε εντός και εκτός του χώρου των δικαστηρίων.
«Γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει καταστολή. Έχουμε φτάσει στο σημείο να σε βάζουν κάτω στο δρόμο ακόμα κι αν έχεις απλώς την πρόθεση να πας σε μια πορεία. Σε περιφρουρούν και μπορεί να σε δείρουν. Η νέα μέθοδος είναι να περιφράσσουν ομάδες και να τις στοχοποιούν.
Σε μια προηγούμενη δικάσιμο, τον Μάρτιο του 2023, η αστυνομική διεύθυνση Μαγνησίας προσπάθησε να τρομοκρατήσει εμένα, τη σύζυγο μου και την δικηγόρο μας. Δε μας άφηναν να μπούμε μέσα στο δικαστήριο, φράζοντας την είσοδο με τα κράνη και τις ασπίδες τους. Είναι κράτος δικαίου αυτό; Τι είναι; Είναι δυνατόν να πηγαίνει ένας πολίτης στο δικαστήριο και να τρομοκρατείται;
Η ακροαματική διαδικασία είναι μια ανοιχτή ως προς την κοινωνία διαδικασία. Η κοινωνία του Βόλου δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει την δίκη γιατί η αίθουσα από πολύ νωρίς γέμισε με αστυνομικούς με πολιτικά, οι οποίοι χλεύαζαν μέχρι και το παιδί μου που έχει πεθάνει.
Δεν είχαν κάποια υπηρεσία, λειτουργούσαν ως αστυνομικοί και ως κομματικοί υπάλληλοι. Μου είπε ένας από αυτούς τις προάλλες ότι εδώ μέσα έχουμε δημοκρατία και νέα δημοκρατία. Αστυνομικοί είναι αυτοί;
Δε μπορεί να απειλείται ένας πολίτης και να ζει σε συνθήκες έλλειψης οξυγόνου. Αν είχε 100 θέσεις η αίθουσα, οι 95 ήταν πιασμένες από αστυνομικούς. Δε μπόρεσαν οι δικοί μας άνθρωποι να μπουν. Μέσα στο δικαστήριο εμείς δεν αναπνέαμε», σημειώνει ο Γιάννης Μάγγος υπογραμμίζοντας το γενικό έλλειμμα οξυγόνου που υπάρχει στην κοινωνία.

Ο κύριος Γιάννης είναι πάντα παρών στους δρόμους, σε πορείες και συγκεντρώσεις, με ένα πανό στα χέρια και με το μήνυμα ξεκάθαρο: “όχι στη συγκάλυψη”.
«Η υπόθεση υποβαθμίστηκε και έγινε προσπάθεια συγκάλυψης. Όταν έβγαινα με το πανό "όχι στη συγκάλυψη" από την πρώτη στιγμή, οι λόγοι μου δεν ήταν απλώς συναισθηματικοί αλλά προέκυπταν μέσα από το πόρισμα του συνήγορου του πολίτη. Η υπόθεση στην αρχή ήταν κατηγορία σε βαθμό πλημμελήματος ενάντια τριών αστυνομικών για επικίνδυνη σωματική βλάβη.
Αν αυτή η δίκη είχε γίνει στην αρχή, θα είχε τελειώσει η υπόθεση. Με την επιμονή και τον αγώνα μας καταφέραμε να ανατρέψουμε την υπόθεση. Παρότι απορρίφθηκαν οι δύο πρώτες μηνύσεις, συνεχίσαμε και κάναμε μια προσφυγή στο εφετείο Λάρισας και εκεί η εισαγγελέας εφετών μελέτησε την υπόθεση και εξέδωσε μια διάταξη στην οποία κατηγορούσε πλέον έξι αστυνομικούς και όχι τρεις.
Τον πήραν παράνομα, τον κράτησαν παράνομα, τον βασάνισαν και τον πέταξαν έξω. Αντί να πάει το παιδί στο νοσοκομείο, τον πήγαν μέσα για να συνεχίσουν να τον βασανίζουν.
Ο Βασίλειος είχε καταγγείλει δημόσια ότι κακοποιήθηκε και βασανίστηκε από τους αστυνομικούς. Επί ένα μήνα η πολιτεία αδιαφόρησε. Κανένας εισαγγελέας δεν το διερεύνησε. Πέθανε το παιδί μας και μετά τους έπιασε η βιασύνη να σκεπάσουν την υπόθεση και να ρίξουν τους αστυνομικούς στα μαλακά, αλλά ο αγώνας μας δεν τους άφησε, γιατί ο αγώνας μας είναι δίκαιος.
Επιχειρήθηκε η συγκάλυψη, την οποία μάλιστα την αναφέρει και ο συνήγορος του πολίτη γράφοντας κατά λέξη ότι το πόρισμα της ΕΔΕ είναι ανεπαρκώς τεκμηριωμένο και ο μοναδικός σκοπός του ήταν η συγκάλυψη της εγκληματικής δράσης των αστυνομικών».
Το δωμάτιο του Βασίλη έχει μείνει ακριβώς όπως ήταν. Ο Γιάννης Μάγγος κοιτάζει την εικόνα τους στη κορυφή του Ολύμπου και παίρνει δύναμη για να ανέβει ένα άλλο βουνό, εκείνο της απώλειας. Δεν το ανεβαίνει μόνος όμως, αλλά με την αύρα του γιου του, σαν δύο σώματα που ενώθηκαν σε ένα με κοινό σκοπό να αλλάξουν τον κόσμο.

«Με τη μητέρα του Βασίλειου, αισθανόμασταν ο ένας τον άλλον από μακριά, δεν χρειαζόταν να κοιταχτούμε. Για εμάς, ο Βασίλειος έφυγε πια. Ελπίζουμε αυτή η απόδοση δικαιοσύνης να οδηγήσει στο να μην έχουμε άλλα θέματα αστυνομικής βίας, να μη θρηνήσουν άλλοι γονείς τα παιδιά τους και άλλοι άνθρωποι να χάσουν άδικα την ζωή τους από την αυθαίρετη βαρβαρότητα της αστυνομικής βίας.
Πηγαίνω στα κοιμητήρια κάθε μέρα και αισθάνομαι την παρουσία του. Κάθε μέρα πηγαίνω πάνω και επισκέπτομαι τον Βασίλειο. Είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά με κάποιο τρόπο τον νιώθω δίπλα μου και με αυτό τον τρόπο τον κρατάω. Δεν πιστεύω στη μεταφυσική, αλλά υπάρχει η αύρα ότι ο άνθρωπος σου είναι εκεί δίπλα, παρότι ξέρεις ότι δεν είναι. Φέρνει στη μνήμη σου πράγματα, τον αισθάνεσαι δίπλα σου».
Η μητέρα του Παύλου, του Ζακ, του Κώστα, του Βασίλη. Μια αλυσίδα γονέων που έχουν χάσει τα παιδιά τους και όταν συναντιούνται βλέπουν ο ένας μέσα από τον άλλον, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουν.

«Κατανοούμε απόλυτα ο ένας τον άλλον στο βαθμό που δεν χρειάζεται να το εκφράσουμε με λόγια. Όταν βλεπόμαστε, ξέρουμε ότι μας συνδέει κάτι πολύ μεγάλο και πολύ βαθύ. Υπάρχει μια καθαρότητα, δε μας ταλανίζουν μικρά πράγματα που ταλανίζουν την καθημερινότητα του ανθρώπου, τα θεωρούμε πολύ μικρά. Είναι σα να έχουμε μια μεγάλη αγκαλιά στην οποία κρατάμε μέσα τα παιδιά μας. Τα αδικοχαμένα παιδιά, είναι παιδιά όλων μας».
Κοινός παρονομαστής στην υπόθεση των Τεμπών και του Βασίλειου είναι η συγκάλυψη, όπως εξηγεί ο κύριος Γιάννης.
«Το ίδιο και στην υπόθεση της Πύλου, του Ζακ, του Σαμπάνη, του Κωστή Μανιουδάκη. Στα Τέμπη οι αποκαλύψεις είναι συνταρακτικές. Φαίνεται ότι οι εντολές δόθηκαν από πολύ ψηλά με σκοπό να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη. Θα βγουν κι άλλα πράγματα στην επιφάνεια, σίγουρα, που θα φέρουν σημαντικές εξελίξεις. Έδωσαν χρήματα για το μπάζωμα αντί να τα διαθέσουν για να λειτουργεί το σιδηροδρομικό δίκτυο στην εντέλεια.
Το χωριό μου, η Ελάτεια Λάρισας, απέχει λίγα χιλιόμετρα από το σημείο του εγκλήματος. Λίγες μέρες μετά το μπάζωμα, πήγα εκεί για να αφήσω ένα λουλουδάκι. Δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να το μπαζώσουν. Οι γονείς με την επιμονή τους ανακάλυψαν ότι συνέβησαν τρομερά πράγματα εις βάρος των ανθρώπων τους.
Εμείς πια δεν έχουμε να χάσουμε κάτι. Θα φωνάζουμε για πάντα για την δικαιοσύνη και όχι στη συγκάλυψη, μέχρι να δικαιωθούμε. Αγωνιζόμαστε για μια δίκαιη κοινωνία», καταλήγει.
- Φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα: Τα σενάρια για τα αίτια της τραγωδίας - Αγωνία για τις αγνοούμενες
- Όταν η Βιολάντα ήταν φούρνος της γειτονιάς στα Τρίκαλα: Η ιστορία της εμβληματικής βιομηχανίας
- Δήμητρα Λιάνη: Η αντίδρασή της στο άκουσμα του θανάτου της Αναστασίας Αθήνη
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.