Διαμαντής Μπασαράς
Κείμενο: Διαμαντής Μπασαράς

Ο Μίκης, ένας «Πλανητάρχης άνευ... χαρτοφυλακίου»

Κοινωνία

Ο Μίκης υπήρξε σε όλο το βίο του ένας φλογερός πατριώτης, που αγάπησε σε τέτοιο βαθμό την Ελλάδα, που προσδιόρισε και τον ίδιο και τη μουσική του, η οποία ήταν προεχόντως ελληνική και, διά της ελληνικότητάς της, οικουμενική.

Ποιος Μίκης, ο υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη; Και ποιος Μίκης, αυτός των συλλαλητηρίων του 2018 για την ελληνικότητα της Μακεδονίας;

Όπως εμείς (οι πολλοί) που τον λατρεύουμε μπορούμε - και μόνο για τη «Δραπετσώνα» και το «Πνευματικό Εμβατήριο» - να του συγχωρήσουμε τα πάντα, έτσι κι αυτοί (οι λίγοι) που... λατρεύουν να τον «μισούν», ως επί το πλείστον έχουν λόγους πολιτικούς. Στέκονται σε αυτές τις δυο φαινομενικά ακατανόητες πολιτικές επιλογές του, διότι, κατά τα λοιπά, το έργο του είναι ο Παρθενώνας του 20ου αιώνα για την Ελλάδα.

Την πρώτη περίοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981-1989, όπως λένε οι γνωρίζοντες, βίωσε έναν καλλιτεχνικό αποκλεισμό από την τότε Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση, που πιθανολογείται ότι υπήρξε κεντρική πολιτική κατεύθυνση. Ο Ανδρέας, και πάλι κατά τους γνωρίζοντες, δεν έβλεπε με... καλό μάτι όσους τον πλησίαζαν σε λαοφιλία, όπως λ.χ. τον Γεώργιο Γεννηματά, και αναμφίβολα τον Μίκη, με τον οποίο, πέραν των άλλων, τους χώριζε και η υποβόσκουσα κόντρα που ήδη είχε αρχίσει από τα χρόνια του ΠΑΜ και του ΠΑΚ για την πρωτοκαθεδρία στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Για να μεταφερθούμε στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι την περίοδο 1981 – 1989 δεν υπήρχε ιδιωτική ραδιοφωνία και τηλεόραση και, συνεπώς, όποιος ήταν «κομμένος» από την ΕΡΤ, ουσιαστικά ήταν στην αφάνεια. Ο Μίκης, αυτό το σύμβολο των αγώνων του λαού για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία και, κυρίως, κοινωνική απελευθέρωση, σε μια περίοδο που (υποτίθεται ότι) όλα αυτά υλοποιούνταν(!), είναι απολύτως φυσιολογικό να αισθανόταν ότι έχει τεθεί σε μια ιδιότυπη «καλλιτεχνική εξορία». Ευτυχώς υπήρχε η... ελεύθερη δισκογραφία, που την επίμαχη περίοδο ο Μίκης κυκλοφόρησε σημαντικά έργα, μεταξύ των οποίων «Ο Επιβάτης» και «Τα Πικροσάββατα», που όμως δεν είχαν ανάλογη εμπορική επιτυχία.

Το 1990, στον πολιτικό περίγυρο ενός αλά ελληνικά «ιστορικού συμβιβασμού» μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, ο Μίκης εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με τη Ν.Δ. και τοποθετήθηκε υπουργός «άνευ χαρτοφυλακίου» στην κυβέρνηση του Κωσταντίνου Μητσοτάκη. Μήπως άραγε ο Μίκης επέστρεψε με αυτόν τον τρόπο το... «γραμμάτιο» στον Ανδρέα;

Είναι ανθρώπινο, σε κάποιον βαθμό τουλάχιστον, αυτή η πολιτική επιλογή του Μίκη να αντικατοπτρίζει την πικρία που σίγουρα θα είχε αισθανθεί ως κατ’ εξοχήν πολιτικό ον και μέγας καλλιτέχνης. Ωστόσο, ο Μίκης ούτε το σχέδιο της τότε Αριστεράς –θεωρώ – ότι ήθελε να εξυπηρετήσει, άλλα ούτε κανενός είδους «γραμμάτιο» στον Ανδρέα ήθελε να ξεπληρώσει. Άραγε τι ώθησε τον Μίκη σε αυτή την… ανορθόδοξη πολιτική επιλογή;

Ας κάνουμε εδώ μια παρένθεση. Προερχόμενος από πολιτικά δεξιά οικογένεια, τα μουσικά ακούσματά μας έφταναν στον Μπιθικώτση, αλλά μέχρι τον «Σαρκαφλιά»· για τα πολιτικά τραγούδια του Θεοδωράκη ούτε λόγος. Ούτε λόγος για το «Όταν σημάνουν οι καμπάνες» και τον «Ωρωπό». Όταν λοιπόν άρχισαν να ακούγονται στο σπίτι μας τα πολιτικά τραγούδια του Μίκη, η μητέρα μου τρομοκρατήθηκε και με ρωτούσε επίμονα αν έγινα κομμουνιστής! Τι θέλω να πω με αυτό; Θέλω να πω ότι ο Μίκης βίωσε στην Ελλάδα έναν διχασμό. Ήταν οικουμενικός για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά στην Ελλάδα ανήκε στους μισούς, ανήκε στην Αριστερά. Ο Μίκης όμως ήταν και αισθανόταν βαθύτατα ολόκληρος Έλληνας κι αυτός ο διχασμός γύρω από το πρόσωπό του πιθανολογείται ότι τον πλήγωνε αφάνταστα. Θεωρώ, λοιπόν, πως αυτός ήταν ο λόγος που δέχθηκε την πρόταση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κι εν συνεχεία υπουργοποιήθηκε.

Ο Μίκης ούτε για την υπουργική καρέκλα πιστεύω ότι ενδιαφερόταν. Άλλωστε καμία καρέκλα δεν ήταν αρκετά μεγάλη για το μέγεθός του. Με τις δε πολιτικές του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε όση σχέση έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο. Ο Μίκης ήθελε να πάρει πίσω αυτό που στερήθηκε στη Μακρόνησο και στη Ζάτουνα. Επιζητούσε την αναγνώριση από το ελληνικό κράτος, όπως ένα παιδί επιζητά την επιβράβευση του πατέρα του. Ήθελε πάνω από όλα την αγάπη και τον θαυμασμό και της υπόλοιπης μισής Ελλάδας. Ήθελε τον συμβολισμό και όχι το υπουργείο, γι’ αυτό και όλη η ουσία θεωρώ ότι βρίσκεται σε αυτό το... άνευ χαρτοφυλακίου!

Και αυτή είναι νομίζω η κατάλληλη εισαγωγή για την απάντηση στο δεύτερο «μυστήριο» σε σχέση με την παρουσία του Μίκη στα συλλαλητήρια για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Κατ’ αρχάς, το ότι μπορεί κάποιος Έλληνας να εγκαλεί τον Μίκη ότι συμμετείχε σε αυτά τα συλλαλητήρια συνιστά ξεπεσμό για τον ίδιο και όχι για τον Μίκη. Ούτε και οποιοδήποτε σοβαρό επιχείρημα σε βάρος του μπορεί να εξαχθεί από το ότι σε αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν ακραίοι και άλλοι περίεργοι τύποι... Ο Μίκης δεν χαρακτηρίζεται από το συλλαλητήριο, αυτός το χαρακτηρίζει.

Ο Μίκης είναι από τη σοδειά εκείνη της Αριστεράς που έσπειρε ο Γεώργιος Σκληρός και ο Δημήτριος Γληνός. Δεν ασπάστηκε τον διεθνισμό και την πρόσδεσή της στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ε.Σ.Σ.Δ., ενώ η πίστη του στα ιδεώδη της δεν κατόρθωσε να καταπνίξει την πηγαία αγάπη του για την πατρίδα. Αυτή την πατρίδα που «από κάτω έχει αίμα», όπως πολύ χαρακτηριστικά είχε δηλώσει προς το τέλος του βίου του, απαντώντας στο ρεύμα του εθνομηδενισμού. Ο Μίκης υπήρξε σε όλο το βίο του ένας φλογερός πατριώτης, που αγάπησε σε τέτοιο βαθμό την Ελλάδα, που προσδιόρισε και τον ίδιο και τη μουσική του, η οποία ήταν προεχόντως ελληνική και, διά της ελληνικότητάς της, οικουμενική.

Ο Μίκης το 1990 δεν ήθελε να γίνει υπουργός του Κωσταντίνου Μητσοτάκη, διότι το μείζον δεν εμπεριέχεται στο έλασσον. Επιθυμούσε την επικοινωνία, την εγγύτητα, την αναγνώριση και την αγάπη της άλλης μισής Ελλάδας, διότι χωρίς αυτήν αισθανόταν μισό το ίδιο του το έργο. Αποζητούσε τον υψηλό συμβολισμό της αναγνώρισης από το ελληνικό κράτος.

Ο Μίκης υπήρξε ανέκαθεν συνεπής στις ιδέες και στις αντιλήψεις του, υπήρξε πάντοτε κοινωνικά ευαίσθητος και με αυτή την έννοια πάντοτε αριστερός. Υπήρξε πάντοτε Έλληνας πατριώτης, με την έννοια του Ίωνος Δραγούμη, και, διά της ελληνικότητάς του, ήταν πάντοτε κοσμοπολίτης.

Σε προσωπικό επίπεδο, ο Μίκης προσδιόρισε το μουσικό γούστο μου, μου γνώρισε τους μεγάλους ποιητές, μου έδωσε χωρίς να μου ζητήσει τίποτα. Με έμαθε ότι το άδικο και οι αντιξοότητες της ζωής, στοιχεία που «πέρασε» στους στίχους των τραγουδιών του, αντιμετωπίζονται με την εκρηκτική αισιοδοξία της μουσικής του.

Και κάπως έτσι μας πήρε στις πλάτες του και μας σήκωσε πολύ πολύ ψηλότερα!

* Διαμαντής Μπασαράς Δικηγόρος - Μ.Δ.Ε. Ποινικών Επιστημών & Εφαρμοσμένων Οικονομικών

Google NewsΑκολουθήστε το reader.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ