Μενού
  • Α-
  • Α+

Ο Δημήτρης Τσαφέντας για τους περισσότερους είναι ένας άγνωστος. Ούτε καν η ιστορία του δεν είναι γνωστή παρά το γεγονός ότι έχει σημαδευτεί από ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός. Ακόμα και σήμερα ο Τσαφέντας διχάζει. Πολλοί τον θεωρούν ένα παρανοϊκό που με την πράξη του έβαλε σε περιπέτειες τους μετανάστες και τους μαύρους στη Νότια Αφρική. Υπάρχουν και εκείνοι, ωστόσο, που τον θεωρούν ήρωα, πρωτοπόρο και τον τυραννοκτόνο που κατάφερε το πρώτο ισχυρό πλήγμα στο πανίσχυρο καθεστώς του Απαρτχάιντ!

Ποιος ήταν ο Δημήτρης Τσαφέντας

Μπορεί η ζωή ενός ανθρώπου να είναι μέσα στα προβλήματα πριν καν ακόμα αυτός... γεννηθεί; Στην περίπτωση του Δημήτρη Τσαφέντα, ο οποίος γεννήθηκε μια ημέρα σαν σήμερα, στις 14 Ιανουαρίου του 1919, ναι! Ο πατέρας του ήταν ένας ναυτικός από την Κρήτη. Ο Μιχάλης Τσαφέντας, ή Τσαφεντάκης, σε ένα από τα ταξίδια του φτάνει στη Μοζαμβίκη. Εκεί γνωρίζει την Αμίλια Γουίλιαμς. Μια μαύρη, φτωχή, νεαρή  γυναίκα. Οι δυο τους έρχονται κοντά και η Αμίλια μένει έγκυος. Αν και θέλουν να παντρευτούν αυτό μόνο εύκολο δεν είναι. Ένας λευκός και μια μαύρη; Δεν θα είχαν καμία τύχη. Και όντως. Οι δυο τους δεν θα παντρευτούν ποτέ. Ο Μιχάλης Τσαφέντας, ωστόσο, αναγνωρίζει το παιδί. Η μητέρα θα πεθάνει πάνω στη γέννα. Ο μικρός Δημήτρης στέλνετε από τον πατέρα του στην Αλεξάνδρεια για να μείνει με τη γιαγιά του για να έχει μια καλύτερη ζωή και να σπουδάσει. Εκεί αποκτά σπουδαία μόρφωση και ήδη σε νεαρή ηλικία μιλάει οκτώ γλώσσες! Σπούδασε σε καθολικό σχολείο, όπου ήρθε αντιμέτωπος με τα ρατσιστικά σχόλια των συμμαθητών του, εξαιτίας του σκουρόχρωμου δέρματός του. Δεν ήταν αποδεκτός ούτε από τους λευκούς αλλά ούτε και από τους μαύρους.

Ο Δημήτρης νιώθει από νεαρή ηλικία την αδικία στο πετσί του. Ήδη στα μέσα της δεκαετίας του 1930 ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ν. Αφρικής. Δεν μπορεί, όμως, να ζήσει σε έναν τόπο που τον καταδικάζει γι' αυτό που είναι και κάνει ότι και ο πατέρας του. Μπαρκάρει στα καράβια.

Η αδικία και τα όσα έζησε, ωστόσο, άφησαν τα σημάδια τους στον ψυχισμό του. Οι γιατροί θα διαγνώσουν πως πάσχει από παρανοϊκή σχιζοφρένεια! Κατά διαστήματα, θα νοσηλευτεί σε ψυχιατρικές κλινικές στις ΗΠΑ. Αποφασίζει να επιστρέψει και να ζήσει μόνιμα στη Νότια Αφρική. Αλλά όλοι οι εφιάλτες τον συναντούν και πάλι. Δεν είναι αποδεκτός πουθενά. Ούτε στην κοινότητα των λευκών αλλά ούτε και στων μαύρων. Είναι «κολοράτος». Μαύρος αλλά όχι μαύρος. Λευκός άλλα όχι λευκός.

Ο ρατσισμός, ο έρωτας και η δολοφονία

Μέσα σε ένα κλίμα άγριου ρατσισμού, μετακομίζει στο Κέηπ Τάουν προκειμένου να φτιάξει τη ζωή του και εκεί γνωρίζει τον μεγάλο του έρωτα. Μια μαύρη, πανέμορφη γυναίκα. Είναι όμως μαύρη και εκείνος στα χαρτιά, λευκός. Άρα είναι μια σχέση καταδικασμένη. Ο Τσαφέντας κάνει ότι μπορεί για να αλλάξει τα χαρτιά του και να εμφανίζεται ως μαύρος!

Το καθεστώς του Απαρτχάιντ, ωστόσο, είναι σκληρό και δεν επιτρέπει έρωτες τέτοιου είδους. Στο μυαλό του Τσαφέντα τα πράγματα είναι απλά. Σκοτώνοντας τον Χέντρικ Φέρβουρντ, οι φυλετικές πολιτικές του οποίου ήταν τόσο σκληρές που χαρακτηρίστηκε ως «αρχιτέκτονας του Απαρτχάιντ», θα μπορέσει να «σκοτώσει» το ίδιο το καθεστώς. Τον ίδιο τον ρατσισμό. Και βάζει το σχέδιο του σε εφαρμογή αγοράζει ένα μαχαίρι η λάμα του οποίου ήταν 20 εκατοστά και το αφήνει για πολλές ημέρες μέσα σε δηλητήριο για να το κάνει πιο αποτελεσματικό.

Ο Τσαφέντας που στο μεταξύ είχε πιάσει δουλειά ως κλητήρας στο κοινοβούλιο της χώρας ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Στη διάρκεια της ομιλίας του πρωθυπουργού της Ν. Αφρικής ο Τσαφέντας κλήθηκε να του πάει στο πόντιουμ ένα ποτήρι νερό. Ο Τσαφέντας το πήγε και εκεί σκύβει, βγάζει από την κάλτσα του το κρυμμένο μαχαίρι και το καρφώνει τέσσερις φορές στο σώμα του Χέντρικ Φέρβουρντ. Η μια από τις μαχαιριές τον βρίσκει στην καρδιά. Ο «αρχιτέκτονας του Απαρτχάιντ» σωριάζεται νεκρός και οι αστυνομικοί ορμάνε για να συλλάβουν τον Τσαφέντα, ο οποίος δεν προβάλει την παραμικρή αντίσταση.

Ο Τσαφέντας δεν δικάστηκε ποτέ. Ο γιατρός που τον εξέτασε έκρινε πως είναι παρανοϊκός και διέταξε τον επ’ αόριστο εγκλεισμό του σε ψυχιατρείο. Τελικά, θα μεταφερθεί σε φυλακή μελλοθανάτων και θα παραμείνει εκεί μέχρι την πτώση του Απαρτχάιντ οπότε και μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική του Γιοχάνεσμπουργκ. Εκεί, στις 7 Οκτωβρίου του 1999, θα αφήσει και την τελευταία του πνοή, από πνευμονία.