Μενού
  • Α-
  • Α+

Η βασική αρχή των εκλογών ότι η οικονομία είναι αυτή, που τελικά κρίνει το αποτέλεσμα στις κάλπες, δεν εξαιρεί φυσικά την Τουρκία με τον πρόεδρο της χώρας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αγχώνεται ιδιαίτερα ενόψει της προεδρικής εκλογής το 2023 καθώς βλέπει τον πληθωρισμό να «φλερτάρει» με τριψήφιο νούμερο. Με τις οικονομικές αλχημείες, που επέβαλε ο ίδιος παρά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, να μην έχουν αποδώσει και τους Τούρκους πολίτες να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ετοιμάζει τις ανακοινώσεις της 9ης Αυγούστου για την περιοχή διεξαγωγής ερευνών από το γεωτρύπανο «Αμπντούλ Χαμίτ Χαν». Το αφήγημα για μία Τουρκία ενεργειακά ανεξάρτητη, που θα είναι το απόλυτο αφεντικό στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αρπάζοντας τον υποθαλάσσιο πλούτο των γειτονικών χωρών της αλλά και η προετοιμασία για μία στρατιωτική κρίση με την Ελλάδα στο Αιγαίο ενδεχομένως να βρει ανταπόκριση στα φτωχοποιημένα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας, που αποτελούν την εκλογική βάση του κυβερνώντος AKP και του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης του κυβερνητικού εταίρου Ντεβλέτ Μπαχτσελί. 

Η διθυραμβική προαναγγελία για τη νέα πειρατική δράση του τουρκικού ερευνητικού στόλου έγινε στη σκιά των δυσθεώρητων επιπέδων του πληθωρισμού, που εξανεμίζει τα εισοδήματα των Τούρκων πολιτών. Με καταγεγραμμένη τη μεγαλύτερη αύξηση των τιμών από το Φεβρουάριο του 1998 και τον πληθωρισμό στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο να «καλπάζει» με ετήσιο ρυθμό 99,11%, τη στιγμή, που ο πληθωρισμός στη χώρα αναμένεται να ξεπεράσει το 80%, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πρέπει να υποσχεθεί κάτι μεγάλο στις 9 Αυγούστου για να τραβήξει την προσοχή μακριά από την οικονομική ασφυξία της τουρκικής κοινωνίας. Κάτι, που θα αλλάξει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης αλλά και θα δώσει, θεωρητικά τουλάχιστον, μία προοπτική οικονομικής διεξόδου, έστω και μακροπρόθεσμα, γοητεύοντας παράλληλα το εθνικιστικό ακροατήριο στην Τουρκία.

Δεν μπορεί να τα «ρίξει» στον πόλεμο

Βέβαια, ο Τούρκος πρόεδρος είναι δύσκολο να ισχυριστεί ότι η εκτίναξη του πληθωρισμού είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία μια και οι αυξήσεις των τιμών ήταν ιδιαίτερα υψηλές ήδη από το 2017 με διψήφιο πληθωρισμό. Μάλιστα, οι αυξήσεις τιμών, που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια ήταν εξαιρετικά υψηλές για αγαθά και υπηρεσίες, που αποτελούν το μεγαλύτερο μερίδιο του προϋπολογισμού των ευάλωτων και με χαμηλό εισόδημα νοικοκυριών. Με βάση την «ακτινογραφία» της Παγκόσμιας Τράπεζας στην τουρκική οικονομία, την περίοδο 2011-2020 οι δαπάνες για τις βασικές ανάγκες είχαν μεγαλύτερη επίπτωση στο συνολικό προϋπολογισμό των νοικοκυριών με χαμηλότερο εισόδημα σε σύγκριση με τα νοικοκυριά, που βρίσκονταν σε καλύτερο οικονομικό επίπεδο. 

Επιπρόσθετα, η ανάλυση των δεδομένων της τουρκικής οικονομίας δείχνει ότι τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, που καταγράφηκαν μετά το 2017, εξάλειψαν σε μεγάλο βαθμό τα κέρδη του πραγματικού εισοδήματος, που επιτεύχθηκαν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης υπέρ των φτωχών την περίοδο 2011-2016. Στο πλαίσιο αυτό και παρά το ότι η οικονομία της Τουρκίας αναπτύχθηκε κατά 11% το 2021, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της G20, και οι μειώσεις των επιτοκίων στήριξαν τη ζήτηση, η μακροοικονομική αστάθεια προβλέπεται να μειώσει την ανάπτυξη το 2022 στο 1,4%. 

Το πιο σημαντικό όμως είναι πως οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων θα βλάψουν περισσότερο τους φτωχούς, θέτοντας σε κίνδυνο τη σταδιακή ανάκαμψη μετά την πανδημία. Βάσει της αξιολόγησης από την Παγκόσμια Τράπεζα, η Τουρκία γνώρισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ 2002 και 2017 βελτιώνοντας το οικονομικό επίπεδο των πολιτών. Όμως η αύξηση της παραγωγικότητας επιβραδύνθηκε καθώς η δυναμική των μεταρρυθμίσεων μειώθηκε την τελευταία δεκαετία και οι προσπάθειες στράφηκαν στη στήριξη της ανάπτυξης με πιστωτικές «εκρήξεις» και ώθηση της ζήτησης, επιδεινώνοντας τις εσωτερικές και εξωτερικές ευπάθειες. Το υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα, τα επίμονα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ο υψηλός πληθωρισμός και η υψηλή ανεργία έχουν ενταθεί από τη μακροοικονομική αστάθεια από τον Αύγουστο του 2018. 

Μετά τη συναλλαγματική κρίση το δεύτερο εξάμηνο του 2018, που οδήγησε σε χαμηλές επιδόσεις ανάπτυξης το 2019, η τουρκική οικονομία άρχισε να ανακάμπτει στις αρχές του 2020 πριν η πανδημία του κορονοϊού ανατρέψει τον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη. Παρά την υψηλή ανάπτυξη του 2021, η νομισματική πολιτική προκάλεσε επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών με την υποτίμηση της λίρας να καταγράφει ιστορικό χαμηλό και τον πληθωρισμό να φτάνει στο 61,1% τον περασμένο Μάρτιο. Με αυτά τα δεδομένα, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά πως λόγω των στενών οικονομικών δεσμών της Τουρκίας τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία, ο πόλεμος αναμένεται να διαταράξει το ενεργειακό και γεωργικό εμπόριο της χώρας, τις αφίξεις τουριστών και τις κατασκευαστικές δραστηριότητες στο εξωτερικό. Οι αυξήσεις των τιμών των εισαγωγών βασικών ειδών θα επηρεάσουν κυρίως τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, που ήδη δοκιμάζονται σκληρά αφού αναγκάζονται να δαπανούν διπλάσιο ποσοστό του προϋπολογισμού τους σε σχέση με τα εύπορα νοικοκυριά, σε τρόφιμα και στέγαση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετρά αντίστροφα για το νέο κυνήγι των υδρογονανθράκων με το «Αμπντούλ Χαμίτ Χαν» αυτή τη φορά βάζοντας «φωτιά» στην περιοχή μας.