Μενού
  • Α-
  • Α+

Κάποιες φορές είναι αδιανόητο το τι είναι ικανός να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Το μίσος, η φρίκη, η δίψα για αίμα είναι συναισθήματα και λέξεις που δεν μπορούν να περιγράψουν αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Ιστορικά γεγονότα όπως η μεγάλη ανθρωποσφαγή στους προσφυγικούς καταυλισμούς των Παλαιστινίων Σάμπρα και Σατίλα στο Λίβανο, που έγινε μια ημέρα σαν σήμερα, μένουν για πάντα εδώ προκειμένου να θυμίζουν πως το αγριότερο και πιο επικίνδυνο ζώο ήταν, είναι και θα είναι ο άνθρωπος.

Η μεγάλη ανθρωποσφαγή στους προσφυγικούς καταυλισμούς

Τον Ιούνιο του 1982 το Ισραήλ εισέβαλε στον Λίβανο (ο οποίος σπαρασσόταν από μια εμφύλια διαμάχη) με πρόσχημα την καταστολή της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) αρχηγός της οποίας τότε ήταν ο Γιασέρ Αραφάτ. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκαναν οι Ισραηλινοί ήταν να περικυκλώσουν τους δυο προσφυγικούς καταυλισμούς, ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κάποιος από εκεί. Το έκαναν αυτό ως μέτρο πίεσης δεδομένου πως η συντριπτική πλειοψηφία όσων βρίσκονταν μέσα στη Σάμπρα και τη Σατίλα ήταν παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένοι.

Με δεδομένο, λοιπόν, πως ακόμα και για τους Ισραηλινούς μια επίθεση σε προσφυγικούς καταυλισμούς με γυναικόπαιδα θα ήταν υπερβολική, έπρεπε να «εφευρεθεί» μια αιτία που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Και η αιτία βρέθηκε. Ήταν η δολοφονία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ενός εκ των ηγετών του κόμματος «Phalange», μια χριστιανική πολιτοφυλακή του Λιβάνου, που είχε σαν κύριο χαρακτηριστικό της το άσβεστο μίσος κατά των Παλαιστινίων. Ο τότε υπουργός Άμυνας του Ισραήλ (και μετέπειτα πρωθυπουργός) Αριέλ Σαρόν είχε βρει την ευκαιρία που έψαχνε. Μίλησε με τον Ελι Χομπέικα υψηλόβαθμό στέλεχος του κόμματος «Phalange» και του είπε πως πίσω από τη δολοφονία βρίσκονται οι εξτρεμιστές Παλαιστίνιοι κάποιοι από τους οποίους κρύβονται μέσα σε σπίτια στους δυο προσφυγικούς καταυλισμούς της Σάμπρα και της Σατίλα.

Οι φαλαγγίτες της «Phalange» δεν ήθελαν κάτι άλλο. Μπήκαν στους καταυλισμούς στις 16 Σεπτεμβρίου και βγήκαν ξανά στις 18/9. Επί τρεις ημέρες έκαιγαν, σκότωναν, βίαζαν και κατέστρεφαν οτιδήποτε έβρισκαν μπροστά τους. Κανένα έλεος. Καμία ενοχή για αυτή την αδιανόητη ανθρωποσφαγή. Και φυσικά κανείς δεν τους εμπόδισε. Ίσα – ίσα. Οι Ισραηλινοί που υποτίθεται πως είχαν περικυκλώσει τους καταυλισμούς και δεν άφηναν κανέναν να μπει ή να βγει, έριχναν μέχρι και φωτιστικές φωτοβολίδες κατά τη διάρκεια της νύχτας προκειμένου να υπάρχει φως στο μέρος του μαρτυρίου των παλαιστινίων προσφύγων.

Οι δημοσιογράφοι των διεθνών ΜΜΕ μετέδιδαν φρικτές εικόνες. Πτώματα γυναικών με σκισμένα ρούχα και ανοιχτά πόδια. Παιδιά με κομμένους λαιμούς. Νεαροί που είχαν εκτελεστεί πισώπλατα. Δεκάδες μωρά πεταμένα σε κατάσταση σήψης σε σωρούς σκουπιδιών… «Θυμάμαι τον γέρο με τις πιτζάμες που ήταν ανάσκελα στον κεντρικό δρόμο με το μπαστούνι του να κείται αθώο δίπλα του, τις δυο γυναίκες και το μωρό που πυροβολήθηκαν δίπλα σ’ ένα νεκρό άλογο, το ιδιωτικό σπίτι στο οποίο μπήκα για να κρυφτώ από τους δολοφόνους και βρήκα μια νεαρή γυναίκα νεκρή στην αυλή. Μερικές από τις γυναίκες είχαν βιαστεί πριν τις σκοτώσουν. Μιλιούνια οι μύγες, η οσμή της αποσύνθεσης. Αυτά θυμάται κανείς», έγραφε ο βετεράνος ανταποκριτής του «Independent» στη Μέση Ανατολή, Ρόμπερτ Φισκ, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σφαγής.

Έγκλημα δίχως τιμωρία

Οι πιο μετριοπαθείς υπολογισμοί κάνουν λόγο για 1.500 νεκρούς. Υπάρχουν άλλοι που ανεβάζουν τον αριθμό των θυμάτων σε τουλάχιστον 2.000 ενώ υπάρχουν και εκείνοι που κάνουν λόγο για περισσότερους από 3.000 αν συνυπολογιστούν και οι αγνοούμενοι.

Ποτέ κανείς δεν τιμωρήθηκε για αυτή τη δίχως προηγούμενο ανθρωποσφαγή. Μόνο ένα βελγικό δικαστήριο (μετά από μηνύσεις που είχαν καταθέσει 23 επιζώντες) και μια… ισραηλινή κρατική επιτροπή προσπάθησαν να φέρουν την υπόθεση στη Δικαιοσύνη αλλά δεν κατάφεραν κάτι. Κεντρικά πρόσωπα και στις δυο έρευνες ο Σαρόν και ο Χομπέικα. Ο πρώτος απλά έχασε για λίγο την υπουργική καρέκλα, ενώ ο δεύτερος αν και είχε χαρακτηριστεί από πολλούς ως εγκληματίας πολέμου, ποτέ δεν έκατσε στο σκαμνί. Στις 23 Ιανουαρίου 2002 ο Χομπέικα είχε δηλώσει σε Βέλγους γερουσιαστές την πρόθεσή του να παραστεί ως μάρτυρας στην πολύκροτη υπόθεση εναντίον του Ισραηλινού πρωθυπουργού, Αριέλ Σαρόν. Την επόμενη ημέρα, ένα παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο εξερράγη έξω από το σπίτι του στη Βηρυτό, σκοτώνοντας τον ίδιο και τρεις σωματοφύλακές του!

Για την ιστορία και μόνο, πάντως, θα πρέπει να αναφερθεί πως πριν τη σφαγή στους δυο καταυλισμούς ο Γιασέρ Αραφάτ που είχε διαβλέψει την τραγωδία προσπάθησε να διεθνοποιήσει το θέμα κάνοντας ένα «άνοιγμα» στη Δύση. Πρώτη του στάση, προφανώς και ήταν η Ελλάδα που είχε πρωθυπουργό τον φίλο του, Ανδρέα Παπανδρέου η υπουργός του οποίου Μελίνα Μερκούρη είχε πει πως θα «καρφώσει τη σημαία της Παλαιστίνης στα Ιεροσόλυμα»! Να σημειωθεί πως 40 μέρες μόλις μετά την νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1981 ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αναγνωρίσει την PLO, μια απόφαση που «πάγωσε» την Δύση δεδομένου πως οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ την θεωρούσαν τρομοκρατική οργάνωση!

Παπανδρέου και Αραφάτ έδωσαν κοινή συνέντευξη Τύπου στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στο Σύνταγμα αλλά η πίεση στη Δύση δεν ασκήθηκε ποτέ. Ακριβώς το αντίθετο έγινε. Η Δύση κατάφερε και πίεσε, ώστε, να σταματήσουν τέτοιου είδους εκδηλώσεις. Μόνο ο Ιταλός πρωθυπουργός ψέλλισε κάτι για... αλληλεγγύη.

Ο Αραφάτ είχε ζητήσει να εγκατασταθεί πολυεθνική δύναμη με τη συμμετοχή και της Ελλάδας στον Λίβανο, φοβούμενος εκκαθαριστικές επιχειρήσεις από Ισραηλινούς. Το αίτημα του δεν έγινε δεκτό.