Μενού
  • Α-
  • Α+

Ακόμα και σήμερα αν βρεθείτε κάπου στις Ηνωμένες Πολιτείες σε συζήτηση για τη θανατική ποινή, είναι δεδομένο πως η πλευρά που είναι κατά της εφαρμογής της θα επικαλεστεί μια σειρά από κακοδικίες που θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει έναν αθώο άνθρωπο στο θάνατο. Ίσως, το παράδειγμα που χρησιμοποιείται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι αυτό του Ρούμπιν «Hurricane» Kάρτερ ο οποίος κατηγορήθηκε, δικάστηκε, καταδικάστηκε και έμεινε στη φυλακή για 19 ολόκληρα χρόνια για έναν τριπλό φόνο που, όπως τελικά αποδείχθηκε, ουδέποτε έκανε. Αν ο Κάρτερ ήταν σε μια πολιτεία που επέτρεπε τη θανατική ποινή ίσως να είχε ακόμα πιο τραγική κατάληξη.

Η προβληματική σχέση του Kάρτερ με το Νόμο

Ο Ρούμπιν Κάρτερ, γεννήθηκε στις 6 Μαΐου 1937 στο Κλίφτον της πολιτείας Νιου Τζέρσεϊ. Δύσκολα παιδικά χρόνια, σε δύσκολες συνθήκες, σε ένα «ζόρικο» περιβάλλον που μόνο οι ισχυροί επιβιώνουν ο μικρός Κάρτερ έμαθε από μικρός να ζει μέσα στην παρανομία. Ίσως, ήταν και ο μοναδικός τρόπος για να επιβιώσει. Στα 11 του βρέθηκε κλεισμένος σε αναμορφωτήριο επειδή μαχαίρωσε έναν τύπο που προσπάθησε να τον βιάσει. Έμεινε εκεί έξι χρόνια έως ότου δεν άντεξε άλλο και δραπέτευσε. Αμέσως κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό.

Ο Κάρτερ βρέθηκε στη Γερμανία με αποστολή του στρατού και εκεί άρχισε να συμμετέχει σε αγώνες πυγμαχίας ως μέλος του στρατού. Επιτέλους είχε βρει κάτι που του άρεσε να κάνει, ωστόσο, ο τρόπος που είχε μεγαλώσει δεν του άφηναν και πολλά περιθώρια για να κάνει κατι σημαντικό αφού ο χαρακτήρας του είχε διαμορφωθεί και ο Κάρτερ ήταν ένας άνθρωπος σκληρός που ήξερε να λύνει τις διαφορές του με συγκεκριμένο τρόπο. Κάπως έτσι βρέθηκε εκτός στρατού αφού πρώτα είχε περάσει από τέσσερα στρατοδικεία!

Επέστρεψε στο Νιου Τζέρσεϊ αλλά οι μπελάδες δεν τον εγκατέλειψαν. Έκανε την πρώτη του «θητεία» στη φυλακή αφού συνελήφθη και καταδικάστηκε για δυο ληστείες. Όταν βγήκε από τη φυλακή αποφάσισε να ασχοληθεί με το μόνο που θα μπορούσε να τον κρατήσει μακριά από μπελάδες. Την πυγμαχία. Και πράγματι ο Κάρτερ αφοσιώθηκε στο άθλημα και κατάφερε όχι απλά να ξεφύγει από τους μπελάδες αλλά να λάμψει αφού η τρομακτική του γροθιά, η ταχύτητά του και το γενικότερο στιλ του επέτρεψαν να βγάζει συχνά τους αντιπάλους του νοκ-άουτ.

Λαμβάνει τον προσωνύμιο του Τυφώνα (Ρούμπιν «Hurricane» Kάρτερ) επειδή μπαίνει στα ρινγκ και σαρώνει τους αντιπάλους του όπως ένας τυφώνας σαρώνει μια πόλη. Το 1963 βρέθηκε στη λίστα με τους δέκα διεκδικητές του τίτλου των μεσαίων βαρών, ενώ προς το τέλος του 1965 βρέθηκε στην πρώτη πεντάδα. Το απόγειο της καριέρας του έφτασε στις 14 Δεκεμβρίου 1964, όταν αντιμετώπισε τον πρωταθλητή Τζόεϊ Τζιαρντέλο για τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή μεσαίων βαρών. Ο Κάρτερ έδωσε ότι είχε και δεν είχε για να πάρει τη νίκη αλλά τελικά έχασε στα σημεία με απόφαση των κριτών. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Ένιωσε ότι οι κριτές τον αδίκησαν. Το γεγονός αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στον ψυχισμό του αφού ουδέποτε κατάφερε να επανέλθει σε αυτό το υψηλό επίπεδο και η καριέρα του πήρε την κάτω βόλτα. Το ρεκόρ της καριέρας του ήταν 27 νίκες, 12 ήττες και μία ισοπαλία σε 40 αγώνες, με συνολικά 19 νοκ άουτ (8 νοκ άουτ, 11 τεχνικά νοκ άουτ) κι έλαβε τιμητικά τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή.

Το φονικό που άλλαξε για πάντα τη ζωή του «Τυφώνα»

Στις 17 Ιουνίου του 1966, στις 02.30 τα ξημερώματα, δύο άνδρες μπήκαν στο μπαρ Λαφαγιέτ στο Νιου Τζέρσεϊ κι άρχισαν να πυροβολούν. Ο μπάρμαν Τζέιμς Όλιβερ κι ένας πελάτης, Φρεντ Νάουγιοκς σκοτώθηκαν αμέσως, ενώ μετά από μήνα υπέκυψε στα σοβαρά τραύματα του ο Χέιζελ Τάνις. Και οι τρεις νεκροί ήταν λευκοί! Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, οι δράστες ήταν δύο έγχρωμοι άνδρες που διέφυγαν από το σημείο με ένα αυτοκίνητο, με άσπρο χρώμα.

Αμέσως η αστυνομία ξεκινάει έρευνες για να συλλάβει τους δυο δράστες. Βασικός ύποπτος ο στοχοποιημένος Κάρτερ και ένας ακόμα φίλος του. Οι αστυνομικοί δείχνουν φωτογραφίες των δυο υπόπτων σε έναν πελάτη που επιβίωσε του μακελειού, του Γουίλι Μάρινς αλλά και του πολυτραυματία Χέιζελ Τάνις. Κανείς από τους δυο δεν αναγνωρίζει τον Κάρτερ ή τον φίλο του. Αυτό, ωστόσο, μικρή σημασία είχε για την αστυνομία η οποία «βρήκε» δυο... αυτόπτες μάρτυρες που αναγνώρισαν τον Κάρτερ και τον φίλο τους ως τους δράστες του μακελειού. Οι δυο «μάρτυρες» ήταν λευκοί, γνώριμοι της αστυνομίας, που εκείνη την ώρα προσπαθούσαν να διαρρήξουν ένα εργοστάσιο δίπλα στο μπαρ.

Με τις μαρτυρίες αυτές ο Ρούμπιν «Hurricane» Kάρτερ και ο φίλος του δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, τον Μάιο του 1967, σε τέσσερις φορές ισόβια χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Η βαλλιστική εξέταση στα όπλα που βρέθηκαν στο άσπρο όχημα που οδηγούσε ο Κάρτερ δεν έδειξε τίποτα. Οι δυο κατηγορούμενοι δεν ερευνήθηκαν ποτέ για ίχνη πυρίτιδας, ενώ δε λήφθηκαν ποτέ δακτυλικά αποτυπώματα από το σημείο της τριπλής δολοφονίας.

Μετά από επτά χρόνια οι δυο... μάρτυρες ανακάλεσαν τις καταθέσεις τους. Ο Κάρτερ και ο φίλος του βγήκαν από τη φυλακή αλλά μετά από νέες καταγγελίες επέστρεψαν στα κελιά τους και ξεκίνησαν έναν ανένδοτο αγώνα προκειμένου να αποδείξουν την αθωότητά τους. Στη φυλακή ο Κάρτερ έγραψε το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο 16ος γύρος» προκαλώντας κύμα συμπαράστασης. Σύντομα προέκυψε πως ο Κάρτερ έπεσε θύμα μιας συνωμοσίας με ρατσιστικό υπόβαθρο κάτι που τον μετέτρεψε σε σύμβολο του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα. Η τραγουδίστρια Τζόνι Μίτσελ και ο θρύλος της πυγμαχίας Μοχάμεντ Αλί τάχθηκαν υπέρ του. Η υπόθεση ώθησε μάλιστα τον τραγουδοποιό Μπομπ Ντίλαν να γράψει και να κυκλοφορήσει το τραγούδι Hurricane προς τιμήν του, το οποίο ερμήνευσε για πρώτη φορά σε συναυλία στις φυλακές που ήταν ο Κάρτερ.

Η αναψηλάφηση της υπόθεσης έφερε στο φως νέα στοιχεία, τα οποία και οδήγησαν στην αθώωσή του. Μια ημέρα σαν σήμερα, ο Κάρτερ αποφυλακίστηκε. Μετά την απελευθέρωσή του ο Κάρτερ διετέλεσε επί 12 χρόνια εκτελεστικός διευθυντής της Ένωσης για την Υπεράσπιση των Άδικα Καταδικασμένων, μιας οργάνωσης που εδρεύει στο Τορόντο. To 1999 ο σκηνοθέτης Νόρμαν Τζούισον μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τη ζωή του Κάρτερ με τον τίτλο «The Hurricane» («Τυφώνας: Η αληθινή ιστορία») και πρωταγωνιστή τον Ντένζελ Ουάσινγκτον, o οποίος προτάθηκε για Όσκαρ α' ανδρικού ρόλου. Ο Κάρτερ, χτυπημένος από τον καρκίνο, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 76 ετών, στις 20 Απριλίου 2014 στον Καναδά.