Μενού
  • Α-
  • Α+

Η οργισμένη αντίδραση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για το πρωτοσέλιδο του Economist, «Η διαφαινόμενη δικτατορία της Τουρκίας», αποδεικνύει ότι το «χτύπημα» του βρετανικού περιοδικού υπήρξε καίριο. Πράγματι, οι Βρετανοί δημοσιογράφοι αποτύπωσαν στο χαρτί τη γενική εκτίμηση, που επικρατεί σε διεθνές επίπεδο, ότι ο Τούρκος πρόεδρος προκήρυξε τις εκλογές την 14η Μαΐου για να τις κερδίσει. Με κάθε μέσο και κάθε κόστος. Για το λόγο αυτό, είναι εξαιρετικά επικίνδυνος. Τόσο για τη μορφή του πολιτεύματος της Τουρκίας το επόμενο διάστημα, ύστερα από την αυταρχική στροφή 180 μοιρών των τελευταίων χρόνων, όσο και για τα γειτονικά κράτη με την Ελλάδα και την Κύπρο να βρίσκονται στο επίκεντρο της ακραίας επιθετικότητας ενός ανεξέλεγκτου ηγέτη, που αγωνιά για την πολιτική του και όχι μόνο επιβίωση. 

Ολες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χάνει τις προεδρικές εκλογές. Το ερώτημα όμως, που ανακύπτει από τις μετρήσεις αυτές είναι ποιος τελικά κερδίζει τις εκλογές στην Τουρκία δεδομένου ότι η αντιπολίτευση δεν έχει συμφωνήσει ακόμα στο πρόσωπο του κοινού της υποψήφιου και ενώ απομένουν πλέον λιγότερο από 4 μήνες πριν στηθούν οι κάλπες. Πέρα από σημειολογική αναφορά στην εκλογική αναμέτρηση της 14ης Μαΐου 1950 όταν ο Αντνάν Μεντερές αναδείχτηκε πρόεδρος της χώρας και το συμβολικό χαρακτήρα, που επιθυμεί να προσδώσει στη διαδικασία, ο Τούρκος πρόεδρος επισπεύδει το χρόνο των εκλογών διαβλέποντας ότι είναι δυνατό να εγκλωβίσει τον συνασπισμό της αντιπολίτευσης περιορίζοντας του τα περιθώρια πολιτικής αντίδρασης και ανάληψης πρωτοβουλιών. 

Η πραγματικότητα είναι ότι μέχρι σήμερα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει αντίπαλο στην κεντρική πολιτική σκηνή της Τουρκίας. Τα πολιτικά πρόσωπα, που μετρούνται στις δημοσκοπήσεις ως πιθανοί αντίπαλοι του, καταγράφουν σημαντικά ποσοστά περισσότερο ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής φθοράς και των επιλογών του Τούρκου προέδρου παρά ως προσωπική απήχηση στο εκλογικό σώμα. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, για τον οποίο όμως το τουρκικό καθεστώς μπορεί, εφόσον χρειαστεί, να ενεργοποιήσει τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του, βάσει της πρόσφατης καταδίκης του, βγάζοντας τον με αυτό τον τρόπο αυτομάτως εκτός εκλογικής κούρσας. 

Τα 3 σενάρια για το πού μπορεί να φτάσει ο Ερντογάν

Συνταγματική εκτροπή, «θερμό» επεισόδιο με την Ελλάδα και νοθεία στις εκλογές είναι τα 3 σενάρια, τα οποία επεξεργάζονται οι δυτικές κυβερνήσεις, αναφορικά με το τι θα μπορούσε να κάνει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να παραμείνει στην εξουσία. Στο διάστημα των 100 ημερών, που υπολείπονται μέχρι την 14η Μαΐου και θεωρείται κρίσιμο να εκδηλωθούν οι κινήσεις αυτές, είναι πιθανό να έχουν προκύψει δεδομένα, που ενδεχομένως θα καθιστούν εφικτή την επανεκλογή του Τούρκου προέδρου μέσω δημοκρατικών διαδικασιών αφήνοντας μέχρι νεωτέρας στο συρτάρι επιλογές εκτροπής. 

Στην κατεύθυνση αυτή, έχει ήδη ξεκινήσει να ξεδιπλώνεται το βασικό προεκλογικό αφήγημα του τουρκικού καθεστώτος, που επικεντρώνεται στην αδυναμία των 6 κομμάτων της αντιπολίτευσης να επιλέξουν υποψήφιο πρόεδρο. Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), Μεράλ Ακσενέρ του Καλού Κόμματος (İYİ), Τεμέλ Καραμολάογλου του Κόμματος Ευδαιμονίας (Saadet), Γκιουλτεκίν Ουισάλ του Δημοκρατικού Κόμματος (DP), Αλί Μπαμπατζάν του Κόμματος Δημοκρατίας και Προόδου (DEVA) και Αχμέτ Νταβούτογλου του Κόμματος του Μέλλοντος (Gelecek) καλούνται να πάρουν τις τελικές αποφάσεις για την προεδρική υποψηφιότητα της αντιπολίτευσης καθώς τα χρονικά περιθώρια έχουν στενέψει. Το επιχείρημα Ερντογάν ότι, «το έθνος ψάχνει για έναν πρόεδρο, που θα κυβερνήσει τη χώρα και ανησυχεί για 6 άτομα, που θα κυβερνήσουν τον πρόεδρο», είναι σίγουρο ότι θα προτάσσεται σταθερά το επόμενο διάστημα θέλοντας να τονίσει το ηγετικό προφίλ του έναντι ενός συνασπισμού κομμάτων, που δυσκολεύεται να συμφωνήσει προεκλογικά, πολύ περισσότερο να κυβερνήσει.

Η 6αρχία που προκαλεί σύγχυση

Σε αυτές τις συνθήκες, όποιος και εάν είναι ο αντίπαλος του ο Τούρκος πρόεδρος θα ισχυριστεί ότι πρόκειται για μία αδύναμη υποψηφιότητα υπό κηδεμονία, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπηρετήσει το νέο-οθωμανικό όραμα της «Μεγάλης Τουρκίας». Από την πλευρά τους, ο τρόπος με τον οποίο έχουν χειριστεί έως σήμερα οι ηγέτες της αντιπολίτευσης την πρόταση τους για συνταγματική αναθεώρηση ώστε η Τουρκία να αποκτήσει ενισχυμένο κοινοβουλευτικό σύστημα έχει δημιουργήσει σύγχυση δίνοντας την ευκαιρία στον Τούρκο πρόεδρο να επιμένει στην «6αρχία». Σύμφωνα με τις αποφάσεις, που έχουν ληφθεί, οι ηγέτες των 6 κομμάτων είναι ίσοι και θα οριστούν αντιπρόεδροι της χώρας μετά τις εκλογές. Η κατανομή των υπουργείων πρόκειται να γίνει ανάλογα με την εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος του συνασπισμού. 

Το σημείο αυτό έχει σπεύσει να εκμεταλλευτεί το τουρκικό καθεστώς προτάσσοντας τον ισχυρισμό ότι οι αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης θα έχουν προεδρικές εξουσίες ακόμα και εάν τα κόμματα τους λάβουν μόλις το 1% των ψήφων. Με λίγα λόγια, κάθε αρχηγός κόμματος θα είναι στο ίδιο επίπεδο με τον πρόεδρο δημιουργώντας ένα μοντέλο κηδεμονίας, που κατά τη θέση Ερντογάν, παραβιάζει το Σύνταγμα. Προβληματισμός όμως επικρατεί και στις τάξεις της αντιπολίτευσης αναφορικά με το πώς θα εφαρμοστεί αυτό το μοντέλο στην πράξη από τον πρόεδρο, που θα προέρχεται από τους Κεμαλιστές, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Τουρκία. Πολλοί θεωρούν δηλαδή ότι εφόσον κερδηθούν οι εκλογές ο Κεμαλιστής πρόεδρος θα μπορούσε να «αδειάσει» τους ηγέτες των μικρότερων κομμάτων του συνασπισμού των 6 χαράσσοντας τη δική του πολιτική στρατηγική.

Σε κάθε περίπτωση, με τα έως τώρα δεδομένα και αναμένοντας την αντιπολίτευση να επιλέξει προεδρικό υποψήφιο, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσιάζει την κυβερνητική πρόταση του χωρίς αντίπαλο επιχειρώντας να πείσει τους Τούρκους πολίτες. Παραμένοντας άγνωστο εάν είναι διατεθειμένοι να τον πιστέψουν ακόμα μία φορά, συντηρεί σκόπιμα την ένταση με την Ελλάδα μέχρι να δει ποιον θα έχει απέναντι του στο δρόμο προς τις κάλπες σταθμίζοντας εάν μπορεί να τον κερδίσει με δημοκρατικό τρόπο ή με εκτροπή.