Στην εποχή της απόλυτης διαθεσιμότητας των social media, των emails στη δουλειά που χτυπούν ασταμάτητα, των αλλεπάλληλων meetings, της διαρκούς πληροφορίας, της δαιμονοποίησης της απραγίας, αλλά και του ατέρμονου τροχού της αυτοβελτίωσης, η αξία της ησυχίας επαναπροσδιορίστηκε και αρχίζει να μας πλασάρεται κι αυτή ως προϊόν.
Σε έναν κόσμο που ο θόρυβος, συνδέθηκε με το να είσαι παραγωγικός, χρειάζεται μάλλον ακόμα και η σιωπή να ντυθεί το περιτύλιγμα του wellness, να μπει στη «μόδα», να πιστέψουμε με αυτόν τον τρόπο στην ανάγκη της και τελικά να πληρώσουμε για να την αποκτήσουμε και να εδραιώσουμε έτσι το κοινωνικό μας status.
Αλήθεια πόσο κοστίζει η ησυχία σήμερα;
Αγοράζουμε και φοράμε ακουστικά για να μην ακούμε κανέναν. Κλείνουμε το ακριβό μας κινητό για να μην χτυπούν οι ειδοποιήσεις και εκεί που κάποτε κανονίζαμε διακοπές για να διασκεδάσουμε με την παρέα μας, τώρα κάνουμε μοναχικές επιλογές με σκοπό για να μας αφήσουν στην ησυχία μας: ησυχαστήρια ψηφιακής αποτοξίνωσης, καταφύγια διαλογισμού και πολυτελή μέρη σιωπής έχουν πάρει τη θέση του μπανάλ «απλά δεν θα κάνω τίποτα» και γίνονται η νέα μόδα.
Ως τάση, οι διακοπές χωρίς θόρυβο απέκτησαν δική τους λέξη: «hushpitality» (από τον συνδυασμό ησυχίας και φιλοξενίας). Το λεξικό του Cambridge της ορίζει ως το είδος τουρισμού που επικεντρώνεται στην παροχή στους ταξιδιώτες ήσυχων μερών για διαμονή και μιας γαλήνιας ατμόσφαιρας χωρίς θορυβώδη δραστηριότητα ή όχληση.
Φυσικά, αυτή η νέα ταξιδιωτική φιλοσοφία δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη και γύρω της έχουν στήσει τη φιλοσοφία τους τα πιο περιζήτητα πολυτελή θέρετρα, βραβευμένα με Michelin τα οποία ανάγουν τη μοναχική σιωπή σε πρότυπο διαμονής υψηλής ποιότητας με το ανάλογο αντίτιμο.
Η σιωπή, που κάποτε συνδεόταν κυρίως με την πνευματικότητα και τη θρησκευτικότητα, αποκτά πλέον μια νέα διάσταση και μετατρέπεται σε μια από τις πιο ιδιαίτερες μορφές σύγχρονης πολυτέλειας. Πρόσφατο δημοσίευμα της Washington Post, αναφέρει ότι τα silent retreats προσελκύουν πλέον όχι μόνο ανθρώπους με θρησκευτικό ή πνευματικό υπόβαθρο, αλλά και ταξιδιώτες που αναζητούν απλώς έναν χώρο για να αποσυνδεθούν από την τεχνολογία, τον θόρυβο και τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Tην ώρα που η κοινωνική και ψηφιακή διαθεσιμότητα είναι δεδομένη, η δυνατότητα να μην απαντάς, να μην χρειάζεται να είσαι διαθέσιμος για κανέναν και να μην επικοινωνείς με κάποιον αποκτά τη δική της αξία.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: μήπως μιλάμε ήδη πολύ λίγο;
Άρθρο της Guardian αναφέρεται σε μια ανησυχητική μελέτη που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Atlantic και διαπίστωσε ότι ο αριθμός των λέξεων που εκφωνούμε καθημερινά μειωνόταν κατά περίπου 300 λέξεις τον χρόνο μεταξύ 2005 και 2019. Σε ένα δείγμα 2.197 συμμετεχόντων, ηλικίας από 10 έως 94 ετών, οι οποίοι φορούσαν συσκευές που κατέγραφαν τυχαία αποσπάσματα της καθημερινότητάς τους, διαπιστώθηκε ότι κάθε χρόνο μιλούσαν κατά μέσο όρο 338 λέξεις λιγότερες σε σχέση με τον προηγούμενο. Για τους κάτω των 25 ετών, η πτώση ήταν ακόμη μεγαλύτερη: 451 λέξεις λιγότερες.
Η τάση της σιωπής «βρισκει» τον δάσκαλό της από τη νευροεπιστήμη, ειδικά όταν αυτή περνά σε ένα είδος κοινωνικής απομόνωσης, διότι ο άνθρωπος παραμένει ένα βαθιά κοινωνικό όν.
Σε πρόσφατο δημοσίευμα του Guardian, με αφορμή το βιβλίο του νευροεπιστήμονα Ben Rein «Why Brains Need Friends», παρουσιάζονται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η ουσιαστική ανθρώπινη επαφή συνδέεται με καλύτερη σωματική και ψυχική υγεία, ενώ η παρατεταμένη απομόνωση μπορεί να ενεργοποιεί μηχανισμούς χρόνιου στρες.
Έκθεση του 2023 ανέφερε ότι η επίδραση της κοινωνικής αποσύνδεσης στη θνησιμότητα είναι συγκρίσιμη με εκείνη του καπνίσματος έως και 15 τσιγάρων την ημέρα.
Γιατί λοιπόν έχουμε πειστεί ότι χρειαζόμαστε σιωπηλές και ήσυχες ζωές; Μήπως αυτό που χρειαζόμαστε είναι περισσότερη κουβέντα, μήπως αυτό που χρειαζόμαστε είναι όχι να απαρνηθούμε την ανθρώπινη σύνδεση, αλλά τους ψηφιακούς μεσάζοντες;
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.