Μενού
  • Α-
  • Α+

Στο θεσμικό τερέν της Βουλής μεταφέρει η κυβέρνηση την αντιπαράθεση για τις παρακολουθήσεις μέσω του νομοσχεδίου που έθεσε χθες σε διαβούλευση για τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, την αναδιάρθρωση της ΕΥΠ και την απαγόρευση της εμπορίας  και χρήσης κακόβουλων λογισμικών. Στόχος του κυβερνητικού επιτελείου είναι ένα «θεσμικό αντίδοτο» στο βούρκο και τις συκοφαντίες. Απέναντι κοινώς στις ατεκμηρίωτες λίστες και τον «πόλεμο» λάσπης που χρεώνει στον ΣΥΡΙΖΑ, αντιτάσσει μία σοβαρή και ουσιαστική συζήτηση για ένα σύγχρονο και ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο που θα επιτυγχάνει τη διασφάλιση του κράτους δικαίου χωρίς εκπτώσεις στην εθνική ασφάλεια.

Θεσμικότητα και σοβαρότητα VS λάσπης και συκοφαντιών

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι νομοθετικές ρυθμίσεις εξασφαλίζουν τη διαφάνεια,  διορθώνουν διαχρονικές παθογένειες, βάζουν «μπλόκο» στη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών από σκοτεινά κέντρα και καλύπτουν κενά τα οποία αναδείχτηκαν στη διαδικασία των νόμιμων επιδυνδέσεων με την υπόθεση Ανδρουλάκη, ενισχύοντας τα φίλτρα ελέγχου και λήψης αποφάσεων ειδικά για τα πολιτικά πρόσωπα. «Με άλλα λόγια αποδεικνύουν τη δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει ένα υπαρκτό πρόβλημα με θεσμικότητα και σοβαρότητα», τονίζουν.

Η επόμενη «μάχη» θα δοθεί στη Βουλή όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα καλέσει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να πάρουν καθαρή θέση επί των αλλαγών, κινούμενος όπως και στην προχθεσινή Πολιτική Επιτροπή της ΝΔ σε υψηλούς τόνους και τονίζοντας τους κινδύνους του διχασμού της κοινωνίας και του «βούρκου» στην πολιτική ζωή της χώρας. Εκεί θα καταγραφεί και η πρώτη δια ζώσης μετωπική σύγκρουση με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κατηγορεί τον Πρωθυπουργό ως «ένοχο», ενώ ο κ. Μητσοτάκης καταγγέλλει τον ΣΥΡΙΖΑ για προσπάθεια αναβίωσης των μεθοδεύσεων της σκευωρίας Novartis.

Με τις προωθούμενες νομοθετικές διατάξεις εξάλλου η κυβέρνηση αποκρούει και μία σειρά από πυρά που δέχεται το τελευταίο διάστημα από την αντιπολίτευση. Σε αυτές συγκαταλέγεται το τριπλό φίλτρο στη νόμιμη επισύνδεση πολιτικών προσώπων μέσω της επίσπευσής της αποκλειστικά από την ΕΥΠ και την έγκριση του Προέδρου της Βουλής πριν από την υπογραφή των δύο εισαγγελέων, ο καθορισμός του όρου «λόγοι εθνικής ασφάλειας», ο ορισμός του διοικητή της ΕΥΠ εφεξής μόνο από το διπλωματικό σώμα ή απόστρατους ανώτατους αξιωματικούς και η αίτηση άρσης του απορρήτου αποκλειστικά από την ΕΥΠ ή την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία.

Άρχισε ο «πόλεμος» για την ενημέρωση του παρακολουθούμενου και την 3ετία

Στο Μέγαρο Μαξίμου φυσικά ξεχωρίζουν την επαναφορά της δυνατότητας του παρακολουθούμενου για λόγους εθνικής ασφαλείας να ενημερωθεί γι’ αυτή εκ των υστέρων, εισάγοντας όμως το αυστηρό φίλτρο της παρόδου 3 ετών από την παύση της σε συνδυασμό με την υπάρχουσα προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται ο σκοπός για τον οποίο διατάχθηκε η άρση. Η κατάργηση αυτής της δυνατότητας έχει επικριθεί σφόδρα από την αντιπολίτευση. Και οι αλλαγές, ωστόσο, είναι φανερό ότι θα αποτελέσουν νέο πεδίο οξείας αντιπαράθεσης. Ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «επισημοποίηση της ομερτά»  και «θεσμοθέτηση της επιχείρησης συγκάλυψης του σκανδάλου» ιδίως μέχρι τις εκλογές με ένα νομοσχέδιο «έκτρωμα».

«Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά σύνθετο διότι πρέπει να συνυπολογίζονται αφενός δικαιώματα αλλά και η αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας (ΕΥΠ) όταν πρόκειται για υψηλού επιπέδου κινδύνους», αντιτείνει η ΝΔ. Υπερασπίζεται, δε, την τριετία ως αναγκαία απόσταση από γεγονότα υψίστης εθνικής ασφαλείας όπως τα γεγονότα του Έβρου κα η κατασκοπεία της Ρόδου το 2020, ενώ επισημαίνουν ότι η ίδια πρακτική ακολουθείται κι από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η ρύθμιση στην οποία επίσης εστιάζει το Μέγαρο Μαξίμου είναι η επαναφορά της κακουργηματικής δίωξης για τη χρήση παράνομων λογισμικών και συσκευών με ποινή κάθειρξης έως 10 έτη και η αυστηροποίηση της ποινής σε 1 - 5 έτη από 2 για το πλημμέλημα εμπορίας και κατοχής τους. Ο Πρωθυπουργός μάλιστα έχει καλέσει τον Αλέξη Τσίπρα να απαντήσει «ποιους ήθελε να προστατεύσει ετεροχρονισμένα» με τις αλλαγές που έκανε στον Ποινικό Κώδικα παραμονή των εκλογών του 2019. Ένα ερώτημα που θα του θέσει εκ νέου και στη Βουλή.

Στο κόκκινο η κόντρα για αποδείξεις και «κουκουλοφόρους» μάρτυρες

Η κυβέρνηση έχει περάσει ήδη στην αντεπίθεση, όντας αποφασισμένη - εν αναμονή της απομάκρυνσης κάθε σκιάς από την έρευνα της δικαιοσύνης - να μην αφήνει αναπάντητο κανέναν υπαινιγμό περί δικής της εμπλοκής ή του Πρωθυπουργού και αναξιοποίητες δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, που επιβεβαιώνουν όπως λένε το ρόλο υποκινητή της εκστρατείας λάσπης και σπίλωσης που του αποδίδουν.

Σε αυτές εντάσσεται η συνέντευξη του δικηγόρου του Κώστα Βαξεβάνη και υπεύθυνου του τμήματος Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννη Μαντζουράνη, ότι οι αποδείξεις «είτε έχουν καταστραφεί, είτε έχουν φυλαχτεί σε κάποιο ντουλάπι καλοκλειδωμένες, ώστε να χρησιμοποιηθούν ή να απειλείται ότι θα χρησιμοποιηθούν προς τους κατάλληλους αποδέκτες» και συνεπώς για να βγει άκρη θα πρέπει να υπάρξουν προστατευόμενοι μάρτυρες. «Το “έργο” το έχουμε ξαναδεί», σχολίασε η Νέα Δημοκρατία, κατηγορώντας ευθέως τον ΣΥΡΙΖΑ για προσπάθεια επανάληψης της Novartis όταν με «άκουσα, κάποιος μου είπε» από «κουκουλοφόρους» μάρτυρες και καμία απόδειξη  «κρεμάστηκαν στα μανταλάκια» 10 πολιτικά πρόσωπα τα οποία αθωώθηκαν.  

Επιπλέον, ως τεκμηρίωση της εκτίμησης του Πρωθυπουργού ότι το σχέδιο φθοράς της κυβέρνησης διεξάγεται από ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία δυσανασχετούν επειδή με τη ΝΔ έχασαν τη δύναμη να επηρεάζουν την πορεία του τόπου ενώ θα ήθελαν «έναν πιεζόμενο Πρωθυπουργό και μία αγκυλωμένη κυβέρνηση», ανέγνωσε το Μέγαρο Μαξίμου την αναφορά της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ Θεανώς Φωτίου στη Βουλή ότι το θέμα των υποκλοπών συνδέεται με τα 72 δις του Ταμείου Ανάκαμψης και κάποιους επιχειρηματίες που «μπορεί να μην είναι ευχαριστημένοι ακριβώς στο πώς μοιράσατε το χρήμα και σήμερα αποκαλύπτουν τα σκάνδαλα ένα παρά ένα στις υποκλοπές».