Μενού
  • Α-
  • Α+

Μία κοινοβουλευτική εβδομάδα «φωτιά» με επίδικο τις παρακολουθήσεις προδιαγράφεται με αιχμή την κατάθεση του νομοσχεδίου για την ΕΥΠ και τα κακόβουλα λογισμικά στη Βουλή, το οποίο θα εισαχθεί προς συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή αύριο το μεσημέρι με στόχο να ψηφιστεί από την Ολομέλεια προς τα τέλη της επόμενη εβδομάδας. Η συζήτηση του νομοσχεδίου θα διεξαχθεί σε ένα ήδη ηλεκτρισμένο πολιτικό κλίμα, με τον Αλέξη Τσίπρα να σφυροκοπά τον Πρωθυπουργό με επίκαιρες ερωτήσεις για τα δημοσιεύματα του Documento με τις λίστες παρακολουθούμενων και πυρά περί «ενοχής» του και «κρυφτούλι» και την κυβέρνηση να κατηγορεί τον ίδιο και τον ΣΥΡΙΖΑ για τραμπισμό αλά γκρέκα και υιοθέτηση ανυπόστατων και αναπόδεικτων ισχυρισμών που θυμίζουν κατασκοπευτικές νουβέλες και μύθους του Αισώπου, με στόχο την πρόκληση πολιτικής ανωμαλίας.

Διαβάστε ακόμη: Δημοσκόπηση Marc: 8 μονάδες μπροστά η Νέα Δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ

Το εν λόγω νομοσχέδιο θα αποτελέσει και την αφορμή για τη δια ζώσης μετωπική σύγκρουση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αλέξη Τσίπρα, όταν αυτό εισαχθεί προς ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής, στη γραμμή της κυβέρνησης ότι οι απαντήσεις θα δοθούν θεσμικά, σοβαρά, υπεύθυνα και τεκμηριωμένα όπως απαιτεί το κρίσιμο ζήτημα της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών και όχι με όρους «λασπομαχίας». Θα είναι επίσης και μία έμπρακτη αποδόμηση της κατηγορίας του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ότι ο Πρωθυπουργός κρύβεται και δεν προσέρχεται να απαντήσει στη Βουλή.

Στο θεσμικό τερέν λοιπόν ο Πρωθυπουργός θα προβάλλει αφενός τη βούληση της κυβέρνησης για την ουσιαστική αντιμετώπιση διαχρονικών παθογενειών στο πεδίο των υπηρεσιών ασφαλείας όπως αυτές αναδείχτηκαν από την υπόθεση του Νίκου Ανδρουλάκη μέσω του εκσυγχρονισμού του πλαισίου της ΕΥΠ, αφετέρου το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ε.Ε. που απαγορεύει εφεξής καθολικά τα κακόβουλα λογισμικά παρακολούθησης επαναφέροντας το κακούργημα και αυστηροποιώντας τις ποινές για τη χρήση, την εμπορία και την κατοχή τους. Σε αυτό το πεδίο, δε, θα αναδείξει και την «υποκρισία» του ΣΥΡΙΖΑ δεδομένου ότι τέτοια λογισμικά δρούσαν στη χώρα μας και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η τότε κυβέρνηση όπως επισημαίνεται από το Μέγαρο Μαξίμου δεν έκανε τίποτα για να τα σταματήσει.  

«Όπλο» στη φαρέτρα των επιχειρημάτων του Κυριάκου Μητσοτάκη θα είναι και οι βελτιώσεις που επήλθαν στο αρχικό σχέδιο νόμου μέσω της ενσωμάτωσης βασικών παρατηρήσεων Αρχών όπως η ΑΔΑΕ, με στόχο την περαιτέρω θωράκιση του συστήματος και την ενίσχυση των φίλτρων που θα επιτύχουν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ της προστασίας της ιδιωτικότητας και της εθνικής ασφάλειας.

Οι βασικές καινοτομίες και όσα αλλάζουν

Συνοπτικά, οι 6 αλλαγές αφορούν στον περιορισμό του εύρους των «λόγων εθνικής ασφαλείας» που μπορούν να δικαιολογήσουν την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών αποκλειστικά σε ζητήματα εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, ενεργειακής ασφάλειας και κυβερνοασφάλειας. Δεύτερον, αυξάνονται οι απαιτήσεις τεκμηρίωσης του αιτήματος από την ΕΥΠ ή την Αντιτρομοκρατική για άρση του απορρήτου, καθιστώντας υποχρεωτική την αναφορά των λόγων που στοιχειοθετούν τον κίνδυνο και τη χρονική διάρκεια της παρακολούθησης.

Η διάταξη για την 3ετία  μετά από την παύση της παρακολούθησης που ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ενημερωθεί ότι τελούσε υπό νόμιμη επισύνδεση παραμένει αμετάβλητη ως προς τα 3 χρόνια, αλλά αυξάνονται τα εχέγγυα ανεξαρτησίας του τριμελούς οργάνου που αποφασίζει για την έγκριση του αιτήματος γνωστοποίησης με τη συμμετοχή σε αυτό της ΑΔΑΕ και την κατάργηση της πρόβλεψης συμμετοχής του Διοικητή της ΕΥΠ ή του Διευθυντή της Αντιτρομοκρατικής. Τέταρτον, προβλέπεται η υποχρέωση σύνταξης έκθεσης για την καταστροφή του υλικού παρακολούθησης με στόχο την περαιτέρω τυποποίηση της διαδικασίας. Οι άλλες δύο αλλαγές αφορούν στον περαιτέρω εξορθολογισμό του καταλόγου εγκλημάτων που δικαιολογούν την άρση του απορρήτου και στη σύσταση Ενοποιημένου Κέντρου Αναφοράς Κυβερνοασφάλειας.

Το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί πιθανότατα την επόμενη Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου, καθώς η κυβέρνηση θέλει να βάλει τελεία στην αντιπαράθεση των παρακολουθήσεων τουλάχιστον εντός της Βουλής, πριν ξεκινήσει η κρίσιμη μάχη του προϋπολογισμού όπου το βάρος της σύγκρουσης θα μετατοπιστεί στα πεδία της ακρίβειας, της ενεργειακής κρίσης και της κατάστασης της οικονομίας.