Μενού
averno
  • Α-
  • Α+

Αν ακουμπήσεις αυτές τις σελίδες, φρόντισε τα χέρια σου να είναι μαύρα από το κάρβουνο. Μη ρίξεις νερό, αυτό θα γίνει στο τέλος... Αν θες να σημειώσεις κάτι στο περιθώριο, πάρε τη χωμάτινη γραμμή και σπάσε τη σε όσα περισσότερα μολύβια μπορείς. Μη σβήσεις τα λάθη σου, κοίταξέ τα, αγκάλιασέ τα, κάρφωσέ τα στο στέρνο σου και προχωρά. Εδώ τα ποιήματα είναι όντως φωνές, συλλογές, του αθέατου κόσμου φωτεινές προβολές.

Εδώ η σκιά παίρνει τη σάρκα, δηλαδή το βλέμμα, και τα οστά, δηλαδή τη φαντασία, που της δίνει η ποιήτρια. Σε αυτή την καταβύθιση δεν υπάρχει συνοδηγός και οι κύκλοι της διαδρομής δεν είναι εννιά. Δεν υπάρχει αριθμός. Μόνο ρίζες βαθιές, πληγές, σπόροι που κάνουν το φως ενέργεια και χρονική παρέκβαση, χωρική μοναδικότητα και επιβεβαίωση, αυτά υπάρχουν και μέσα απ’ αυτά προχωρά ο άνθρωπος εξερευνητής, ο άνθρωπος που επιστρέφει στο μηδέν.

Στον κόσμο που εισέρχεσαι άνθρωπε, εν δυνάμει ποιητή και ποιητικό ον, κομμάτι του ποιητικού χρόνου και χώρου, η είσοδος/έξοδος γράφει το όνομα μικρής ηφαιστειακής λίμνης. Πριν μπεις δεν θα δεις κάτι υγρό, αλλά εικόνες διαμάντια, πορτοκαλί και κόκκινους στοχασμούς που καίνε και το ανεπίστρεπτο βλέμμα της Περσεφόνης. Ανεπίστρεπτο γιατί υπάρχουμε σε αυτό. Πάντα. Μαζί της, από το μπαλκόνι της, θα ατενίσεις τη θέα, τον κόσμο που κλείστηκε/απελευθερώθηκε μέσα στην ποιητική συλλογή «Αβέρνο» (Εκδόσεις Στερέωμα) της Λουίζ Γκλικ.

Ο Γκλικ και ο Γκάτσος

Ο συνεκτικός ιστός αυτής της συλλογής είναι ο μύθος της Περσεφόνης και ο στίχος του Νίκου Γκάτσου Κοιμήσου Περσεφόνη/στην αγκαλιά της γης/στου κόσμου το μπαλκόνι/ποτέ μην ξαναβγείς. Η βραβευμένη με Νόμπελ και πρόσφατα εκλιπούσα (2023) Γκλικ, λάτρευε (φαίνεται στα ποιήματά της) την ελληνική μυθολογία. Το αν γνώριζε και την ποίηση του Νίκου Γκάτσου, δεν είμαστε σε θέση να το επιβεβαιώσουμε.

Ωστόσο, διαβάζοντας την ποιητική δημιουργία «Αβέρνο», η σύνδεση μαζί του καθίσταται αναπόφευκτη. Η αμερικανίδα γράφει για την αρπαγή της κόρης και για το πώς η διάρρηξη του χρόνου και το χώρου έφεραν τη σχάση των εποχών και οι τέσσερις έγιναν δύο.

Άνοιξη-Χειμώνας και στη διαρκή εναλλαγή τους η ανάδυση μιας πραγματικότητας που ήταν κρυμμένη κάτω από το χιόνι, από τις καθημερινές ασχολίες, από τους προβληματισμούς του σήμερα, του αύριο, του χθες. Η φύση γίνεται το ενδιάμεσο πεδίο που ο σύγχρονος άνθρωπος συναντά τον αρχέγονο, ατόφιο, εαυτό του. 

Η Περσεφόνη και η αγκαλιά της γης, η μητέρα της Δήμητρα και ο Άδης, ο Δίας μας πάνε στο μετά τον θάνατο και στο μετά τη ζωή. Ο Γκάτσος, στον «Εφιάλτη της Περσεφόνης» περιγράφει την ομορφιά του τοπίου και του ιερού μυστηρίου και την εισβολή, επιβολή, του κυνικού, καταπιεστικού συστήματος που κάνει το τοπίο σφαγείο. Η Γκλικ «εισβάλλει» στους έξι μήνες καλοκαιρίας και στους έξι κακοκαιρίας και μας δίνει την εικόνα μέσα στην εικόνα, τον άνθρωπο και τον χρόνο, χώρο του καθ’ όλη τη διάρκεια της αέναης πορείας του.

Με αβάσταχτη ελαφρότητα απαντά στο «αμλετικό ερώτημα

Σε αυτή τη πολυφωνική συλλογή μαθαίνεις την καταγωγή του τίτλου. Διαβάζουμε στην αρχή του βιβλίου: «Αβέρνο. Στα λατινικά Avernus. Μικρή ηφαιστειακή λίμνη, δέκα μίλα δυτικά της Νάπολης, στην Ιταλία. Θεωρούνταν από τους Ρωμαίους ως η είσοδος στον Κάτω Κόσμο». Και η Γκλικ, με φόβο, πάθος, γνώση, περιέργεια, έμπνευση, προχωρά στον Κάτω Κόσμο και τον φέρνει σε αυτό που βιώνουμε τώρα, στον Πάνω Κόσμο. Κάτω από τη γη, το χώμα είναι ο ουρανός και το βλέμμα ο ήλιος και ο ποιητικός λόγος γίνεται άμεσος, ουσιαστικός, φιλοσοφικός και εξηγεί το «πού πάμε» και το «γιατί πάμε». 

Σε κάθε ποίημα -μα σε κάθε ποίημα- έκπληξη και εντυπωσιασμός γι’ αυτό που διαβάζεις. Ο λόγος της Γκλικ είναι δυνατός, άμεσος, καθαρός, διορατικός, υποβλητικός, σίγουρος όσο και ο ψίθυρος, «ακούει» τα μηνύματα και βλέπει τις εικόνες της γης, της φύσης. Η Γκλικ στο «Αβέρνο» δείχνει την οξυδέρκεια, τη ριζοσπατικότητα και τον καθαρό καθρεφτισμό των μύθων στα σημερινά ζητήματα, τα υπαρξιακά, τα έμφυλα, τα θεία.

Έχει το θάρρος να πει αυτά που δεν λέμε και κάθε της ποίημα δομείται πάνω στη μελετημένη αφαίρεση και στην οικονομία. Το πέρασμα στο επόμενο θέμα-εικόνα, μες το ίδιο ποίημα, γίνεται αβίαστα, ήσυχα. Σαν να μοντάρει την ταινία του σήμερα διαβάζοντας την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι και όταν βάζει τα λόγια στο χαρτί απαντά ακόμα και στο αιώνιο «αμλετικό» ερώτημα: αν ψυχή σου πέθανε, ποιανού τη ζωή/ζεις και/πότε έγινες αυτός ο άνθρωπος; [σ.75].

Η Γκλικ στο «Αβέρνο» ανατέμνει χειρουργικά, με την ακρίβεια και απαλότητα που μόνο η ποίηση μπορεί, τον μύθο της Περσεφόνης και τον κάνει ευδιάκριτη πύλη εισόδου/εξόδου της διαχρονικής ύπαρξης. 

Το τελικό αποτέλεσμα, τόσο φωτεινό, εύγλωττο και με τα χρώματα, τον ρυθμό που επιβάλλει η Γκλικ, περνά σε μας μέσα από τη μετάφραση του έμπειρου Χάρη Βλαβιανού (σ.σ έχει μεταφράσεις και τις προηγούμενες) και την επιμέλεια της Έρης Μακρή.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...