Μενού
Gen Z λεξιλόγιο
Unsplash
  • Α-
  • Α+

Η γλώσσα της Gen Z εξελίσσεται με ταχύτητες που δύσκολα μπορούν να παρακολουθήσουν ακόμα και οι πιο καλά ενημερωμένοι λεξικογράφοι — και πιθανότατα οι γονείς τους επίσης. Αυτοί οι όροι slang δεν είναι απλώς λέξεις της εποχής ή μυστικιστικά ξόρκια των social media.

Αντιθέτως, αποτελούν ένα ζωντανό, συνεχώς μεταβαλλόμενο εργαλείο έκφρασης, που ενσωματώνει την αυθεντικότητα, τον αυτοσαρκασμό και την πολιτισμική ταυτότητα της νεότερης γενιάς. Σ’ αυτή τη λίστα, λοιπόν, μαζέψαμε τους πιο χαρακτηριστικούς όρους, για να μπορείς — αν όχι να τους χρησιμοποιήσεις — τουλάχιστον να καταλάβεις τι στο καλό σημαίνουν όταν τους ακούς.

Το λεξικό της Gen Z: Οι λέξεις που πρέπει να ξέρεις

Aura: Η αόρατη αλλά διακριτή ενέργεια ή αύρα που εκπέμπει ένα άτομο, η οποία διαμορφώνει την πρώτη εντύπωση και τον τρόπο που το περιβάλλον το αντιλαμβάνεται - ένα σύνολο vibes, στάσης και προσωπικού μαγνητισμού που υπερβαίνει το εμφανές. Μπορεί να είναι θετική, μυστηριώδης, «αστρική» ή και αρνητική, επηρεάζοντας το πώς αλληλεπιδρούν οι άλλοι μαζί σου. Στην Gen Z κουλτούρα, το «aura» συνδέεται με την αυθεντικότητα και το προσωπικό στυλ, κάνοντάς το ένα είδος αθέατης ταυτότητας.

Based: Fact: Χαρακτηρισμός για άποψη που θεωρείται αυθεντική, τίμια, χωρίς φόβο για την αποδοχή. Π.χ. «Ο Τάκης είναι ιδιοφυΐα. - Based.»

Beige flag: Σημάδι/χαρακτηριστικό σε άτομο που δεν είναι red flag (τοξικό), αλλά είναι λίγο βαρετό ή περίεργο. Π.χ. «Το ότι κοιμάται με κάλτσες είναι beige flag.»

Clout: Η επιρροή, το κύρος ή η δημοφιλία που έχει κάποιος. Οι γεροντοχίψτερς το λένε «hype». Sorry not sorry.

Flex: Η επίδειξη, το «χτίσιμο» εικόνας με κάτι που έχεις ή κάνεις. Κολλάει σε όλα: από κοιλιακούς και καινούργιο αμάξι, μέχρι την τελευταία μίζερη κορπορετική επιτυχία.

Fit check: Όταν βιντεοσκοπείς ή φωτογραφίζεις το outfit σου και το ανεβάζεις online για να το παρουσιάσεις.

Gen Z λεξιλόγιο

Girls’ girl: Κοπέλα που υποστηρίζει και νοιάζεται για άλλες κοπέλες. Δεν είναι ανταγωνιστική ούτε "pick-me girl".

Gucci: Όλα καλά, τέλεια. Από τη χρήση του brand name Gucci ως συνώνυμο του "high quality / smooth". Π.χ. «Πώς πάει; – Όλα Gucci.»

Hot take: Άποψη που είναι προβοκατόρικη ή κόντρα στο ρεύμα. Π.χ. «Hot take: τα σουβλάκια είναι υπερτιμημένα.»

Ick: Κάτι που ξενερώνει απότομα ή προκαλεί αηδία στον άλλο. Π.χ. «Όταν μασάει με το στόμα ανοιχτό, μου βγάζει ick.»

Κάγκουρας: Ο όρος έχει διάρκεια και μέχρι και σήμερα αναφέρεται σε άντρες που προσέχουν πολύ την εικόνα τους, το σώμα τους, φλεξάρουν το ντύσιμο και το αμάξι τους, και όχι, δεν είναι «μαμά».

Κάρεν: Μεσήλικη έξαλλη κυρία που τσακώνεται με όποιον βρει μπροστά της επειδή δεν εξυπηρετήθηκε ή γιατί κάποιος πάρκαρε έξω από το σπίτι της. Γνωστή για τη φράση «θέλω να μιλήσω με έναν προϊστάμενο» ή «θα καλέσω την αστυνομία».

Κάνσελ (Cancel): Κοινωνικός αποκλεισμός κάποιου λόγω άσχημης/προβληματικής συμπεριφοράς. Π.χ. «Αυτό που είπε ήταν τόσο προβληματικό, τον κάνουν cancel παντού.»

Κολατσιό: Αναβίωση της λέξης για «σνακ» ή δεκατιανό, αλλά με χιουμοριστική ή και σέξι χροιά. Ένας τρόπος να δηλώσεις ότι έχεις βρεθεί ερωτικά με κάποιον. Π.χ. «Τον Γιάννη λες; Έχει κολατσίσει φίλη μου.»

Λο-κι (lowkey): Κάτι που ισχύει ή θέλεις, αλλά δεν το λες φωναχτά. Διακριτικά. Π.χ. «Λο-κι τον γουστάρω, αλλά δεν το παραδέχομαι.»

Μπρατ (brat): Κακομαθημένο άτομο ή χαρακτήρας με «attitude» που όμως γίνεται γοητευτικός. Χρησιμοποιείται και σε flirty context. Έγινε theme του περσινού καλοκαιριού λόγω του άλμπουμ της Charlie XCX, «BRAT». 

Μπρόσκι: Ο «bro», ο αδερφός, ο κολλητός.

Ντελούλου: Μια από τις superstar λέξεις της Gen Z αργκό (μαζί με τον φασέο). Σημαίνει ότι κάποιος ζει σε αυταπάτες, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα.

Periodt: Σημαίνει «τελεία», «τέλος». Υπογραμμίζει ότι αυτό που ειπώθηκε είναι οριστικό και αμετάκλητο.

Pick-me: Άτομο που προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει πως είναι «διαφορετικό από τους άλλους», πολλές φορές με τρόπο που υποτιμά άλλους, με κουτοπόνηρο τρόπο. Είναι unisex όρος, δεν αφορά μόνο γυναίκες.

POV (Point of View): Οπτική γωνία. Χρησιμοποιείται πολύ σε βίντεο ή memes, π.χ. «POV: μόλις μπήκες στο μάθημα χωρίς καφέ.»

Queer Παντελής: Το «νοικοκυρεμένο» (σύμφωνα με τα κοινωνικά κλισέ) queer άτομο. Ένα καλό παράδειγμα αυτού που η Gen Z αποκαλεί «Queer Παντελή» είναι ο Στέφανος Κασσελάκης. 

Gen Z λεξιλόγιο
Unsplash

Rizz: Χάρισμα στο φλερτ ή ικανότητα να γοητεύεις τους άλλος. Από το "charisma". Π.χ. «Έχει τρελό rizz, όλες τον θέλουν.»

Sigma (άντρας/τύπος): Άτομο (συνήθως άντρας) που ακολουθεί δικό του δρόμο, ανεξάρτητο, δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικές νόρμες ή status. Το αντίθετο του «alpha male».

Simp: Άτομο (συνήθως άντρας) που όταν είναι ερωτευμένο ή θέλει κάποιον/α, λειτουργεί υποτακτικά, κάνει τα πάντα χωρίς να παίρνει πίσω — ο «ναι σε όλα».

ΣΙΣ (sis): Φιλικό προσφώνημα μεταξύ κολλητών (από το "sister"). Επίσης, ειρωνικό όταν θες να πεις σε κάποια «ξύπνα!» Π.χ. «Σις, σοβαρέψου!»

Σουσού: To «τσάι», δηλαδή το κουτσομπολιό. Π.χ. «Έλα, σού έχω σουσού.»

Sus: Από το suspicious. Σημαίνει «ύποπτο», «κάτι δεν πάει καλά».

Τσαγάκι (tea): Κουτσομπολιό ή juicy πληροφορία. Από το αγγλικό «spill the tea». Π.χ. «Για πες, τι τσαγάκι έχεις να μου σερβίρεις;»

Τριλιζάτος: Κάποιος πολύ γυμνασμένος, ξέρεις, που παίζεις τρίλιζα στους κοιλιακούς του. 

Zaddy: Ένας ώριμος άντρας με στυλ, αυτοπεποίθηση και sex appeal. Συνήθως άνω των 30. Π.χ. «Ο Pedro Pascal είναι ο απόλυτος zaddy.»

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...