Άλλος ένας από την «παλιά φρουρά» αναχώρησε, ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ (Robert Redford) ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα προφίλ του Χόλιγουντ, απεβίωσε σήμερα πλήρης ημερών σε ηλικία 89 ετών.
Όλοι τον γνωρίζουν έστω και φυσιογνωμικά, λίγοι μπορούν να ονοματίσουν πάνω από 2-3 ταινίες στις οποίες έπαιξε. Ακόμα και ως «μειράκιο», στα τέλη του '60, η προβολή του στην μεγάλη οθόνη ήταν αδιάκοπη, ταυτόχρονα επιβλητική, αλλά και μετρημένη.
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ήταν απλά ένας πολύ κουλ τύπος, που έφερνε μία απαραίτητη μεστότητα και νηφαλιότητα ως παρουσία, δίπλα στους συμπρωταγωνιστές του, και ίσως για αυτό να μην «πούλησε» απευθείας στα Όσκαρ.
Ρομπερτ Ρέντφορντ: Στη σκιά των αστεριών
Όπως πολλοί ηθοποιοί στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ανέλαβε αρκετούς μικρούς ρόλους στο θέατρο και την τηλεόραση, συμπεριλαμβανομένων σε δημοφιλείς σειρές όπως οι «Οι Άθικτοι», «Πέρι Μέισον» και «Δρ. Κίλντερ».
Διαβάστε ακόμα: Ένα εικοσιτετράωρο μετά το videoclip των Light & ΛΕΞ για το Capo Dei Capi
Το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη έγινε το 1960 ως δευτεραγωνιστής στην ταινία Tall Story, όπου βρέθηκε να συνεργάζεται με την Τζέιν Φόντα, η οποία εύκολα τον επισκίασε
Δεν ήταν ένα ευοίωνο ξεκίνημα για την κινηματογραφική του καριέρα. Η ταινία απέτυχε, βμε το περιοδικό Time να σχολιάζει ότι «τίποτα δεν μπορεί να τη σώσει».
Ωστόσο, αυτό σηματοδότησε την αρχή μιας φιλίας ζωής με τη Φόντα, η οποία αργότερα παραδέχτηκε ότι τον ερωτευόταν κάθε φορά που συνεργάζονταν.
«Πάντα υπήρχε ένα μυστήριο επειδή δεν αποκάλυπτε τίποτα. Έχει μια αύρα γύρω του», είπε.
Το 1965, κέρδισε Χρυσή Σφαίρα ως ο πιο πολλά υποσχόμενος νεοφερμένος ηθοποιός για τον ρόλο του στην ταινία «Inside Daisy Clover» με τη Νάταλι Γουντ.
Η παγκόσμια φήμη ήρθε το 1969 με το εμβληματικό «Butch Cassidy and the Sundance Kid».
Η ερμηνεία του χαλαρού Κιντ από τον 33χρονο τότε Ρέντφορντ, σε αντίθεση με τον αεικίνητο Μπουτς του Πολ Νιούμαν, αποδείχθηκε μια από τις σπουδαίες συνεργασίες του Χόλιγουντ.
Κατά ειρωνικό τρόπο, ο Ρέντφορντ παραλίγο να χάσει τον ρόλο, όταν ένα στέλεχος στούντιο είπε: «Είναι απλώς ένας ακόμα ξανθός του Χόλιγουντ. Πέτα ένα ξύλο από το παράθυρο στο Μαλιμπού, θα πετύχεις έξι σαν κι αυτόν».
Το στούντιο έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την πρόσληψη του Ρέντφορντ, μέχρι που ο Νιούμαν -ένας τεράστιος και καταξιωμένος σταρ- παρενέβη και επέμεινε. Οι δύο ηθοποιοί διαπίστωσαν ότι μοιράζονταν την ίδια αγάπη για το θέατρο και παρέμειναν στενοί φίλοι μέχρι τον θάνατο του Νιούμαν το 2008.
Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Τα πρώτα δείγματα γραφής
Ο Ρέντφορντ ήταν υποψήφιος για Όσκαρ για τον ρόλο του στην ταινία «The Sting» ως Τζόνι Χούκερ, ενός μικροαπατεώνα που ενώνει τις δυνάμεις του με τον χαρακτήρα του Νιούμαν για να εξαπατήσουν έναν μοχθηρό αρχηγό του εγκλήματος.
Διαβάστε ακόμα: Στο Φάρο: Η Βιρτζίνια Γουλφ και το πινέλο που ακουμπά στον αέρα
Η ταινία, με το χαρακτηριστικό soundtrack ragtime, τελικά κέρδισε επτά βραβεία Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένου του βραβείου καλύτερης ταινίας -αν και ο Ρέντφορντ έχασε το βραβείο καλύτερου ηθοποιού από τον Τζακ Λέμον.
Ήταν η μόνη φορά που ο Ρέντφορντ προτάθηκε ποτέ στην κατηγορία καλύτερου ηθοποιού στα βραβεία Όσκαρ. Δεν δικαίωσε όμως ποτέ όσους τον έβλεπαν ως άλλον έναν «χαζό ξανθό».
Οι υποκριτικοί ρόλοι του συνέχισαν να έρχονται καθ' όλη τη δεκαετία του '70, αν και υπήρξαν ανάμεικτες κριτικές για την ερμηνεία του ως ο αινιγματικός «μπον βιβέρ» στην κινηματογραφική μεταφορά του «The Great Gatsby», και δεν έλαμψε όσο η Μπάρμπρα Στράιζαντ στην ταινία «The Way We Were».

Αλλά το 1974, ο Ρέντφορντ αγόρασε τα δικαιώματα της ταινίας «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου», μια αφήγηση του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ από τους Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστάιν - τους δύο δημοσιογράφους της Washington Post που το αποκάλυψαν.
Ρόμπερτ Ρέντφορντ: H αναγνώριση
Το πασίγνωστο πλέον πολιτικό θρίλερ κυκλοφόρησε το 1976, με τον Ρέντφορντ να υποδύεται το πραγματικό πρόσωπο του Μπομπ Γούντγουορντ, δίπλα στον Ντάστιν Χόφμαν ως Καρλ Μπερνστάιν.
Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία, κερδίζοντας τέσσερα Όσκαρ - συμπεριλαμβανομένων αυτών για το καλύτερο διασκευασμένο σενάριο και το καλύτερο β' ανδρικού ρόλου για τον Τζέισον Ρόμπαρντς, αλλά πάλι, καμία ιδιαίτερη διάκριση για τον Ρέντφορντ.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Ρέντφορντ έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την ταινία «Ordinary People» του 1980, μια πραγματεία για την κατάρρευση μιας οικογένειας της μεσαίας τάξης μετά τον θάνατο ενός από τους γιους της. Η ταινία του χάρισε το πρώτο και μοναδικό του Όσκαρ, ως καλύτερος σκηνοθέτης.
Βέβαια, η κατάκτησή του παίρνει άλλες διαστάσεις, αν αναλογιστούμε πως εκείνη τη χρονιά, διαγωνιζόταν απέναντι στον Ντέιβιντ Λιντς για το «Elephant Man», στον Μάρτιν Σκορτσέσε για το «Raging Bull», στον Ρίτσαρντ Ρας για το «Stuntman», και στον Ρομάν Πολάνσκι για το «Tess».
Την ίδια περίπου εποχή, ίδρυσε το Ινστιτούτο Sundance για να παρέχει δημιουργική και οικονομική υποστήριξη σε ανεξάρτητους κινηματογραφιστές. Στη συνέχεια έγινε πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Γιούτα, το οποίο αργότερα μετονομάστηκε στο πα;σίγνωστο πλέον Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance.
Με την πάροδο του χρόνου, το φεστιβάλ έγινε ένα κεντρικό δρώμενο στο κινηματογραφικό ημερολόγιο, παρουσιάζοντας το έργο πολλών σκηνοθετών που έγιναν γνωστοί, όπως ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Στίβεν Σόντερμπεργκ.
Πηγή: BBC
- LIVE από τη Μέση Ανατολή: Εισβολή του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο - Επιθέσεις με drones από το Ιράν
- Εγκλωβισμένος στο Ομάν ο γιος του Αντώνη Γούναρη: «Δεν υπάρχει πρεσβεία»
- Γιατί η Ελλάδα επιλέγει την Κάρπαθο για ανάπτυξη συστοιχίας Patriot - Η στρατηγική σημασία για το Αιγαίο
- Πόσα καταφύγια έχει η Ελλάδα: Πού βρίσκονται σε Αθήνα και Πειραιά
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.