Την Ειρήνη Λαμπρινοπούλου, τη γνώρισα το φθινόπωρο του 2024. Την εποχή εκείνη σκηνοθετούσε τη Λυγερή του Ανδρέα Καρκαβίτσα, στην Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών του Εθνικού Θεάτρου. Η παράσταση είχε συζητηθεί πολύ και το όνομά της ακόμη περισσότερο. Μέχρι και σήμερα, αν με ρωτήσει κανείς για τις παραστάσεις που έχω δει και ξεχωρίζω, η δουλειά εκείνη της Ειρήνης, δεν λείπει ποτέ από την πεντάδα.
Γεννημένη το 1997, η Ειρήνη Λαμπρινοπούλου αποφοίτησε από το Τμήμα Σκηνοθεσίας της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου το 2021 και έκτοτε δεν έχει σταματήσει να σκηνοθετεί. Έχει εργαστεί ως βοηθός σε σημαντικές παραστάσεις στη Στέγη, στο Εθνικό και στο Θέατρο Πόρτα. Έχει σκηνοθετήσει μεταξύ άλλων τις παραστάσεις: Οι Μελλοθάνατοι ή Zoochosis Under Panopticon (Ωδείο Αθηνών, 2021), Το Διαβατήριο (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2023), η Λυγερή του Ανδρέα Καρκαβίτσα (Εθνικό Θέατρο 2024), Πνεύμονες (Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα 2025). Έχει διαμορφώσει τη δική της ταυτότητα και έχει εισέλθει δυναμικά στη λίστα με τα ονόματα εκείνα των δημιουργών, που όταν τα δεις στους συντελεστές μιας παράστασης, ξέρεις ότι πρόκειται για μια δουλειά, που θα θυμάσαι για καιρό.
Φέτος, αναμετριέται σκηνοθετικά με το σημαντικό έργο - τομή για τα όρια της συναίνεσης, τη «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας» (Le Consentement), το οποίο αναδιαμόρφωσε τη δημόσια συζήτηση γύρω από την κατάχρηση εξουσίας. Το πολυσυζητημένο κείμενο που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, φέρνει στο φως το βίωμα της ίδιας της συγγραφέως, της Γαλλίδας Vanessa Springora, η οποία είχε συνάψει σχέση ως δεκατετράχρονη ανήλικη, με τον 52χρονο συγγραφέα Gabriel Matzneff, σημαίνον πρόσωπο των Γραμμάτων με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις.

Πώς ήρθες σε επαφή με το έργο και τι σε κινητοποίησε;
«Ήρθα σε επαφή με το έργο χάρη στη Βένια Σταματιάδη, η οποία παίζει στην παράστασή μας τη Vanessa Springora. Συναντηθήκαμε σε ένα καφέ τον περασμένο Δεκέμβριο, αφού κι η ίδια μόλις το είχε πρωτοδιαβάσει. Ήταν πολύ ενθουσιασμένη που το είχε βρει και ταυτόχρονα σοκαρισμένη τόσο για την ιστορία - που είναι αληθινή - όσο και για το γεγονός ότι δεν την είχαμε ακούσει στην Ελλάδα τόσα χρόνια. Τη θυμάμαι να μου λέει: "διάβασα κάτι που δε μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου". Ε, λοιπόν, και σ’ εμένα συνέβη κάτι αντίστοιχο λίγες μέρες μετά. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι δεν πρόκειται για ένα έργο που απλώς διαβάζεις και λες "ενδιαφέρον", γιατί αυτόματα έμπαινες σε μία θέση ευθύνης. Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο στη Vanessa Springora ή τον Matzneff, αλλά σε έναν ολόκληρο μηχανισμό σιωπής που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τον έχουμε όλοι συναντήσει.
Η Βένια ανέλαβε και τη μετάφραση του κειμένου, κάτι που έκανε τη διαδικασία πολύ οργανική. Δουλεύαμε πάνω σε μια γλώσσα που γεννιόταν σχεδόν ταυτόχρονα με τη σκηνική της μορφή. Όλα ήταν εν εξελίξει, κάτι που με χαροποιεί πάντα, όσο αποσταθεροποιητικό κι αν φαίνεται στην αρχή».
Τι σε συγκλόνισε περισσότερο;
«Πολλά πράγματα. Θα ξεκινήσω με τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία μπορεί να φοράει το πιο "όμορφο" προσωπείο και θα συνεχίσω με το πώς καταφέρνει να κρύβεται πίσω από τη λέξη τέχνη, διανόηση, ελευθερία. Πώς ένας άνθρωπος μπορεί να μιλά για επιθυμία και στην πραγματικότητα να περιγράφει βία; Και μάλιστα να τον επικροτούν όλοι για αυτό;
Αλλά ίσως αυτό που με τάραξε περισσότερο ήταν η συλλογική σιωπή. Όλοι ήξεραν: πολιτικοί, εκδότες, δημοσιογράφοι, καθηγητές, οι διανοούμενοι της εποχής. Και, όμως, κανείς δεν μιλούσε. Εκεί συνειδητοποιείς ότι δεν μιλάμε για ένα "τέρας", αλλά για ένα σύστημα που επιτρέπει, ανέχεται και υποθάλπτει. Και εκεί ασφαλώς μπαίνει και η δική μου προσωπική εμπλοκή, αναγκάστηκα να σκεφτώ τις δικές μου σιωπές: τι δεν είδα, τι δεν άκουσα, πού δεν μίλησα».

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις;
«Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να μη γίνουμε μέρος του ίδιου μηχανισμού που καταγγέλλουμε, δηλαδή να μη δώσουμε χώρο στη βία με τρόπο θεαματικό, να μη “ρομαντικοποιήσουμε” μία σχέση που βασίζεται σε μία συστηματική εγκληματική πρακτική.
Υπήρξε μεγάλη συζήτηση στις πρόβες για το αν και πώς θα ακουστούν τα λόγια του ίδιου του Matzneff στην παράστασή μας και γιατί. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που στη γαλλική κοινωνία ήταν ευρέως γνωστός και αντίστοιχα και το καλλιτεχνικό του έργου. Σε εμάς είναι άγνωστος και για αυτό ήταν ένα μεγάλο στοίχημα να επικοινωνήσουμε το ότι οι πρακτικές του, η κατ’ εξακολούθηση σχέση του με ανήλικα άτομα, αποτελούσε υλικό για τα επόμενα λογοτεχνικά του πονήματα. Έτσι, βρεθήκαμε μπροστά στο ερώτημα αν έπρεπε να αποκτήσουν αυτονομία πάνω στη σκηνή. Το στοίχημα ήταν να λειτουργήσουν αποκαλυπτικά, να φαίνεται ο μηχανισμός πίσω από τη γλώσσα. Όχι να ωραιοποιήσουμε τον μύθο, αλλά να καταδείξουμε την κατασκευή του. Ελπίζω να το πετύχαμε».

Πώς θα ήθελες να φύγει ο θεατής;
«Αυτή πάντα είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Δεν ξέρω πως μπορεί να φύγει κάποιος από την παράσταση που φτιάξαμε, ελπίζω όμως να έχει λίγο μετακινηθεί. Να μπορέσει αυτή την ιστορία να την πάρει μαζί του και να μην την ξεχάσει μέσα στις επόμενες δύο ώρες. Η αναστάτωση πάντοτε είναι ωφέλιμη, ειδικά σε μία τέτοια ιστορία, όπως αυτή που διαπραγματευόμαστε εμείς, που μιλάει για έναν εγκληματία και μία κοινωνία που σιωπά.
Ίσως, αν ο θεατής φύγει λίγο πιο ευάλωτος, λίγο πιο προσεκτικός απέναντι στον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω του, τότε η παράστασή μας - και η οποιαδήποτε - να έχει κάνει τη δουλειά της».
Πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη σκηνοθεσία;
«Από μικρή έκανα θέατρο, σε θεατρικά εργαστήρια και θεατρικές ομάδες, και έβρισκα εκεί έναν χώρο ελευθερίας και πραγματικής επικοινωνίας με τους άλλους. Μετά το σχολείο, πέρασα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό, ωστόσο… κατάλαβα γρήγορα ότι αυτός ο δρόμος δεν ήταν για εμένα. Στα πρώτα δύο χρόνια του Πανεπιστημίου, ήμουν αρκετά χαμένη, έψαχνα να δω τι θα κάνω. Σε αυτό το διάστημα, μία μέρα, η μητέρα μου διάβασε στην εφημερίδα ότι θα ανοίξει το πρώτο τμήμα σκηνοθεσίας στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και με προέτρεψε να προετοιμαστώ για να δώσω εξετάσεις.
Πιο συγκεκριμένα, η σχέση μου με τη σκηνοθεσία, μάλλον ξεκίνησε από την επιθυμία μου να κάνω θέατρο και από διάφορα δικά μου βιώματα που όπως φαίνεται πως είχα ανάγκη να τα επικοινωνήσω για να τα ξαναδώ, να τα διορθώσω ίσως μέσα από νέες ιστορίες και ξένους ήρωες και κατ’ επέκταση να συνδεθώ με τους ανθρώπους γύρω μου».
«Μπαίνουμε σε μία λογική να μη σκεφτόμαστε, να μη δημιουργούμε, αλλά να βλέπουμε το θέατρο ως έναν τόπο διαρκούς παραγωγής. Και μετά είναι η εμμονή με τους αριθμούς. Sold out, εισιτήρια, προβολή. Κάτι που ασφαλώς καταλήγει να είναι βαθιά αντικαλλιτεχνικό».

Τι σε διαμόρφωσε περισσότερο;
«Σίγουρα οι άνθρωποι που κουβαλάω μέσα μου. Και κυρίως οι νέοι άνθρωποι με τους οποίους βρεθήκαμε στη σχολή, μέσα σε μια περίοδο όπου όλα έμοιαζαν ανοιχτά και ρευστά. Εκεί γνωρίσαμε καταξιωμένους δημιουργούς, αλλά κυρίως ήρθαμε σε επαφή με άλλες κοσμοθεωρίες, με διαφορετικούς τρόπους να βλέπεις τον κόσμο, την τέχνη, τον εαυτό σου. Παρακολουθούσαμε ο ένας την εξέλιξη του άλλου, κάθε εβδομάδα, σχεδόν από απόσταση αναπνοής. Αυτή η διαρκής τριβή μάς έμαθε να αμφιβάλλουμε, να ξαναρχίζουμε, να μην επαναπαυόμαστε ποτέ σε μια βεβαιότητα.
Με διαμόρφωσε επίσης η πίστη της νέας γενιάς δημιουργών ότι, ακόμα και μέσα σε αυτόν τον "βούρκο", κάτι μπορεί να αλλάξει. Ότι δεν δημιουργούμε για να ξεχωρίσουμε, αλλά για να μετακινήσουμε, έστω και λίγο, το βλέμμα. Υπάρχει μέσα μας μια ζωτική ανάγκη να πιστεύουμε πως το θέατρο είναι τόπος συνδιαλλαγής, ένας χώρος όπου προτάσσεται ο άνθρωπος, η ζωντάνια, η ίδια η ζωή. Ένας χώρος όπου μπορούμε να συναντηθούμε χωρίς άμυνες.
Με συγκινεί βαθιά η ευαλωτότητα των ανθρώπων και η μη σιγουριά τους. Είναι από τα πιο γοητευτικά πράγματα που έχω δει. Δημιουργείς, άρα εκτίθεσαι. Και εκτίθεσαι σημαίνει ότι αρνείσαι τη γνώση που είχες μέχρι τώρα, ότι αφήνεις χώρο στο άγνωστο. Ένας αγαπημένος δάσκαλος μας έλεγε: "Το σημαντικό δεν είναι τι κάνεις, αλλά γιατί το κάνεις τώρα". Αυτό το κουβαλάω σε κάθε δουλειά. Προσπαθώ να μη σκηνοθετώ για να σκηνοθετώ, αλλά γιατί κάτι μέσα μου δεν με αφήνει ήσυχη αν δεν ειπωθεί».

Υπάρχει χώρος για νέους δημιουργούς;
«Ειλικρινά, πολύ δύσκολα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν φωνές, αλλά γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες. Υπολειπόμαστε χώρων, χρόνου και ασφάλειας. Οι περισσότεροι δουλεύουμε με εξάντληση, με πολλαπλές δουλειές, με ένα άγχος επιβίωσης. Οι επιχορηγήσεις είναι εξαιρετικά λίγες και ακόμη κι αν είσαι από τις τυχερές, τους τυχερούς, οι ιδιώτες παραγωγοί καταλήγουν συχνά μονόδρομος. Κάπως έτσι, ξεκινάει ένα πλαίσιο συμβιβασμού. Μιλάμε για ελευθερία μέσα σε ένα πλαίσιο που σε περιορίζει εξ αρχής.
Κι όμως, βλέπω γύρω μου ανθρώπους που επιμένουν. Που κάνουν θέατρο σε υπόγεια, σε σπίτια, σε αυλές, με δικά τους έξοδα, με κατάθεση πολύτιμου προσωπικού χρόνου. Κι αυτό με κάνει πολύ χαρούμενη και με γεμίζει ελπίδα».
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις του θεάτρου σήμερα;
«Η επισφάλεια. Το ότι δεν υπάρχει χρόνος για βάθος, καθώς όλα πρέπει να γίνουν γρήγορα, με το μικρότερο δυνατό κόστος. Μπαίνουμε σε μία λογική να μη σκεφτόμαστε, να μη δημιουργούμε, αλλά να βλέπουμε το θέατρο ως έναν τόπο διαρκούς παραγωγής. Και μετά είναι η εμμονή με τους αριθμούς. Sold out, εισιτήρια, προβολή. Κάτι που ασφαλώς καταλήγει να είναι βαθιά αντικαλλιτεχνικό.
Και τέλος, αυτό που με απασχολεί πιο πολύ είναι η πολιτική στάση του θεάτρου στο σήμερα. Ό,τι κι αν κάνουμε είναι πολιτικό, αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Κατ΄ επέκταση, κάθε παράσταση, κάθε δημιουργός, με μία παράσταση παίρνει θέση. Tο ζήτημα είναι ποια θέση παίρνει».
***
Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας
Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν, Υπόγειο
- Ο Παναγόπουλος και τα αγνοούμενα κονδύλια: Πώς είχε στηθεί η κομπίνα με τα προγράμματα κατάρτισης
- «Δεσμεύτηκε η περιουσία γνωστού δημοσιογράφου της ΕΡΤ»: Το σχόλιο της Ράνιας Τζίμα
- Πρώτη φορά πατέρας: Η μέρα που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ
- Ένταση Πολάκη στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ - Ζήτησε ξεκάθαρο μήνυμα για τον Τσίπρα
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.