Μενού
  • Α-
  • Α+

«Μη διστάσετε να ενεργήσετε ωσάν να ευρίσκεστε σε μια κατακτημένη πόλη όπου έχει ξεσπάσει μια τοπική εξέγερσις», έγραφε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ σε απόρρητο τηλεγράφημα που είχε στείλει στον στρατηγό Σκόμπι. Και αυτό ακριβώς έκαναν τα βρετανικά στρατεύματα εκείνον τον ματωμένο Δεκέμβρη του 1944. Λιγότερο από δυο μήνες μετά την απελευθέρωση από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. Πολλές οι ιστορίες από τις μάχες εκείνων των ημερών. Ξεχωρίζει, ωστόσο, το ξεχασμένο «Πολυτεχνείο» το οποίο έχει ανατριχιαστικές ομοιότητες με το άλλο «Πολυτεχνείο», της 17ης Νοέμβρη του 1973. Μια ιστορία ξεχασμένη, που μόνο ξεχασμένη δε θα έπρεπε να είναι.

Τα αιματοβαμμένα Δεκεμβριανά

Με την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων και τη λήξη της γερμανικής κατοχής, στην Ελλάδα δημιουργήθηκε ένα κενό εξουσίας το οποίο, προφανώς, και θα έπρεπε να καλυφθεί. Από τη μία υπήρχε το πανίσχυρο ΕΑΜ. Από την άλλη, ωστόσο, οι Σύμμαχοι είχαν συμφωνήσει πως η Ελλάδα θα περάσει στη δυτική σφαίρα επιρροής μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αυτό περιέπλεκε τα πράγματα.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1944 φτάνει στην Αθήνας ο Γεώργιος Παπανδρέου και δυο ημέρες μετά φτιάχνει κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας όπου συμμετέχουν και έξι ΕΑΜικοι υπουργοί. Στις 5 Νοεμβρίου ο Παπανδρέου ανακοινώνει πως σε συνεργασία με τον στρατηγό Σκόμπι που ήταν επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής δύναμης στην Ελλάδα αποφάσισαν να αποστρατευτούν τόσο ο ΕΛΑΣ όσο και ο ΕΔΕΣ. Την 1 Δεκεμβρίου οι ΕΑΜικοι υπουργοί αποχωρούν από την κυβέρνηση.

Το ΕΑΜ αποφασίζει να κάνει επίδειξη δύναμης και διοργανώνει μια τεράστια διαδήλωση στο Σύνταγμα, στις 3 Δεκεμβρίου 1944. Σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς περισσότεροι από 500.000 διαδηλωτές βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στο Σύνταγμα. Το συλλαλητήριο, ωστόσο, βάφτηκε στο αίμα όταν οι δυνάμεις ασφαλείας με εντολή του τότε αστυνομικού διευθυντή Αθηνών, Άγγελου Έβερτ (πατέρα του πολιτικού και αρχηγού της Ν.Δ. Μιλτιάδη Έβερτ) άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών δολοφονώντας 30 άτομα και τραυματίζοντας 148!

Την επόμενη ημέρα οι κηδείες των θυμάτων μετατρέπονται σε πεδία σφοδρών ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ ανταρτών του ΕΛΑΣ και κυβερνητικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά υπήρχαν περίπου 20.000 άνδρες του ΕΛΑΣ που γρήγορα κατάφεραν και έλεγχαν όλη την Αθήνα. Από την άλλη η κυβέρνηση είχε στη διάθεση της 10.000 μάχιμους άνδρες στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι άνδρες της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας, που είχε έλθει με δάφνες από το Ρίμινι με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Θρασύβουλο Τσακαλώτο (θείο του υπουργού Οικονομικών και στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδη Τσακαλώτου) και άλλους 5.000 Βρετανούς στρατιώτες με επικεφαλής τον στρατηγό Σκόμπι.

Ακολούθησαν σχεδόν καθημερινές μάχες (με γνωστότερη από αυτές τη μάχη στου Μακρυγιάννη). Στις 5 Ιανουαρίου 1945 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα, υπό την πίεση των υπέρτερων κυβερνητικών και βρετανικών δυνάμεων. Στις 11 Ιανουαρίου ο ΕΛΑΣ υπέγραψε ανακωχή με τους Βρετανούς και στις 12 Φεβρουαρίου 1945 έληξαν και τυπικά τα «Δεκεμβριανά», με τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Το άγνωστο «Πολυτεχνείο»

Μια από τις ημέρες που έγιναν οι σφοδρότερες και αγριότερες μάχες των Δεκεμβριανών ήταν η 5η Δεκέμβρη του 1944. Εκείνη τη μέρα σημειώνονται οι πρώτες αεροπορικές εξορμήσεις της RAF πάνω από την Αθήνα. Έπειτα από διήμερη μάχη, ο ΕΛΑΣ αποτυγχάνει να καταλάβει τις φυλακές Συγγρού. Εκείνη την ημέρα οι βρετανικές δυνάμεις έχουν τους δύο πρώτους νεκρούς τους. Ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Γιώργης Σιάντος, ενημερώνει, με τηλεγράφημά του, τη Μόσχα πως «δεχόμαστε την απροκάλυπτη παρέμβαση των αγγλικών δυνάμεων παντού. Συνεχίζουμε τον αγώνα».

Ο Τσόρτσιλ με τηλεγράφημά του στον Σκόμπι τον εξουσιοδοτεί εν λευκώ για την ανάληψη κάθε δράσης που αυτός κρίνει αναγκαία. Το τηλεγράφημα είναι σκληρό και σαφές: «Χωρίς αιματοχυσία, αν είναι δυνατόν, αλλά και με αιματοχυσία, αν αυτό είναι αναπόφευκτο. Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως εάν ευρίσκεσθε σε κατακτηθείσα πόλη στην οποία εξεδηλώθη τοπική ανταρσία». Την ίδια ώρα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ με ανακοίνωσή του καταδίκασε τη βρετανική παρέμβαση στα ελληνικά πράγματα.

Κυριολεκτικά και μεταφορικά η Αθήνα φλέγεται. Το μεσημέρι της 5ης Δεκεμβρίου, ένα τμήμα του ΕΛΑΣ Σπουδαστών, του μετέπειτα Λόχου «Λόρδος Μπάιρον», με επικεφαλής τον Γρηγόρη Φαράκο, καταλαμβάνει το Πολυτεχνείο θέλοντας να επιτεθεί στη Γενική Ασφάλεια που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, επί της οδού Πατησίων. Ως απάντηση Άγγλοι αλεξιπτωτιστές εισβάλλουν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ανοίγοντας πυρ. Μπαίνουν στο κτίριο της Πρυτανείας, σκοτώνουν και τραυματίζουν όσους νεαρούς ΕΛΑΣίτες βρίσκουν μπροστά τους. Ένα από τα βρετανικά τανκς που είχαν περικυκλώσει το κτίριο πέφτει πάνω στη σιδερένια πύλη του Πολυτεχνείου και την γκρεμίζει.

«Οι τραυματίες έμειναν στο έλεος των Εγγλέζων, πεσμένοι πάνω στο δάπεδο του διαδρόμου, πνιγμένοι στα αίματά μας, να βογκάμε και μερικοί να ξεψυχάνε. Τα πόδια μου και τα δυο τα αισθανόμουνα σαν λιωμένα. (…). Άρχισα να σέρνομαι στον διάδρομο. Σύρθηκα περίπου 30 μέτρα. Βγήκα από την πόρτα στο πλατύσκαλο και γαντζώνοντας τα χέρια μου στα σκαλιά, κατάφερα να κατέβω τη μικρή μαρμάρινη σκάλα που έβγαζε στην αυλή του Πολυτεχνείου. (…) Όπως ήμουνα ξαπλωμένος ανάσκελα και ανίκανος πια να κάνω οτιδήποτε, παρακολούθησα λεπτό με λεπτό τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μέσα στον χώρο του Πολυτεχνείου» έγραψε αργότερα ο αγωνιστής Φοίβος Τσέκερης, φοιτητής της Αρχιτεκτονικής και διμοιρίτης του Λόχου «Μπάιρον». 

Ανάμεσα στους μαχητές του Λόχου «Μπάιρον» βρισκόταν ο Κώστας Αξελός αλλά και ο Ιάννης Ξενάκης, μέλος της ΕΠΟΝ, φοιτητής του Πολυτεχνείου και μετέπειτα διάσημος συνθέτης και αρχιτέκτονας. Μετά την εισβολή του βρετανικού άρματος μάχης και τη ρίψη οβίδων από τους Αγγλους προς τους φοιτητές, ο Ξενάκης τραυματίζεται σοβαρά, με αποτέλεσμα να χάσει το αριστερό του μάτι και να αλλοιωθεί η αριστερή πλευρά του προσώπου του.

Τραυματίας θα βγει από τη μάχη του Πολυτεχνείου και ο ΕΠΟΝίτης σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, ο οποίος στα γεγονότα εκείνα θα συλληφθεί από τους Βρετανούς. Ο Δαμιανός μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο είχαν νωρίτερα σταθεί μπροστά στο βρετανικό τανκ, δίνοντας την ευκαιρία σε σπουδαστές του Λόχου «Μπάιρον» να διαφύγουν. Ο Κούνδουρος ήταν τότε μόλις 17 ετών. Στη μάχη του Πολυτεχνείου πολέμησε έχοντας διαμπερές τραύμα στο αριστερό του χέρι και έφυγε έχοντας τρεις σφαίρες σφηνωμένες στο σώμα του, «υπολείμματα», όπως διηγιόταν ο ίδιος, «από τις 50 σφαίρες πολυβόλου» που είχαν κάνει κόσκινο τον φίλο και συμφοιτητή του Ισίδωρο.

Μετά την μάχη του Πολυτεχνείου ο Λόχος υποχωρεί με απώλειες προς την πλατεία Εξαρχείων. Την επόμενη ημέρα επιτυγχάνεται ανακατάληψη του Πολυτεχνείου από το Λόχο, που ανασυντάσσει τις δυνάμεις του και με νέες σκληρές εφόδους ανατινάζει το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.