Μενού
papagiannopoulou
Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου | Τύπος της εποχής
  • Α-
  • Α+

Υπάρχει ένα λάθος το οποίο επαναλήφθηκε στον τίτλο του κειμένου. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν ήταν στιχουργός. Ήταν ποιήτρια. Είναι ίσως η κορυφαία λαϊκή ποιήτρια. Έγραψε για τους πόνους και τα βάσανα. Όχι για να πουλήσει ή να πλουτίσει. Αλλά για να τα βγάλει από μέσα της. «Δεν έχω μπαλκόνι να ρθει χελιδόνι να χτίσει φωλιά» είχε γράψει η γυναίκα που ήταν αρχόντισσα αλλά και αλήτισσα. Άγγελος αλλά και δαίμονας. Η γυναίκα που έφυγε μια ημέρα σαν σήμερα από τη ζωή και από τότε δεν βρέθηκε άλλη που να μπορεί έστω να την πλησιάσει σε ποιότητα.

«Δύο πόρτες έχει η ζωή»

Η Ευτυχία Χατζηγεωργίου - Οικονόμου γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας, κατά δήλωση της ίδιας, το 1896. Υπάρχουν αναφορές, πάντως, που λένε ότι γεννήθηκε τρία χρόνια νωρίτερα, το 1893. Της άρεσε το διάβασμα. Έγινε δασκάλα. Παντρεύτηκε τον αρκετά μεγαλύτερό της έμπορο Κωστή Νικολαΐδη, αποκτώντας μαζί του δύο κορίτσια, την Καίτη και τη Μαίρη.  Με τη Μικρασιατική καταστροφή και μέσα από πολλές περιπέτειες, φτάνει στον Πειραιά. Όπως είχε πει και η ίδια στον Γιάννη Θεοδωράκη (αδελφό του Μίκη Θεοδωράκη) σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό ΔΡΟΜΟΙ της Ειρήνης (τεύχος 80, Αύγουστος 1964): «Γύρω μου πέφτανε νεκροί – δεκάδες κάθε μέρα... Κάποτε φτάσαμε στην παραλία. Μπήκαμε στα πλοία που μας έφεραν στον Πειραιά. Μας ρίξανε στις παράγκες...».

Ξεκίνησε τη ζωή της από την αρχή. Δε δούλεψε ποτέ ξανά σαν δασκάλα. Διέλυσε τον πρώτο της γάμο και άρχισε να δουλεύει ως ηθοποιός. Πρώτα στα μπουλούκια και μετά σε θεατρικές σκηνές. Για μεγάλο διάστημα, μάλιστα, δούλεψε και στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Κατά περιόδους έκανε εμφανίσεις στο θέατρο ως Ευτυχία Αλεξίου. Το επίθετο ήταν του Νίκου Αλεξίου, ο οποίος τη βοήθησε να κάνει καριέρα στο θέατρο.

Στη συνέχεια, το 1932, θα παντρευτεί τον Γιώργο Παπαγιαννόπουλο. Ίσως, τον μοναδικό άνδρα που αγάπησε στη ζωή της. Αυτή ήταν και η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής της. Παίζει στο θέατρο, γράφει ποιήματα και ζει μια ήσυχη ζωή. Τότε, μάλιστα, είναι που η Παπαγιαννοπούλου εμπλέκεται για πρώτη φορά με το λαϊκό τραγούδι. Με τη μεσολάβηση της Μαρίκας Νίνου δίνει κάποια ποιήματα στον σπουδαίο Βασίλη Τσιτσάνη ο οποίος και τα μελοποιεί. «Το λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο και αμείλικτο. Θέλει ρωμαλεότητα και λεβεντιά. Για να γράψεις λαϊκό τραγούδι πρέπει να μπεις στην ψυχή του λαού, να του την πάρεις, και μαζί να του πάρεις και την καρδιά του», είχε δηλώσει λίγο πριν από το τέλος της ζωής της.

Όλο αυτό, ωστόσο, θα κρατήσει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Στα μέσα εκείνης της δεκαετίας η Ευτυχία δέχεται το πρώτο πλήγμα. Χάνει τον σύζυγό της. Το δεύτερο και ισχυρότερο πλήγμα έρχεται με το θάνατο της κόρης της. Της Μαίρης, η οποία υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Η νεαρή γυναίκα ήταν γνωστή στο ελληνικό κοινό από τη συμμετοχή της στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», όπου υποδυόταν μία από τις τσιγγάνες που πλαισίωναν τον Μίμη Φωτόπουλο και τον Βασίλη Αυλωνίτη. 

Η απώλεια αυτή, είναι για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου αβάστακτη. Φοράει τα μαύρα και δεν τα ξαναβγάζει ποτέ. Ο χαρακτήρας της αλλάζει. Αγρίεψε. Στην κόρη της αφιέρωσε και το τραγούδι «Δύο πόρτες έχει η ζωή» το οποίο αν και γράφτηκε πριν από τον θάνατό της περιέγραφε τον πόνο της απώλειας. Η σπουδαία στιχουργός είχε δηλώσει κάποτε: «Μέσα σε αυτό το τραγούδι, ένιωσα για πρώτη φορά την οδύνη, σαν να χάνεις μια αγαπημένη ύπαρξη και ύστερα μένεις μόνη. Σε αυτούς τους στίχους έχω κλεισμένη όλη μου τη ζωή – ή μάλλον τη ζωή της ζωής μου, την κόρη μου τη Μαίρη».

«Ο χειρότερος εχθρός μου, ήτανε ο εαυτός μου»

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου χωρίς τον σύζυγο και την κόρη της έπρεπε να φτιάξει από την αρχή (για μια ακόμα φορά) τη ζωή της. Δεν το έκανε, ωστόσο. Παραδόθηκε στους δαίμονες της και απλά τους «τάιζε». Ο τζόγος ήταν η διαφυγή της. Πάντα έπαιζε αλλά προσπαθούσε (όχι με επιτυχία πάντα) να το τιθασεύσει. Μετά το θάνατο της Μαίρης δεν είχε νόημα να το παλεύει. Το αγαπημένο της παιχνίδι στα χαρτιά ήταν η πόκα, την οποία εκείνη την εποχή συνήθιζαν να παίζουν μόνο οι άντρες. Οι γυναίκες συνήθως έπαιζαν κουμ καν, με την Ευτυχία να λέει πως «είναι ένα παιχνίδι που το παίζουν οι ανιαρές κωλόγριες».

Το πώς ζούσε εκείνη την περίοδο η Παπαγιαννοπούλου το είχε περιγράψει καλύτερα απ' όλους, στο «Δίφωνο», τον Φεβρουάριο του 1997, ο σπουδαίος Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Ναι, η Γριά ήταν μεγάλο χαρτόμουτρο. Πού την έχανες, πού την έβρισκες, πάνω από την τσόχα, με την τράπουλα στο χέρι και με το τσιγάρο στα χείλη. Να παίζει, να χάνει και μετά να παίρνει τους δρόμους, για να μαζέψει κάνα φράγκο, να ξεπληρώσει τα χρέη της και να ξαναπαίξει. Γι' αυτό το καθημερινό ζεστό παραδάκι πουλούσε τα τραγούδια της για δυο πεντάρες, και ύστερα θυμότανε εκείνα που γίνονταν σουξέ κι άρχιζε να βρίζει τους συνθέτες τους και να ζητάει τα ποσοστά της! Οι άλλοι όμως, που την πιάνανε πάνω στην ανάγκη και της παίρνανε τα τραγούδια μ' ένα χιλιάρικο, την είχαν βάλει να υπογράψει πως παραιτείται από κάθε δικαίωμα. Έτσι η Γριά κέρδιζε κάποτε τη μάχη των εντυπώσεων, ο κόσμος πίστευε ότι το τάδε τραγούδι είναι δικό της, αλλ' από παράδες τίποτα. Και δωσ' του πάλι δανεικά και προκαταβολές, μια ζωή ολόκληρη».

Συνεργάστηκε με τους Τσιτσάνη, Χιώτη, Καλδάρα, Χατζιδάκι, Ξαρχάκο και άλλους. Μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της είναι το «πετραδάκι - πετραδάκι», «περασμένες μου αγάπες», «όνειρο απατηλό», «λίγο - λίγο θα με συνηθίσεις», «είμαι αητός χωρίς φτερά» και πολλά άλλα. Υπολογίζεται πως άφησε πίσω της 400 τραγούδια. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσα ποιήματά της μελοποιήθηκαν και τραγουδήθηκαν.

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από 'κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω υπογράφω μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα – ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα», είχε τονίσει σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 29 Ιανουαρίου 1960. «Αλίμονο στον άνθρωπο που ζει με αναμνήσεις. Είναι σωστός θάνατος, όταν θυμάσαι τις ευχάριστες μέρες που δε θα ξανάρθουν», είχε πει η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, η οποία έκλεισε τα μάτια της σε ηλικία 79 ετών στις 7 Ιανουαρίου 1972, έχοντας στο πλευρό της, την εγγονή της Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της. Τελευταία της επιθυμία ήταν να της τραγουδήσουν το «Άμαξα μέσ’ στη βροχή».