«Σήμερα, όπως πάντα, οι άνθρωποι εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: σκλάβοι και ελεύθεροι. Όποιος δεν μπορεί να αφιερώσει τα δύο τρίτα της ημέρας στον εαυτό του, είναι σκλάβος, ό,τι κι αν είναι: πολιτικός, έμπορος, αξιωματούχος ή διανοούμενος». Πολλοί λένε πως ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε ένας από τους πρώτους υπαρξιστές φιλοσόφους.
Τα έργα του επηρέασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο τη φιλοσοφία και τη θεολογία όσο και τις τέχνες του 20ου αιώνα. Ήταν ο φιλόσοφος που ανακάλυψε τον «Υπεράνθρωπο» μια θεωρία που διαστρεβλώθηκε πλήρως από τον Χίτλερ που πάνω σε αυτή έχτισε ολόκληρο το οικοδόμημα του ναζισμού. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως οι ναζί ορκίζονταν πίστη στην αυθεντία του Νίτσε.
Ήταν τόσο σπουδαίος ο Νίτσε που είχε προβλέψει ακριβώς αυτό. Πως τα έργα του θα διαστρεβλωθούν και θα παρερμηνευθούν.
Για πολλούς ο Νίτσε είχε προφητέψει ακόμα και το δραματικό τέλος του. Το είχε γράψει, άλλωστε: «Αν κοιτάξεις για πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος και η άβυσσος θα κοιτάξει εσένα».
«Το χάος γεννάει την τάξη»
Αν πότε υπήρξε αυτό που λέμε «παιδί θαύμα» τότε δίχως την παραμικρή αμφιβολία αυτό ήταν ο Φρίντριχ Νίτσε. Όταν το 1854 τελείωσε το δημοτικό και πήγε στο γυμνάσιο, ο διευθυντής του σχολείου τον εξέτασε προσωπικά και διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κανείς λόγος να κάνει την πρώτη τάξη. Τον έβαλε αμέσως στη δεύτερη.
Από παιδί ακόμα έγραφε ποιήματα και θεατρικά έργα. Την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του έπαιζαν έξω από τα σπίτια τους, εκείνος καθόταν μέσα και έγραφε. Έγραφε ώρες ατελείωτες. Κυρίως λογοτεχνία.
Έγραφε τόσο πολύ που στα 14 του χρόνια ταξινόμησε τα ποιήματα που είχε γράψει σε περιόδους! Δεν έμεινε πολύ στο Dom Gymnasium. Τον Οκτώβριο του 1858 άρχισε να σπουδάζει στο Schulpforta, ένα από τα πιο φημισμένα σχολεία κλασικών σπουδών της Γερμανίας.
Μετά ήρθε το πανεπιστήμιο της Βόννης. Εκεί ο Νίτσε πέρα από τις σπουδές κλασικής φιλολογίας, γράφτηκε και στο θεολογικό τμήμα. Οι συγγενείς του πάντα έλεγαν πως ο Νίτσε θα γίνει κληρικός και θεώρησαν πως αυτή του επιλογή ήταν προς αυτή την κατεύθυνση.
Εκείνος, ωστόσο, γράφτηκε στη θεολογική σχολή προκειμένου να έχει τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να ολοκληρώσει αυτό που είχε ήδη ξεκινήσει: την κριτική και την αμφισβήτηση του χριστιανισμού! Η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε το Πάσχα του 1865 οπότε και ο Νίτσε έκλεισε, μια καλή, το κεφάλαιο χριστιανισμός.
«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ' αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας [...] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησε τη», έγραψε σε μια επιστολή προς την αδερφή του, το καλοκαίρι εκείνης της χρόνιας!
Σε ηλικία μόλις 24 ετών, πριν καν αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο ο Φρίντριχ Νίτσε είχε αναλάβει την έδρα της φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. Ως καθηγητής, πλέον, παρέδιδε διαλέξεις για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής ποίησης.
Ο Νίτσε εκτός από τη φιλοσοφία λάτρευε και τη μουσική. Η επαφή με το έργο τόσο του Σοπενχάουερ όσο και του Βάγκνερ τον καθόρισαν σαν άνθρωπο. Η προσωπική φιλία με τον Βάγκνερ ήταν από τις πιο καθοριστικές που είχε στη ζωή του καθώς έβλεπε στον σπουδαίο μουσικό την πατρική φιγούρα που τόσο του είχε λείψει (ο πατέρας του Νίτσε είχε πεθάνει όταν ακόμα εκείνος ήταν 5 ετών).
Η ρήξη ανάμεσα στους δυο άνδρες ήταν η αφορμή για να γράψει ο Νίτσε το βιβλίο με τίτλο «Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο».
Στη συνέχεια η υγεία του Νίτσε κλονίστηκε εξαιτίας μιας βλάβης του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, η οποία του προκαλούσε τρομερές ημικρανίες. Εξαιτίας αυτού του προβλήματος υγείας, ο Νίτσε αποφάσισε να τερματίσει πρόωρα την ακαδημαϊκή του καριέρα.
«Ο Θεός είναι νεκρός»
Στη συνέχεια της ζωής του, ο Φρίντριχ Νίτσε, αφοσιώθηκε στο γράψιμο και τα ταξίδια. Προσπαθούσε μέσα από αυτά να ανακαλύψει νέες συγκινήσεις, να συνομιλήσει με νέους ανθρώπους, να έρθει σε επαφές με νέες ιδέες. Ταξίδεψε σε Ελβετία, Γαλλία, Ιταλία.
Αυτή η περίοδος της ζωής του ήταν και η πιο παραγωγική σε ό,τι αφορά το έργο που γνωρίζουμε οι περισσότεροι σήμερα. Τότε (1883-85) έγραψε το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (το έργο πάνω στο οποίο ο Αδόλφος Χίτλερ βάσισε την ιδεολογία περί ανωτερότητας της Άρειας φυλής), τη «Γενεαλογία της ηθικής» (1887), «Το λυκόφως των ειδώλων», τον «Αντίχριστο» και το «Ίδε ο άνθρωπος» (1888) και πολλά άλλα.
Ο Νίτσε εκείνη την περίοδο έγραφε σαν να γνώριζε πως δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Ίσως και ο ίδιος να γνώριζε πως η σκληρή μάχη που έδινε με την κατάθλιψη είχε ημερομηνία λήξης και δεδομένη κατάληξη.
Στις 3 Ιανουαρίου του 1889, ο Φρίντριχ Νίτσε βρισκόταν στο Τορίνο. Ήταν στο δωμάτιο που νοίκιαζε στην οδό Κάρλο Αλμπέρτο 6, του όταν αποφάσισε να βγει για έναν πρωινό περίπατο.
Δεν είχε περπατήσει ούτε 200 μέτρα όταν είδε έναν αμαξά να δέρνει ανελέητα το άλογό του. Η εικόνα τον συνέτριψε. Για αρκετά λεπτά έκλαιγε με λυγμούς μπροστά σε αυτό το θέαμα. Κάποια στιγμή, κατάφερε να κάνει μερικά βήματα ακόμα, πλησίασε το άλογο, πέρασε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του κακοποιημένου ζώου και το αγκάλιασε. Μερικές στιγμές αργότερα κατέρρευσε. Δυο αστυνομικοί έσπευσαν στο σημείο, καθώς έγιναν καταγγελίες για διατάραξη κοινής ησυχίας. Και έπειτα... Σκοτάδι.
Κανείς δεν ξέρει αν η περιγραφή που διαβάσατε είναι αληθινή, αν, δηλαδή, έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα. Η αλήθεια είναι πως όλη αυτή η ιστορία δείχνει λίγο υπερβολική. Ίσως, πάλι, να είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Σε κάθε περίπτωση από εκείνη την ημέρα και έπειτα, ο Νίτσε ήταν ένας διαφορετικός άνθρωπος. Άρχισε να στέλνει επιστολές σε συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα, υπογράφοντας πότε σαν «ο Εσταυρωμένος» και πότε ως «Διόνυσος».
«Φυλάκισα τον Καϊάφα. Πέρσι Γερμανοί γιατροί με σταύρωσαν για πολλή ώρα. Ο Wilhelm, o Bismarck και όλοι οι αντισημίτες εξαφανίστηκαν» έγραφε σε μια από αυτές τις επιστολές, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως «Wahnzettel», «επιστολές τρέλας», δηλαδή.
Μια εβδομάδα μετά μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινικής της Ελβετίας. Αργότερα, μετά από επιθυμία της μητέρας του μεταφέρθηκε σε κλινική της Ιένας (πόλη της Γερμανίας που βρίσκεται στο ομόσπονδο κρατίδιο της Θουριγγίας). Εκεί οι γιατροί διέγνωσαν πως ο Νίτσε πάσχει από «παραλυτική ψυχική διαταραχή».
Όσο περνούσαν οι ημέρες τόσο χειρότερη γινόταν η κατάσταση της υγείας του. Κάποια στιγμή είχε αρχίσει να έχει βίαιη συμπεριφορά και αυτοαποκαλείτο δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ'!
Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό που χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την ήδη κλονισμένη υγεία του. Το 1899 ένα ακόμα εγκεφαλικό, πιο βαρύ αυτή τη φορά, έφερε το τέλος ακόμα πιο κοντά. Τελικά, μια ημέρα σαν σήμερα, στις 25 Αυγούστου 1900, σε ηλικία 55 ετών, στη Βαϊμάρη, όπου έμενε με την αδελφή του, ο Φρίντριχ Νίτσε πέθανε από πνευμονία που ήρθε - συνδυαστικά με ένα μικρό τρίτο εγκεφαλικό – να δώσει τη «χαριστική βολή» στον σπουδαίο φιλόσοφο. Τα αίτια της ψυχικής διαταραχής που είχε και η οποία τον «διέλυσε» δεν έγιναν ποτέ γνωστά.
O ίδιος ο Νίτσε, πάντως, είχε γράψει πως «όλα τα ανώτερα όντα που αποτίναξαν τα δεσμά της ηθικής και καθόρισαν τους δικούς τους νόμους, αν δεν ήταν πραγματικά τρελοί θα έπρεπε να παραστήσουν τους τρελούς».
Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του Ραίκεν, στην περιφέρεια του Μπόρκεν, στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία. Στο τελετουργικό ακολουθήθηκε η παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία. Όπως επιθυμούσε η αδερφή του.
- Γκρεγκ Μποβίνο: Καρατομήθηκε ο «νοσταλγός της Γκεστάπο» από διοικητής της ICE, κατ' εντολή Τραμπ
- Δημοσκόπηση Interview: Ανέτοιμη η Καρυστιανού για την πολιτική, λέει το 70% των πολιτών
- Τρίκαλα: Τα δύο σενάρια της φονικής έκρηξης και οι καταθέσεις των μαρτύρων
- Πού βρίσκεται σήμερα η ελληνική σημαία που κατέβασαν οι Τούρκοι από τα Ίμια
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.