Σε μία στιγμή που η Ελλάδα αναζητούσε... αυτοπεποίθηση και διεθνή αναγνώριση, εμφανίστηκε ένας νερουλάς από το Μαρούσι και έγινε κάτι σαν εθνικός ήρωας. Ένα σύμβολο. Μία τρομακτική φωτοβολίδα που ήρθε από το πουθενά, έλαμψε και φώτισε έναν ολόκληρο κόσμο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε όσο ξαφνικά εμφανίστηκε.
Πιθανότατα για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η ιστορία του ή μάλλον καλύτερα ο άθλος του απέκτησε πολλές «σκιές». Ποιος να πιστέψει πως ένας άνθρωπος που δεν είχε την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό, έτρεξε τον μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, αυτών της Αθήνας το 1896, και όχι απλά έτρεξε αλλά αναδείχθηκε και νικητής. Και μάλιστα με διαφορά από τον δεύτερο.
Το τι πραγματικά έγινε προφανώς και δεν θα το μάθουμε ποτέ. Ο καθένας μπορεί να πιστέψει αυτό που θέλει. Το σίγουρο είναι ένα: Πως η ιστορία του Σπύρου Λούη είναι από αυτές που μπορεί να γίνουν κινηματογραφική ταινία και να κρατήσουν το κοινό καθηλωμένο.
Ο νερουλάς από το Μαρούσι, ένα πηλήκιο και ένας έρωτας
Ο Σπύρος Λούης γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1872 στο Μαρούσι Αττικής το οποίο τότε ήταν ένα μικρό χωριό στα βόρεια της Αθήνας. Η οικογένειά του ήταν φτωχή. Ο πατέρας του για να βγάζει τα προς το ζην ήταν αγρότης και παράλληλα ήταν και νερουλάς.
Μετέφερε δηλαδή στάμνες με νερό στα σπίτια των κατοίκων του Αμαρουσίου αλλά και των γύρω περιοχών.
Όταν ο Σπύρος μεγάλωσε και με δεδομένο πως δεν... «έπαιρνε» τα γράμματα καθώς με τα χίλια ζόρια είχε καταφέρει να πάρει το απολυτήριο του δημοτικού, προκειμένου να βοηθάει να τον πατέρα του, πήγαινε μαζί τους στις διανομές και σταδιακά άρχισε και ο ίδιος να αναλαμβάνει μόνος του κάποιες διανομές.
Προφανέστατα και αυτή η δουλειά ήταν κάτι που έδωσε στον νεαρό Σπύρο Λούη ιδιαίτερη δύναμη και φοβερή φυσική αντοχή.
Για τον Σπύρο δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο να διανύσει μία μεγάλη διαδρομή και αυτό – σύμφωνα με τον θρύλο – αποδείχθηκε και όταν κλήθηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία.
Λέγεται, λοιπόν, πως μία ημέρα είχε ξεχάσει στο σπίτι του στο Μαρούσι το στρατιωτικό του πηλήκιο. Όταν το συνειδητοποίησε έτρεξε από το στρατόπεδο στους Αμπελόκηπους μέχρι το Μαρούσι, πήρε το πηλήκιο και επέστρεψε στο στρατόπεδο προκειμένου να είναι έτοιμος την ώρα της αναφοράς!
Κάπως έτσι όλοι άρχισαν να μιλάνε για τις υπεράνθρωπες αντοχές του. Κάποια στιγμή τα όσα έλεγαν οι φαντάροι μεταξύ τους έφτασαν στα αυτιά του ταγματάρχη Γιώργου Παπαδιαμαντόπουλου ο οποίος ήταν διοικητής του Σπύρου Λούη και επιπλέον ήταν ένας από τους αρμόδιους κριτές για το αγώνισμα του Μαραθωνίου.
Ο Παπαδιαμαντόπουλος για να «τσεκάρει» τις αντοχές του Λούη τον έστελνε από το στρατόπεδο στους Αμπελόκηπους να του παίρνει τσιγάρα από το Σύνταγμα. Ο Λούης πήγαινε και επέστρεφε μέσα σε λιγότερο από είκοσι λεπτά!
Και πώς έφτασε ο νερουλάς από το Μαρούσι να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες; Εδώ, μάλλον, χρειάστηκε ένας... έρωτας!
Ο 23χρονος Σπύρος Λούης ήταν ερωτευμένος με την Ελένη Κοντού η οποία ήταν η ψυχοκόρη της μαμής του Αμαρουσίου, της Ασπασίας Τερζοπούλου η οποία ήταν οικονομικά ευκατάστατη και ήθελε το καλύτερο για την θετή της κόρη.
Ο φτωχός και αμόρφωτος Λούης ήταν δεδομένο πως δεν είχε την παραμικρή ελπίδα. Εκτός και αν... έτρεχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες και κατάφερνε να διακριθεί! Την ιδέα την έβαλε στο μυαλό του νεαρού Σπύρου η... ωραία Ελένη η οποία του είπε πως αν τρέξει και νικήσει τότε η Τερζοπούλου δεν θα μπορούσε να του πει όχι!
Υπήρχε, βέβαια, ένα μικρούλι προβληματάκι. Ο Λούης δεν ήταν αθλητής, δεν ανήκε σε σύλλογο, δεν είχε προπονητή και δεν ήξερε τη διαδρομή του μαραθωνίου.
Τη λύση έδωσε ο ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος ο οποίος εγγυήθηκε προσωπικά για την αντοχή του Σπύρου Λούη και έτσι τον έβαλε... από το «παράθυρο», την τελευταία στιγμή, στην γραμμή της εκκίνησης του μαραθωνίου των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων.
Ο μαραθώνιος, ο άθλος και οι «σκιές»
Ο μαραθώνιος έγινε στις 29 Μαρτίου 1896. Οι τέσσερις ξένοι και οι δώδεκα Έλληνες αθλητές αλλά και ο... νερουλάς Σπύρος Λούης έπρεπε να διανύσουν μία διαδρομή 40 χιλιομέτρων με αφετηρία από τον Μαραθώνα και τερματισμό στο κατάμεστο από 80.000 φιλάθλους Καλλιμάρμαρο Στάδιο.
Στην αρχή του αγώνα το προβάδισμα είχε ένας Γάλλος, στη συνέχεια ένας Αυστραλός και λίγο αργότερα ακούστηκε ένας κανονιοβολισμός, σημάδι ότι στην κούρσα πρώτος ήταν ένας Έλληνας.
Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν, υπέθεταν όμως πως ήταν ο Χαρίλαος Βασιλάκος ο οποίος ήταν και το μεγάλο φαβορί.
Πράγματι μετά από σχεδόν τρεις ώρες αγώνα ο Βασιλάκος μπήκε μέσα στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο με τις γροθιές του υψωμένες, θεωρώντας πως είναι ο μεγάλος νικητής. Λίγες στιγμές πριν πέσει κατάκοπος στο έδαφος ενημερώθηκε πως οκτώ λεπτά πριν από εκείνον είχε τερματίσει ο Σπύρος Λούης!
Ο εμβρόντητος Βασιλάκος άρχισε να φωνάζει πως αυτό δεν ήταν δυνατόν καθώς ποτέ δεν είδε τον Σπύρο Λούη να τον προσπερνά. «Πήγα αμέσως και βρήκα τον Λούη. Του είπα ότι αυτό που έκανε ήταν ανήθικο και άτιμο. Δεδομένου όμως του γεγονότος ότι δεν ήθελα να αμαυρώσω την ημέρα και να χαλάσω τους πανηγυρισμούς, δεν έκανα ένσταση. Ας τον κρίνει ο Θεός», είχε πει ο Βασιλάκος.
Την ίδια απόψη είχαν και οι υπόλοιποι Έλληνες αθλητές αλλά και κάποιοι ξένοι.
Όλοι τους έλεγαν πως ο Σπύρος Λούης «έκλεψε» όταν στα μισά της διαδρομής «έκοψε» δρόμο, ανέβηκε σε ένα κάρο και τους προσπέρασε όλους!
Φυσικά και τίποτα από αυτά δεν αποδείχθηκε ποτέ. Ο Σπύρος Λούης στέφθηκε Ολυμπιονίκης και αυτός ήταν που έγραψε με ολόχρυσα γράμματα το όνομα του στην ιστορία. Όλα τα άλλα παρέμειναν «σκιές». Καμία απόδειξη. Μόνο φήμες.
Αυτές οι φήμες ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι ο νερουλάς από το Μαρούσι ουδέποτε αγωνίστηκε ξανά. Επέστρεψε στο Μαρούσι ως... λαϊκός ήρωας και παντρεύτηκε την αγαπημένη του Ελένη. Αυτό του αρκούσε.
Στο υπόλοιπο της ζωής του εργάστηκε ως αγρότης, ως κηπουρός, (ξανά) σαν νερουλάς και αργότερα ως τοπικός χωροφύλακας. Κάποια στιγμή είχε και μία μικρή περιπέτεια με τον νόμο αφού κατηγορήθηκε για πλαστογραφία δημόσιου εγγράφου, έμεινε προφυλακισμένος για περίπου ένα χρόνο αλλά τελικά αθωώθηκε.
Ο θρύλος του, παρά τις σκιές» παρέμεινε αναλλοίωτος μέσα στον χρόνο και έτσι οι μοναδικές δημόσιες εμφανίσεις του ήταν όταν τον καλούσαν σε διάφορα μεγάλα αθλητικά γεγονότα. Εκείνος εμφανιζόταν πάντα φορώντας τη φουστανέλα του και το χρυσό μετάλλιο στο στήθος.
Όπως την 1η Αυγούστου του 1936 όταν καλεσμένος της ναζιστικής Γερμανίας παραβρέθηκε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου. Συναντήθηκε, μάλιστα, με τον Αδόλφο Χίτλερ στον οποίο προσέφερε ένα κλαδί ελιάς.
Αντίθετα με τα υπόλοιπα μέλη της ελληνικής αποστολής, ο Σπύρος Λούης δεν χαιρέτισε τον «φύρερ» ναζιστικά και όταν χρόνια αργότερα ρωτήθηκε από τον μαραθωνοδρόμο Στέλιο Κυριακίδη τι είπε (με τη βοήθεια διερμηνέα) στον πανίσχυρο Χίτλερ εκείνος απάντησε: «Τα συνηθισμένα. Τί χαμπάρια κυρ Χίτλερ μου, τον ρώτησα και για την υγεία της οικογένειάς του...»!
Ο Σπύρος Λούης, πέθανε πάμπτωχος στο Μαρούσι, μία ημέρα σαν σήμερα, στις 26 Μαρτίου 1940.
- Νέα τροπή στην υπόθεση με το Ευαγγέλιο και τον Τσαγκαράκη: Σε σοκ οι συγγενείς - «Θα πάθω εγκεφαλικό»
- Αυτό είναι το μεγαλύτερο ταξίδι με λεωφορείο: Πόσο κοστίζει - Γιατί θεωρείται εξαντλητικό «του θανάτου»
- Ποια πόλη απελευθερώθηκε πρώτη με το ξέσπασμα της Επανάστασης το 1821;
- «Ένας για όλους»: Βρέθηκε τελικά ο πραγματικός Ντ' Αρτανιάν κάτω από το πάτωμα ολλανδικής εκκλησίας
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.