Κάμερα και… πάμε. Βρισκόμαστε, κάπως μαγικά, πίσω στο μακρινό 1963. Βλέπουμε την ταινία «Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης» του Αλέκου Σακελλάριου. Πρωταγωνιστής ο αξέχαστος Θανάσης Βέγγος.
Εκείνος είναι κάτι σαν επίδοξος φωτογράφος. Εκείνη εμφανίζεται ως μια πανέμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα η οποία θέλει να βγάλει φωτογραφίες γιατί είναι… αρτίστα του καμπαρέ και του στριπτίζ. Είναι η Γκιζέλα Ντάλι. Η Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό.
Του λέει πως θέλει γυμνές φωτογραφίες για τη βιτρίνα του καμπαρέ. Πηγαίνει πίσω από ένα παραβάν για να βγάλει τα ρούχα της.
Ο Βέγγος αναστατώνεται αλλά προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του. «Φτου σου κοπελάρα μου» είναι η πρώτη του ατάκα. Η Γκιζέλα Ντάλι αναρωτιέται αν θα πρέπει να δείξει λίγο στήθος και λίγο γάμπα παραπάνω. Ο Βέγγος της απαντάει: «Εγώ λέω μιας που φτάσαμε ως εδώ να δείξουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε, να πάει στο διάολο»!
Η σκηνή αυτή, θυμίζουμε, είναι σε ταινία του 1963. Μία εποχή που ο συντηρητισμός (στα δημόσια θεάματα) ήταν κάτι παραπάνω από έντονος.
«Προσοχή και κοιτάμε εδώ» της λέει ο Βέγγος, δείχνοντας της τον φακό. «Να δω το πουλάκι, ε;» τον ρωτάει εκείνη για να λάβει την απάντηση: «Αμ έτσι όπως πάμε, θα το δεις και το πουλάκι» λέει εκείνος και όταν την αντικρίζει μόνο με το μαγιό… καταρρέει!
Χιλιάδες άνδρες ήθελαν να είναι στη θέση του Βέγγου. Βλέπετε η Γκιζέλα Ντάλι ήταν το απόλυτο σεξ σίμπολ μίας εποχής που απαγόρευε ή έστω κοιτούσε με «μισό μάτι» τα… σεξ σίμπολς.
Γεννημένη σταρ του σινεμά
Η Γκιζέλα Ντάλι, το καλλιτεχνικό όνομα της Αδαμαντίας Μαυροειδή, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Αυγούστου 1937. Μεγάλωσε στην πρωτεύουσα, ενώ από την πλευρά της μητέρας της είχε καταγωγή από τη Νάξο, το νησί με το οποίο θα συνδεόταν αργότερα στενά.
«Ο μπαμπάς μου, ο Αλέξανδρος, καταγόταν από πλούσια οικογένεια των Μεγάρων. Η μαμά μου, η Βούλα, παρακαλούσε να μη με είχε γεννήσει. Φοβόταν ότι θα με σκότωναν οι Γερμανοί [...] Στα 12 μου, μαζί με την 8χρονη αδερφή μου, ήμασταν στον δρόμο για το σπίτι μας, όταν ένα μηχανάκι την παρέσυρε και τη σκότωσε μπροστά στα μάτια μου. Ο πατέρας μου έριχνε τα βάρη για τον θάνατο της αδερφής μου στη μαμά μου, με αποτέλεσμα εκείνη να αγανακτήσει, να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγουμε μαζί από τα Μέγαρα για την Αθήνα» είχε πει η ίδια περιγράφοντας μία τραγωδία που σημάδεψε την οικογένειά της.
Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τις τέχνες. Σπούδασε χορό στη σχολή Ανωμερίτη, φοίτησε στην Καλών Τεχνών και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Ωδείου. Η εξωτερική της εμφάνιση και η σκηνική της παρουσία την έφεραν σύντομα στον κινηματογράφο, σε μια εποχή κατά την οποία οι ελληνικές παραγωγές γνώριζαν μεγάλη εμπορική ανάπτυξη.
Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1960 στην ταινία «Ραντεβού στη Βενετία», του Ντίμη Δαδήρα. Η Ντάλι υποδύθηκε τη Ντιάνα, έχοντας στο πλευρό της τον Λυκούργο Καλλέργη, τη Ρίκα Διαλυνά, τον Γιώργο Καμπανέλλη και την Κάκια Παναγιώτου. Ο Ντίμης Δαδήρας δεν θα παρέμενε μόνο συνεργάτης της. Οι δυο τους παντρεύτηκαν αργότερα.
«Ένα πάρτι σημάδεψε και άλλαξε τη ζωή μου. Είναι Ιούνιος του 1958. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους ήταν και ο γείτονάς μας Ντίμης Δαδήρας, ο οποίος βλέποντάς με μου λέει: “Εσύ μπορείς να γίνεις μεγάλη σταρ και να σαρώνεις στο πέρασμά σου”. Ο Ντίμης με περνούσε 21 χρόνια. Με έπεισε, λοιπόν, τάζοντάς μου πολλά πράγματα. Παραμυθένια ζωή, λεφτά και μια λάμψη που δυστυχώς με θάμπωσε. Συνάψαμε δεσμό. Ομως δεν μπορώ να πω ότι τον αγάπησα σαν εραστή, αλλά περισσότερο σαν πατέρα μου και εκείνος σαν κόρη του. Ετσι, εν μιά νυκτί με αντικατέστησε με την... Γκιζέλα Ντάλι. Μου μάκρυνε τα μαλλιά, με έμαθε να βάφομαι ως εκρηκτική ντίβα και μαζί του για πρώτη φορά φόρεσα ντεκολτέ. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1959 παντρευόμαστε. Έχουμε κάνει ήδη την πρώτη μου ταινία. Το “Ραντεβού στη Βενετία”. Εναν χρόνο μετά τον γάμο μας μένω έγκυος. Ομως ο Ντίμης με ανάγκασε να αποβάλω. Αυτό έγινε πολλές φορές. Η αλήθεια είναι ότι πάντα ήθελα ένα παιδί. Όμως, για να μη “χαλάσει” η εικόνα της Γκιζέλας, έπρεπε να κάνω εκτρώσεις. Πόνεσα πολύ για τόσες ζωές που σκότωσα και που (...) ποτέ δεν ολοκληρώθηκα στη γυναικεία φύση μου. Υπήρξα απλώς ένα καλοστημένο σκηνικό του ελληνικού κινηματογράφου που γρήγορα κατέρρευσε».
Η παρουσία της στις κινηματογραφικές παραγωγές της δεκαετίας του 1960 ήταν συνεχής. Συμμετείχε σε ταινίες όπως «Η Μπέττυ παντρεύεται», «Αμαρτωλές», «Η Ελληνίδα και ο έρωτας», «Μη βαράτε όλοι μαζί», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Το καρπουζάκι», «Του Κουτρούλη ο γάμος», «Διεστραμμένοι», «Ένας βλάκας με πατέντα» και «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης».
Παράλληλα, εμφανίστηκε στο θέατρο, κυρίως σε επιθεωρήσεις, αξιοποιώντας και την προηγούμενη εκπαίδευσή της στον χορό. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε προσωπικά με τον ηθοποιό Άλκη Γιαννακά. Οι δυο τους εμφανίστηκαν μαζί στον «Παρθένο» του 1966. Το 1967, η Γκιζέλα Ντάλι χώρισε τον Ντίμη Δαδήρα για τα μάτια του «ντελικανή». «Μαζί του έζησα την εφηβεία και όλα όσα δεν μπόρεσε να μου προσφέρει ο σύζυγός μου. Ερωτευτήκαμε παράφορα και αρραβωνιαστήκαμε. Όμως ήμασταν και οι δύο τόσο δυναμικοί χαρακτήρες, που κάθε βράδυ παίζαμε ξύλο και το πρωί σηκωνόμασταν με μαυρισμένα μάτια», έχει πει η ίδια.
Η εικόνα της άρχισε σταδιακά να μετατοπίζεται από την κωμωδία και το αισθηματικό σινεμά προς τους πιο τολμηρούς ρόλους. Η αλλαγή αυτή έγινε εντονότερη στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν το ελληνικό κινηματογραφικό θέαμα στράφηκε σε παραγωγές με εντονότερο ερωτικό περιεχόμενο.
Στον νέο κύκλο ταινιών ανήκαν «Ο κύκλος της ανωμαλίας» (1971), «Δαίμονες της βίας και του σεξ» (1973), «Μιρέλλα, η σάρκα της ηδονής» (1973) και «Αιμιλία, η διεστραμμένη» (1974). Οι παραγωγές αυτές κατατάσσονται στον χώρο του ελληνικού ερωτικού κινηματογράφου και του soft porn, ο οποίος γνώρισε σημαντική εμπορική απήχηση εκείνα τα χρόνια.
Η πτώση, η απομόνωση, ο καρκίνος και ο θάνατος
Από εκείνη την εποχή και έπειτα η καριέρα της παίρνει την κάτω βόλτα. Οι πόρτες από ένα σημείο και έπειτα έμεναν ερμητικά κλειστές και οι ευκαιρίες ήταν ελάχιστες.
Έτσι αποφάσισε να φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να αναζητήσει μία καλύτερη τύχη. Μέσα στις συνεχείς προσπάθειες για να βρει δουλειά (ακόμα και σαν μοντέλο ή σε νυχτερινά μαγαζιά) η μοίρα της χτυπάει την πόρτα. Η υγεία της κλονίζεται και μετά από μία σειρά εξετάσεων ανακαλύπτει ότι πάσχει από καρκίνο του λάρυγγα.
Προσπαθεί να κάνει τα πάντα προκειμένου να γίνει καλά. Ακόμα και το «θαυματουργό νερό του Καματερού» δοκιμάζει μέσα στην απόγνωσή της.
Διαβάστε ακόμα: Ο Γιώργος Καματερός και η μεγάλη απάτη με το «θαυματουργό» νερό
Το 1976, σε ηλικία περίπου 39 ετών, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον καλλιτεχνικό χώρο. Έφυγε για το Θιβέτ για να ξεπεράσει τον καρκίνο. «Έφτασα μέχρι το μακρινό Θιβέτ. Εκεί κάθισα περίπου έναν χρόνο, γιατί πίστευα ότι με την πειθαρχία και την προσευχή θα υπάρξει αποτέλεσμα. Και τελικά, υπήρξε».
Επιστρέφει στην Ελλάδα και παράτησε τα πάντα. Έφυγε για τη Νάξο. Εγκαταστάθηκε στον Λυώνα, μία απομονωμένη περιοχή του νησιού και αποφάσισε να ζήσει μία σχεδόν ασκητική ζωή. Η Γκιζέλα, ωστόσο, συνεχίζει να «καταδιώκει» την Αδαμαντία και έτσι αποφάσισε να βάλει οριστικό τέλος.
«Στην αρχή οι άντρες, τα βράδια, έρχονταν έξω από το σπίτι να με πειράξουν. Μέχρι που αναγκάζομαι να πάω στην πόλη (...) στο καφενείο όπου σύχναζαν. Εκεί, λοιπόν, μαζεύω τις γυναίκες τους. Ανεβαίνω πάνω σε ένα τραπέζι, με μαχαίρι στα χέρια, και τις προειδοποιώ: “Πείτε τους πως, αν ξανάρθουν, θα τους κόψω τα γεννητικά τους όργανα και θα τους βάλω να τα φάνε”».
Μετά από αυτό, οι επαφές της περιορίστηκαν και, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, η ζωή της γινόταν περισσότερο μοναχική.
Για πολλά χρόνια δεν είχε καμία ουσιαστική σχέση με τον κινηματογράφο. Η εξαίρεση ήρθε το 2004, όταν ο Γιώργος Πανουσόπουλος γύρισε στη Νάξο την ταινία «Τεστοστερόνη». Η Ντάλι πληροφορήθηκε την παραγωγή και ζήτησε να συμμετάσχει.
Ο σκηνοθέτης δημιούργησε έναν μικρό ρόλο για εκείνη και η ηθοποιός εμφανίστηκε ως γηραιά ψαρού. Ήταν η τελευταία κινηματογραφική εμφάνισή της, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την αποχώρησή της από το επάγγελμα.
Με την πάροδο των χρόνων περιόρισε ακόμη περισσότερο τις επαφές της. Δεν επιθυμούσε επισκέψεις και απέφευγε τη δημοσιότητα. Έξω από το σπίτι της είχε τοποθετήσει πινακίδα που ενημέρωνε όσους επιχειρούσαν να την επισκεφθούν ότι δεν δεχόταν επισκέψεις εξαιτίας της ασθένειάς της.
«Έζησα μια ζωή γεμάτη λάμψη και δόξα. Έζησα μια γεμάτη ζωή. Όμως εγώ δεν ήμουν αυτή που ήθελαν και έφτιαξαν. Ήθελα πάντα να αποκτήσω ένα παιδί και μια οικογένεια. Δεν την απέκτησα. Γι’ αυτό και η ζωή μου τάχθηκε στον Θεό και εκεί ανήκω», είχε πει η ίδια σε συνέντευξή της το 2008 στο περιοδικό «Down Town».
Δύο χρόνια αργότερα, έφυγε από τη ζωή. Όταν πια αποφάσισε να αφήσει τα… γιατροσόφια και να ασχοληθεί σοβαρά με την ασθένειά της, ο καρκίνος είχε κάνει πολλές μεταστάσεις. Πρώτα στο στήθος, μετά στα οστά και τέλος στον εγκέφαλο. Η Γκιζέλα Ντάλι πέθανε στη Νάξο, μία ημέρα σαν σήμερα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2010, σε ηλικία 73 ετών.
- Γιώργος Μαζωνάκης: Το τολμηρό «Παιδί της νύχτας» που πίστευε ότι ως το τέλος θα αναζητούμε τι μας έμαθε η ζωή
- Δημοσκόπηση Star: Πώς κρίνουν οι πολίτες τις εξαγγελίες μετά τη ΔΕΘ - Η διαφορά μεταξύ ΝΔ - Τσίπρα
- Τι είναι η πλασμαφαίρεση: Πώς γίνεται η διαδικασία και οι ανεπιθύμητες επιπλοκές
- «Τόση ευτυχία, δεν ξέρουμε πού να τη βάλουμε»: Η ατάκα της Ράνιας Τζίμα για τις εξαγγελίες Μητσοτάκη
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.