«Γεννήθηκα στις 23 Οκτώβρη του ‘25, στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους μεταπολεμικούς της ενδοχώρας μετανάστες.
Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη και ο πατέρας μου απ’ την Κρήτη. Με φέραν το ‘31 στην Αθήνα απ’ όπου έλαβα την Αττική παιδεία – όταν ακόμη υπήρχε στον τόπο μας και Αττική και Παιδεία.
Είμαι λοιπόν γέννημα δύο ανθρώπων που δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου όλες τις δυσκολίες του Θεού και όλες τις αντιθέσεις. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την Ευρωπαϊκή, φέραν έν’ αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Έγινα τόσο ομαλός, έτσι που οι γύρω μου να φαίνονται ως ανώμαλοι.
Η κατοχική περίοδος μου συνειδητοποίησε πως δεν χρειαζόμουν τα μαθήματα της Μουσικής, γιατί με καθιστούσαν αισθηματικά ανάπηρο και ύπουλα μ’ απομάκρυναν απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν: Να διοχετευθώ, να επικοινωνήσω και να εξαφανιστώ. Γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την κατοχή – σαν ήρθε η απελευθέρωση. Δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς δεν μοιάζω φυσιογνωμικά με μέλος του γνωστού Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου.
Ταξίδεψα πολύ. Κ’ αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν μόνο προϊόν του τόπου μας αποκλειστικό, όπως περήφανα αποδεικνύουν συνεχώς οι Έλληνες σωβινιστές και οι ντόπιοι εθνικιστές. Έτσι ενισχύθηκε η έμφυτη ελληνικότητά μου και μίκραινε κατά πολύ ο ενθουσιασμός μου για τους αλλοδαπούς.
Έγραψα μουσική για το Θέατρο, για τον Κινηματογράφο και τον Χορό. Παράλληλα έγραψα πολλά τραγούδια – δύο χιλιάδες μέχρι στιγμής, – μέσ’ απ’ τα οποία ξεχωρίζω όλα όσα περιέχει αυτή μου η συναυλία.
To 1966 βρέθηκα στην Αμερική, και επειδή χρωστούσα στην ελληνική εφορία κάπου τρισήμιση εκατομμύρια δραχμές, αναγκάστηκα να κατοικήσω εκεί ώσπου να τα εξοφλήσω.
Εξόφλησα τα χρέη μου το ‘72 κι’ επέστρεψα στην Αθήνα, για να κατασκευάσω το καφενείο με το όνομα «Πολύτροπο». Ήρθε όμως ο τυφώνας που ονομάστηκε «Μεταπολίτευση» με τις σειρήνες των γηπέδων και των σφαιριστηρίων και τους χιλιάδες εκ των υστέρων αντιστασιακούς, που αγανακτισμένοι τραγουδούσαν τραγούδια ενάντια στη Δικτατορία, και που με αναγκάσανε να κλείσω το «Πολύτροπο», μ’ ένα παθητικό περίπου πάλι των τρισήμιση εκατομμυρίων. Μοιραίος αριθμός.
Κι’ έτσι απ’ το ‘75 αρχίζει μια διάσημη «εποχή μου» που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε ή υπαλληλική, και που με κατέστησε πάλι διάσιμο σ’ όλους τους απληροφόρητους συμπατριώτες μου και σ’ όσους πίστεψαν πως τοποθετήθηκα χαρακτηριστικά στις όποιες θέσεις της δημόσιας ζωής.
Μέσα σ’ αυτή που λέτε την περίοδο, προσπάθησα ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω «ακριβές καφενειακές ιδέες» πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο ετούτοι οργανισμοί βαθύτατα διαβρωμένοι και σαθροί από τη γέννησή τους, κατάφεραν ν’ αντισταθούν επιτυχώς ώσπου στο τέλος να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό, γεννήθηκε η φιλελεύθερη έννοια του ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ και επιβλήθηκε σε ολόκληρο τον τόπο.
Και καταστάλαγμα μέχρι στιγμής του βίου μου είναι:
Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει στα όρια που εκείνη καθορίζει κι’ όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει κι όχι σ’ αυτό που μας διασκεδάζει και μας κολακεύει εις τας βιαίως αποκτηθείσας συνήθειές μας.
Ε π ι θ υ μ ώ να έχω πολλά χρήματα για να μπορώ να στέλνω «εις τον διάβολον» – πού λένε – κάθε εργασία που δεν με σέβεται. Το ίδιο και τους ανθρώπους.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα,
- τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες,
- τους εφησυχασμένους συνομήλικους,
- την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία
- την πάσα λογής χυδαιότητα
- καθώς και κάθε ηλίθιο του καιρού μου.
Aυτό το ρεσιτάλ είναι αποτέλεσμα πολύχρονης συνειδητής προσπάθειας και μελέτη ''υψηλού πάθους''. Γι’ αυτό και το αφιερώνω στους φίλους μου».
«Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις»
Την, σε πολλούς, άγνωστη επιστολή που μόλις διαβάσατε την έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις στη Μελβούρνη, στις 20 Μαΐου 1980,
Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη στις 23 Οκτωβρίου 1925. Γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα το 1932 με τη μητέρα και την αδελφή του μετά το διαζύγιο των γονιών του. Η αγάπη του για τη μουσική τεράστια.
Ήδη από τα τέσσερα του χρόνια σπουδάζει πιάνο και στη συνέχεια μαθαίνει βιολί και ακορντεόν. Τα όνειρά του διακόπτονται απότομα στα χρόνια της κατοχής όταν και αναγκάζεται να εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Η ζωή του «φωτίζεται» ακόμα και σε εκείνα τα σκοτεινά χρόνια, όταν γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός). Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.
Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες. Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Με τη μουσική του «ντύνει» σπουδαίες ταινίες όπως η Κάλπικη Λίρα» και η «Στέλλα». Ημερομηνία σταθμός το 1975 όταν γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» το οποίο μετατρέπει σε σημείο αναφοράς αλλά και το 1989 όταν ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων».
Ο Χατζιδάκις ήταν ένας αδέσμευτος άνθρωπος. Δήλωνε δεξιός αλλά ήταν από τους λίγους που δε δίσταζε να εκφραστεί θετικά ακόμα και για τα παιδιά με τις μολότοφ προσπαθώντας να προειδοποιήσει για τις επιπτώσεις που θα έχει η έξαρση της αστυνομικής βίας.
«Ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων με μολότοφ και έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό με πιστόλι, εγώ είμαι πάντα με το μέρος του παιδιού», είχε γράψει μετά τη δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Μελίστα στην επέτειο του Πολυτεχνείου του 1985.
Ο πόλεμος που είχε δεχθεί αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος ήταν τεράστιος και περιελάμβανε κυρίως χυδαιότητες για την προσωπική του ζωή.
Το «αρχικίναιδος» ήταν μια από τις λέξεις που η Αυριανή χρησιμοποιούσε για να χτυπήσει τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη και μπορούν να δημοσιευθούν σε αυτό το αφιέρωμα. Δυστυχώς, για τους ίδιους σε μια περίοδο άκρατου λαϊκισμού στο πλευρό της εφημερίδας είχαν συνταχθεί προσωπικότητες όπως ο Κώστας Λαλιωτης, ο Θεόδωρος Παγκαλος, η Μελίνα Μερκούρη αλλά και ο Μανώλης Γλέζος. Φυσικά, σήμερα, πλέον, κανείς δε λέει το παραμικρό για τον Χατζιδάκι και όλοι τον υμνούν.
Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο «αριστερός της δεξιάς», όπως αυτοπροσδιοριζόταν, πέθανε στις 15 Ιουνίου 1994, μία ημέρα σαν σήμερα, από οξύ πνευμονικό οίδημα. Όπως επιθυμούσε ο ίδιος, στην κηδεία του (που έγινε στην Παιανία) δεν παρευρέθηκαν τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερ.
Το Όσκαρ που πέταξε στα σκουπίδια
Στις 17 Απριλίου 1960, ο Μάνος Χατζιδάκις κέρδισε το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα. Το συγκεκριμένο χρυσό αγαλματίδιο, ωστόσο, «πέρασε»... δύσκολες ώρες!
Εκείνη η βραδιά, ωστόσο, ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη βραδιά για τις ΗΠΑ και συγκεκριμένα για την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης αφού βρισκόταν σε εξέλιξη η αποτυχημένη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα! Όπως είναι φυσικό, στην πραγματικότητα, ήταν λίγοι εκείνοι που εκείνη τη βραδιά είχαν το μυαλό τους στην απονομή των Όσκαρ με δεδομένο πως μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα από εκεί κρινόταν το αν θα ξεσπάσει ο Γ' Παγκόσμιος Πόλεμος στην, πιθανότατα, πιο κρίσιμη στιγμή του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Χατζιδάκις δεν πήγε ποτέ να παραλάβει το για πολλούς πολυπόθητο βραβείο. Και δε φτάνει που δεν πήγε ο ίδιος, δεν έστειλε καν κάποιον αντιπρόσωπο (όπως είχε κάνει, για παράδειγμα, ο Μάρλον Μπράντο).
Τελικά, το Όσκαρ το παρέλαβε για λογαριασμό του συνθέτη ο κωμικός ηθοποιός Μπομπ Χόουπ που ήταν ο οικοδεσπότης της τελετής. Ο Χόουπ, μάλιστα, προκειμένου να... ελαφρύνει την ατμόσφαιρα είπε το αμίμητο «περίμενα πολύ καιρό αυτή τη στιγμή»!
Λίγες μέρες αργότερα, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου απέστειλε το Όσκαρ με το Ταχυδρομείο, αλλά το βραβείο χάθηκε στη διαδρομή! Όταν ο Χατζιδάκις φωτογραφήθηκε κρατώντας το Όσκαρ δεν ήταν αυτό που έγραφε το όνομά του, αλλά εκείνο που δανείστηκε από την Κατίνα Παξινού, για τις ανάγκες της φωτογράφισης.
Κάποια στιγμή η Ακαδημία Κινηματογράφου του έστειλε ένα αντίγραφο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, ο Μάνος Χατζιδάκις πέταξε το Όσκαρ στα σκουπίδια και εκεί το βρήκε η οικιακή βοηθός, που το έδωσε στην αδερφή του, Μιράντα. Εκείνη πήρε το χρυσό αγαλματίδιο στο δικό της σπίτι και το επέστρεψε έναν χρόνο μετά τον θάνατό του.
Σήμερα βρίσκεται στα χέρια του θετού γιου του, Γιώργου Χατζιδάκι ο οποίος σύμφωνα με το θρύλο, σε ένδειξη σεβασμού στη στάση που κράτησε ο πατέρας του, το έχει βάλει, σε μια γυάλινη προθήκη, να... κοιτάει μόνιμα προς τον τοίχο προκειμένου να φαίνεται σαν να είναι τιμωρία!
Ο ίδιος ο Χατζιδάκις σε κείμενο του με τίτλο: «Η Ρωμαϊκή Αγορά έτσι όπως γέννησε τα τραγούδια μου», μεταξύ άλλων είχε γράψει: «Και το επίσημο κράτος με γιόρτασε για το Όσκαρ που πήρα ερήμην μου και έξω απ’ τα δικά μου σχέδια. Πάλεψα χρόνια για ν’ αφαιρέσω αυτό τον ''τίτλο τιμής'' από την πλάτη μου…».
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, πως ο αξεπέραστος συνθέτης, δεν αγάπησε ούτε το Όσκαρ αλλά ούτε και το τραγούδι που του το «χάρισε».
Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, μάλιστα, ένα βράδυ του 1963, ο Χατζιδάκις με τη Μαρία Κάλλας δειπνούσαν στο Παρίσι. Τέσσερις μουσικοί πήγαν στο τραπέζι τους και άρχισαν να παίζουν τα «Παιδιά του Πειραιά». Η Κάλλας τους ακολούθησε τραγουδώντας χαμηλόφωνα. Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Μάνος έσκυψε και της ψιθύρισε: «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου θα τραγουδούσε τόσο μέτρια, αυτό το μέτριο τραγούδι».
- Λευτέρης Ελευθερίου: Ο αθόρυβος χωρισμός μετά από 22 χρόνια σχέσης - «Δεν θέλαμε να το διαφημίσουμε»
- Φαίη Σκορδά: Στην αγκαλιά του μέλλοντα συζύγου της - Η πρώτη φωτογραφία που δημοσίευσε με τον Αθανασιάδη
- Η Ελλάδα (τελικά) «πεθαίνει»: Εκατοντάδες περιοχές με μηδέν γεννήσεις το 2026
- Το ελληνικό ριάλιτι του 1997 που προκάλεσε τον θάνατο ενός πατέρα
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.