Μενού
sands
Η κηδεία του Μπόμπι Σαντς | Associated Press
  • Α-
  • Α+

Η απεργία πείνας είναι το έσχατο μέσο αγώνα. Είναι ο πιο ειρηνικός και ταυτόχρονα ο πιο σκληρός τρόπος να αγωνιστεί κάποιος. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος που αποφασίζει να προχωρήσει σε μια τέτοια διαμαρτυρία βάζει το σώμα του μπροστά. Είναι αποφασισμένος στην αρχή να πιέσει για να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του και στη συνέχεια να πεθάνει για αυτά.

Το βλέπουμε αυτές τις ημέρες στο Σύνταγμα με τον Πάνο Ρούτσι. Όποιοι τον ρωτάνε για το πώς είναι, εκείνος απαντάει πως οι δυνάμεις του τον έχουν εγκαταλείψει αλλά δεν πρόκειται να κάνει ούτε βήμα πίσω.

Το πόσο θα αντέξει ένας απεργός πείνας είναι κάτι πολύπλοκο που επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες όπως το σωματικό λίπος που διαθέτει ο απεργός, η συνολικότερη κατάσταση της υγείας του και βέβαια η στρατηγική που θα ακολουθήσει.

Τι σημαίνει στρατηγική; Αν ένας απεργός αρνείται από την αρχή και να φάει και να πιει τότε δεν πρόκειται να επιβιώσει για πολλές ημέρες. Εάν αρνηθεί την τροφή αλλά λαμβάνει υγρά, ζάχαρη ή/και αλάτι τότε παρατείνει τον αγώνα του.

Η μεγαλύτερη καταγεγραμμένη απεργία πείνας με νερό και ζάχαρη πριν επέλθει ο θάνατος ήταν 94 ημέρες από έναν Βορειοϊρλανδό μαχητή τη δεκαετία του 1920. Εάν ο απεργός παίρνει βιταμίνες, ζάχαρη ή/και αλάτι, όπως για παράδειγμα συνηθίζεται στις φυλακές της Τουρκίας (όπου πρωτεύων στόχος είναι η μεγαλύτερη δυνατή πολιτική πίεση), ο θάνατος μπορεί να επέλθει και μετά από 300 ημέρες.

Σε ότι αφορά την αναγκαστική σίτιση (ένα θέμα που αναδείχθηκε τα τελευταία 24ωρα για τον Πάνο Ρούτσι) εδώ τα πράγματα είναι περίπλοκα. Αν ο απεργός πείνας είναι ελεύθερος τότε, σύμφωνα με τον νομοθέτη, έχει το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού και αποφασίζει αυτός για τη ζωή του. Αν, όμως, είναι κρατούμενος ο Σωφρονιστικός Κώδικας με τα άρθρα 29 και 31 (και με δεδομένο ότι είναι στην ευθύνη του κράτους) αν και δεν το προβλέπει ρητά με τον όρο «ιατρική πράξη» αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει από τον αρμόδιο εισαγγελέα να εκδώσει διαταγή αναγκαστικής σίτισης αν κριθεί απαραίτητο (όπως στην περίπτωση της απεργίας πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα το 2021 που, όμως, στην πράξη δεν εφαρμόστηκε).

Σε κάθε περίπτωση ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας προβλέπει πως «κανένας γιατρός δε δικαιούται να ενεργεί αντίθετα προς τη βούληση του ασθενούς», ενώ για τον ΟΗΕ η αναγκαστική σίτιση δεν είναι αποδεκτή πρακτική όπως μη αποδεκτή είναι και η απειλή επιβολής αυτής κάτι που προβλέπεται και από τη διακήρυξη των Παγκόσμιων Ιατρικών Συνεδρίων.

Το (πολιτικό) υπόβαθρο της μεγάλης απεργίας πείνας των μελών του IRA

Έως και το 1976 όσα μέλη του IRA συλλαμβάνονταν, καταδικάζονταν και έμπαιναν στη φυλακή είχαν το καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου. Τα δικαιώματα που είχαν αναφορικά με αυτό το «προνόμιο» ήταν λιγοστά αλλά ήταν αρκετά, ώστε, να τους διαφοροποιούν από τους υπόλοιπους κρατούμενους.

Την 1η Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, ωστόσο, η κυβέρνηση της Βρετανίας αποφάσισε να αναστείλει αυτό το «προνόμιο» για τα μέλη του IRA τα οποία πλέον θεωρούνταν απλοί ποινικοί κρατούμενοι και είχαν βέβαια και την ανάλογη συμπεριφορά από τους δεσμοφύλακες.

Αποφάσισαν να κατέβουν σε κινητοποιήσεις διαρκείας με στόχο να επανακτήσουν το καθεστώς του πολιτικού κρατούμενου. Η πρώτη μορφή που επιλέγουν είναι η λεγόμενη «διαμαρτυρία της κουβέρτας» στη διάρκεια της οποίας τα μέλη του IRA αρνούνταν να φορέσουν τη στολή της φυλακής και κυκλοφορούσαν έχοντας πάνω τους μόνο τις κουβέρτες τους.

«Είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου και όχι εγκληματίες για να φορέσουμε αυτά τα ρούχα» έλεγαν.

Μετά από δυο χρόνια οι κρατούμενοι πέρασαν τη διαμαρτυρία τους σε μια άλλη φάση. Στη «βρώμικη διαμαρτυρία». Άπλωναν τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών τους και έριχναν τα ούρα τους κάτω από τις πόρτες με αποτέλεσμα να… «πλημμυρίζουν» τους διαδρόμους των φυλακών.

Όταν είδαν πως ούτε αυτό απέδιδε, προχώρησαν σε μια πρώτη απεργία πείνας στην οποία συμμετείχαν όλα τα πρωτοκλασάτα μέλη του IRA που βρίσκονταν στη φυλακή. Η απεργία έληξε σύντομα πριν πεθάνει κάποιος, καθώς η βρετανική κυβέρνηση με ένα τέχνασμα προσποιήθηκε πως συνθηκολόγησε.

Την 1η Μαρτίου του 1981, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για τη «μητέρα των μαχών» και σε αυτή μπήκε μπροστάρης ο Μπόμπι Σαντς.

Ποιος ήταν ο Μπόμπι Σαντς

Ο Ρόμπερτ Γκέραρντ «Μπόμπι» Σαντς γεννήθηκε στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας στις 9 Μαρτίου 1954. Ο Μπόμπι ήταν το πρώτο από τα παιδιά μίας οικογένειας Ρωμαιοκαθολικών η οποία ζούσε με ένα μεγάλο μυστικό.

Έκρυβε τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις αφού στη συνοικία που ζούσε κουμάντο έκαναν οι προτεστάντες.

Όταν το μυστικό της οικογένειας μαθεύτηκε αναγκάστηκαν να αλλάξουν γειτονιά, αφού οι επιθέσεις που δεχόντουσαν ήταν σχεδόν καθημερινές. Μέσα σε ένα τέτοιο πολεμικό κλίμα μεγάλωσε ο Μπόμπι Σαντς.

Σε ηλικία 15 χρονών παράτησε το σχολείο και γράφτηκε σε μια σχολή προκειμένου να μάθει κάποια τέχνη. Και εκεί, όμως, αντιμετώπισε τις ίδιες καταστάσεις. Όπως και αργότερα όταν προσπάθησε να βρει δουλειά.

«Ήμουν ένα αγόρι της εργατικής τάξης από το εθνικιστικό γκέτο, αλλά είναι η καταστολή που μου δημιούργησε το επαναστατικό πνεύμα της ελευθερίας» είχε γράψει ο Σαντς για τα παιδικά του χρόνια.

Σε ηλικία 18 ετών, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά του ως μαθητευόμενος τεχνίτης αυτοκινήτων και να μετακινηθεί ξανά με την οικογένειά του σε άλλη γειτονιά.

Σιγά - σιγά μέσα στο μυαλό του άρχισε να βρίσκει γόνιμο έδαφος η άποψη πως αν κάτι μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα τα δικά του και των ανθρώπων του είναι η ένοπλη αντίσταση.

Το σημείο καμπής ήταν τον Ιούνιο του 1972 όταν το πατρικό του σπίτι δέχθηκε επίθεση από προτεστάντες. Τον επόμενο μήνα ο Μπόμπι ήταν ήδη μέλος του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού, του IRA. Μετά από λίγο καιρό συνελήφθη για πρώτη φορά επειδή μαζί με άλλα άτομα εντοπίστηκε σε ένα σπίτι στο οποίο υπήρχαν τέσσερα πιστόλια.

Στη φυλακή συνάντησε κορυφαία στελέχη του IRA, όπως ο Τζέρι Άνταμς, τα οποία εκτίμησαν τις ικανότητές του, με αποτέλεσμα μετά την αποφυλάκισή του να ανέλθει τάχιστα στην ιεραρχία της οργάνωσης.

Ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του IRA και παρότρυνε τους συντρόφους του να υιοθετήσουν σοσιαλιστικές πολιτικές.

Ο Σαντς ήταν θαυμαστής της πολιτικής δράσης και του συγγραφικού έργου των Τζορτζ Τζάκσον, Φραντς Φανόν, Τσε Γκεβάρα και του ιρλανδού σοσιαλιστή Τζέιμς Κόνολι.

Το 1976 αφέθηκε ελεύθερος αλλά μετά από έξι μήνες συνελήφθη και πάλι μετά από μια βομβιστική επίθεση και ανταλλαγή πυροβολισμών. Στοιχεία για την ενοχή του δεν υπήρχαν, ωστόσο, επειδή στο αυτοκίνητο που επέβαινε βρέθηκε ένα όπλο καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλακή.

Δεν θα ξαναβγήκε ποτέ… Από την πρώτη μέρα του εγκλεισμού του ανέπτυξε ακτιβιστική δράση, ζητώντας μεταρρυθμίσεις στο σωφρονιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα συχνά να βρίσκεται σε κελί απομόνωσης.

Η μεγάλη απεργία πείνας στην πτέρυγα «Η»

Όταν ήρθε η ώρα για να ξεκινήσει η μεγάλη απεργία πείνας, όπως ήδη αναφέρθηκε ο Μπόμπι Σαντς, ξεκίνησε πρώτος και ζήτησε να έχει «προβάδισμα» μερικών ημερών μέχρι να ξεκινήσει ο δεύτερος, ώστε, αν «λυγίσει» η βρετανική κυβέρνηση να μην κινδυνεύσει κάποιος άλλος.

Σε μια προσπάθεια να πιεστεί ακόμα περισσότερο η βρετανική κυβέρνηση, ο IRA τοποθέτησε τον Μπόμπι Σαντς υποψήφιο βουλευτή στην εκλογική μάχη για την έδρα του ανεξάρτητου Φρανκ Μαγκουάιρ, ο οποίος πέθανε από καρδιακή προσβολή λίγες ημέρες μετά την έναρξη της απεργίας πείνας.

Ο Σαντς αν και οριακά (30.493 ψήφους έναντι 29.046 ψήφων του υποψήφιου του ενωτικού κόμματος) κατάφερε να εκλεγεί και να γίνει ο νεότερος βουλευτής του βρετανικού κοινοβουλίου. Ούτε αυτό, όμως, συγκίνησε την κυβέρνηση Θάτσερ, η οποία αμέσως μετά την εκλογή του Σαντς ψήφισε νόμο σύμφωνα με τον οποίο όσοι ήταν έγκλειστοι στις φυλακές για περισσότερο από ένα χρόνο, δεν είχαν το δικαίωμα να θέτουν υποψηφιότητα.

«Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως πολιτική δολοφονία, πολιτική βομβιστική ενέργεια ή πολιτική βία. Υπάρχει μόνο εγκληματική δολοφονία, εγκληματική βομβιστική ενέργεια και εγκληματική βία»! Με τη δήλωση αυτή - την οποία επαναλάμβανε συχνά πυκνά - η Μάργκαρετ Θάτσερ έκλεινε αμέσως κάθε κουβέντα που πήγαινε να ξεκινήσει σχετικά με τους κρατούμενους απεργούς πείνας του IRA.

Η αδιάλλακτη αυτή στάση της δεν άλλαξε ούτε με τους πρώτους θανάτους.  Και όσο πιο σκληρή ήταν η Θάτσερ τόσο πιο σκληροί γινόντουσαν και οι δεσμοφύλακες στις φυλακές απέναντι στους κρατούμενους του IRA.

Η βρετανική κυβέρνηση δεν έκανε ούτε βήμα πίσω. Ούτε βέβαια και οι απεργοί πείνας. Και κάπως έτσι το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο.

«Ο κ. Σαντς ήταν ένας καταδικασμένος εγκληματίας. Επέλεξε να αφαιρέσει την ίδια του τη ζωή. Ήταν μια απόφαση που η οργάνωσή του δεν την επέτρεψε σε πολλά από τα θύματά της» είπε την ημέρα που ανακοινώθηκε ότι ο Μπόμπι Σαντς άφησε την τελευταία του πνοή στις 5 Μαΐου του 1981, μετά από 66 ημέρες σκληρής απεργίας πείνας.

Ακολούθησαν ακόμα εννέα απεργοί πείνας (ο μικρότερος 23 ετών, ο μεγαλύτερος 30 ετών), που έδωσαν τη ζωή τους για το σκοπό που υπηρετούσαν. Τότε και μόνο τότε η Θάτσερ έδειξε να υποχωρεί. Άλλωστε, πλέον, είχε ξεσηκωθεί και η διεθνής κοινή γνώμη.

Οι μητέρες όσων απεργών πείνας έπεφταν σε κώμα, έδιναν εντολή στους γιατρούς να τους επαναφέρουν και έτσι σταδιακά η κινητοποίηση σταμάτησε με το οριστικό της τέλος να γράφεται μία ημέρα σαν σήμερα, στις 3 Οκτωβρίου 1981. Μετά από μικρό διάστημα η βρετανική κυβέρνηση ικανοποίησε κάποια από τα αιτήματα τους, χωρίς, ωστόσο, να δώσει πίσω το καθεστώς του «πολιτικού κρατούμενου».  

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...