Μενού
theodorakis
Μίκης Θεοδωράκης | eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Όταν την 21η Απριλίου 1967 η χούντα των συνταγματαρχών έβαλε τη χώρα «εις τον γύψον» οι περισσότεροι τρόμαξαν. Υπήρχαν αυτοί που συμβιβάστηκαν και (δυστυχώς) εκείνοι που χάρηκαν. Υπήρχαν, ωστόσο, και εκείνοι, οι λίγοι που αποφάσισαν να βγουν μπροστά και να αντιδράσουν.

Μη σας παραξενεύει η λέξη «λίγοι». Λίγοι ήταν. Πάντα λίγοι είναι εκείνοι οι «τρελοί» που αποφασίζουν να τα βάλουν με τους ισχυρούς, θέτοντας τις ζωές τους σε κίνδυνο. Στη συνέχεια ακολουθούν οι πολλοί. Έτσι γινόταν πάντα. Έτσι θα συνεχίσει να γίνεται.

Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους. Δε θα μπορούσε να κάνει αλλιώς. Πολεμούσε με όλες τους τις δυνάμεις τη χούντα πριν καν αυτή επιβληθεί.

Για τους χουντικούς η σύλληψη του Θεοδωράκη ήταν βασικός στόχος. Ο μουσικοσυνθέτης, ωστόσο, δεν έκατσε με σταυρωμένα τα χέρια. Βγήκε στην παρανομία.

Το επικίνδυνο αυτό «ταξίδι» ξεκίνησε από τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος και διήρκεσε ακριβώς τέσσερις μήνες. Από την 21η Απριλίου μέχρι, μία ημέρα σαν σήμερα, την 21η Αυγούστου 1967 όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνελήφθη στο Χαϊδάρι.

«Νιώθω ότι ο κίνδυνος με κυκλώνει»

Ο Μίκης Θεοδωράκης δεν ήταν ένα τυχαίο πρόσωπο και για τον λόγο αυτό, άλλωστε, η χούντα τον είχε μέσα στους πρώτους στόχους της. Ο Θεοδωράκης ήδη από τα ματωμένα Δεκεμβριανά του 1944 ανέπτυξε έντονη δράση.

Συνελήφθη το 1947 και από εκεί και πέρα ξεκίνησε (αυτό που εν είδει αστεϊσμού λέγεται) «πολιτικός τουρισμός». Πρώτα Ικαρία (δύο φορές) και μετά Μακρόνησος που υπέφερε από φρικτά βασανιστήρια και ότι αυτά προκάλεσαν στην υγεία του.

Το 1963 ιδρύθηκε η Νεολαία Λαμπράκη με αφορμή τη δολοφονία από το παρακράτος της Δεξιάς του αγωνιστή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη. Ο Μίκης Θεοδωράκης εκλέχθηκε πρόεδρος και λίγο αργότερα εκλέχθηκε (στις εκλογές του 1964) βουλευτής της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ).

Παράλληλα με όλα αυτά ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποιεί τη μουσική του ως όπλο απέναντι σε ένα βαθιά διεφθαρμένο κράτος (και παρακράτος) που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί τη χώρα στα «δόντια» της δικτατορίας.

Από το 1960 που επέστρεψε στην Ελλάδα (μετά τις σπουδές στο εξωτερικό) δημιούργησε μερικά από τα σπουδαιότερα διαμάντια του. Μελοποίησε τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου, το «Άξιον Εστί» του Ελύτη, το Μαουτχάουζεν του Καμπανέλλη, τη «Ρωμιοσύνη» και πάλι του Ρίτσου.

 

Μέσα από αυτά τα έργα ο Θεοδωράκης απέκτησε διεθνή φήμη η οποία εκτινάχθηκε όταν το 1964 συνέθεσε τη μουσική για την εμβληματική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Ζορμπάς»!

Όταν ο Παπαδόπουλος, ο Παττακός και η «παρέα» τους βύθισαν την Ελλάδα στο σκοτάδι, ο Μίκης Θεοδωράκης, δίχως δεύτερη σκέψη βγήκε στην παρανομία και άνοιξε έτσι έναν νέο κύκλο πολιτικών διώξεων.

Διαβάστε ακόμα: Γεώργιος Παπαδόπουλος - Ο δικτάτορας που πέθανε χωρίς να ζητήσει συγγνώμη

Ήταν ο πρώτος που, ώρες μετά, απεύθυνε δημόσια έκκληση για αντίσταση κατά της χούντας τη στιγμή που ήξερε πως ήταν ένας από τους βασικότερους στόχους του καθεστώτος για σύλληψη. Δύο ημέρες μετά δημοσιεύει μία ακόμα έκκληση – προσκλητήριο αγώνα.

Στις 30 Απριλίου ιδρύθηκε το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο ή Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (Π.Α.Μ.) και ο Θεοδωράκης εκλέχθηκε πρόεδρος κηρύσσοντας πανστρατιά εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος.

Λίγες ημέρες νωρίτερα η χούντα είχε προλάβει και είχε απαγορεύσει με διάταγμα να ακούγεται η μουσική του Θεοδωράκη.

Ήταν ξεκάθαρο πως η φήμη του Μίκη Θεοδωράκη (και άρα η δύναμή του) είχε «αναγκάσει» τις δύο πλευρές να επιδοθούν σε έναν αγώνα δρόμου. Ο μουσικοσυνθέτης, ωστόσο, γνώριζε πως δεν μπορούσε να βγει νικητής σε αυτό το «σπριντ» και ένιωθε τον κλοιό της Ασφάλειας να στενεύει γύρω του.

Η δραματική σύλληψη του Μίκη Θεοδωράκη

Στο τρίτομο έργο του «Το Χρέος» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ο Μίκης Θεοδωράκης περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνελήφθη στις 21 Αυγούστου του 1967 στο Χαϊδάρι, όπου κρυβόταν σε ένα σπίτι στον Προφήτη Ηλία.

Μέσα στον πρώτο τόμο του «Χρέους», στην «Αντίσταση», ο Θεοδωράκης «κρατάει» ημερολόγιο και περιγράφει ο ίδιος τα όσα δραματικά προηγήθηκαν και έγιναν κατά τη σύλληψή του. Καμία περιγραφή, όσο καλή και αν είναι, δεν μπορεί να είναι καλύτερη και πιο ανατριχιαστική από τη δική του.

«Περασμένα μεσάνυχτα. Χτυπήματα στην πόρτα. Πετάγομαι. Στο τζάμι σχηματίζονται πελώριες εφιαλτικές σκιές. Ανοίγω προσεκτικά την πόρτα της βεράντας. Η Μαρία κοιμάται. Της φωνάζω. Τίποτα. Κλείνω την πόρτα, μαζεύω όλα τα αντικείμενά μου και τρέχω πίσω από το πιάνο. Χτυπούν. Φωνάζουν. Ξαναβγαίνω. Ανοίγω την πόρτα της βεράντας.

Ψιθυρίζω: ''Σήκω, Μαρία''. Εκείνη κοιμάται βαθιά. Βήματα γρήγορα στη σκάλα της βεράντας. Μόλις προφταίνω να κρυφτώ. Βρίσκουν τη Μαρία να κοιμάται στο ντιβάνι και μετά βλέπουν το κρεβάτι μου. ''Ζεστάθηκα και βγήκα λίγο έξω'' ακούω τη φωνή της. Γυρνούν σαν θηρία που διψούν για τροφή. Ψάχνουν παντού. Η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Διαβάστε ακόμα: Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε το ποίημα «Ονομάζομαι Κώστας Στεργίου»

''Παιδιά, τυπογραφείο…''. ''Τίνος είναι αυτή η στολή;'' Ψάχνουν, ψάχνουν. Μετά σιωπή. Έφυγαν; Ή είναι παγίδα; Διπλωμένος, προσπαθώ να σκεπάσω το στήθος με τα χέρια για να μην ακουστούν οι χτύποι της καρδιάς μου. Η πόρτα ανοίγει. Βήματα ξανά. Κάποιος πλησιάζει σταθερά προς το πιάνο. ''Να τος!'' Σκύβει από πάνω μου. Τα μάτια του γουρλώνουν.

''Παιδιά, ο Μίκης! Σήκω πάνω! Ψηλά τα χέρια!''. Με το ‘να χέρι το πιστόλι, με το άλλο μου ξεσκίζει και κατεβάζει το πανταλόνι της πιτζάμας. Γυμνός. ''Γονάτισε!'' Δεν γονατίζω. ''Χτύπα τον! Δέστε τον! Όχι, όχι. Τα χέρια πάνω. Τα χέρια μπρος. Όχι, πίσω. Δέστε τα πίσω! Σφιχτά. Να πονέσει. Έτσι. Σκύψε!''. Όχι, δεν σκύβω. ''Δεν υπάρχει υπεύθυνος εδώ;'' λέω. ''Εγώ είμαι, αστυνόμος Κολώνιας''.

''Τι άλλο θέλετε; Με πιάσατε. Συγχαρητήρια! Πέστε τους να ηρεμήσουν''. Φέρνουν τη Μαρία. ''Παρακαλώ, βάλτε μου το πανταλόνι''. Μου βάζουν το χακί. ''Ώστε ήσουν αξιωματικός, ε; Και μάλιστα συνταγματάρχης!''. ''Από μετριοφροσύνη'' τους απαντώ. ''Βάλτε του τα παπούτσια!''. ''Τι τα θέλει τα παπούτσια;''.

Η Μαρία σκύβει και μου δένει τα παπούτσια. Μου χαϊδεύει τα πόδια. ''Λεβέντη μου'' μου ψιθυρίζει. ''Σ’ ευχαριστώ, Μαρία'' της ψιθυρίζω και σκέφτομαι το μαρτύριό της. Φεύγουμε. ''Μπείτε μπροστά! Όχι, πίσω. Πλάι. Μη μας φύγει. Πώς θα φύγει;''. Γελούν. Πειράζονται. Κάνουν σαν μικρά παιδιά. Σκύβω. Πονώ. Μου κρατούν ψηλά τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα από τους καρπούς. Ένας με κλωτσά. Άλλος μου μπήγει το κλομπ στα πλευρά, στο στομάχι.

''Θα δεις, θα γλεντήσουμε''. Έξω ερημιά. Όχι. Αυτοκίνητο από κάτω. Ομάδα πιο κει. Απέναντι στο λόφο. Κίνηση. Ένας προβολέας. Στην Ιερά Οδό καμιόνια. Ο μανάβης έχει τα παντζούρια μισόκλειστα. Να με δει! Άραγε, με είδε κανείς; Τα σπίτια σιωπηλά, φοβισμένα, συμπάσχοντα. Ο δρόμος κατηφορίζει. Στο βάθος αυτοκίνητο. Όχι από δω. Αριστερά. Στα δέντρα. Δεξιά η Αθήνα. Η ιερή Αθήνα. Ψηλά ο Υμηττός. Πιο ψηλά ο μαύρος ουρανός. Τ’ αστέρια. Το φεγγάρι.

''Μίκη, θα πεθάνεις''. ''Μίκη, ζεις τις τελευταίες σου στιγμές''. ''Μίκη, τι νιώθεις;'' ''Αηδία'', τους λέω. ''Μιλάτε ελληνικά. Έχετε έναν Θεοδωράκη και τον πάτε στο θάνατο''.

Αναπνέω τον καθαρό αέρα. Δεν σκέφτομαι τίποτε πλην της ομορφιάς του έναστρου ουρανού. Το ασημένιο φως της σελήνης. Χαμογελώ. Είμαι περήφανος. Το τέλος είναι τέτοιο όπως το έζησα, όπως το ήθελα. Είμαι πάνω από την Αθήνα. Οι άλλοι τώρα κοιμούνται. Εγώ θα πεθάνω γι’ αυτούς. Μια μουσική τρελή μπαίνει με μιας σαν ξαφνικός βοριάς μέσα στη σκέψη μου. Είναι η τελευταία μου μουσική πάνω στο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα!

Διαβάστε ακόμα: Η ημέρα που ο Μίκης Θεοδωράκης φυλακίστηκε στον Ωρωπό

''Στην άκρη εκεί του ποταμού, τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του''. Όπως κι εκείνος. Νύχτα. Οι άλλοι κοιμούνταν. Εκείνος μετρούσε τ’ αστέρια. Και πέθανε. ''Εδώ θα πεθάνεις. Εδώ. Όχι, πάρτε τον από δω!''. Αλλού. Κατηφορίζουμε. Το αυτοκίνητο. Το κόκκινο Έμ Τζι. Σημαδιακό. Με μετέφερε από σπίτι σε σπίτι. Τώρα με μεταφέρει στο θάνατο. Άραγε, πιάστηκε ο Ιάσων;

''Βάλ’ του μια κουκούλα!''. Με πιέζουν με τα κλομπ στο στομάχι, στην κοιλιά, στα αχαμνά. Τα χέρια πίσω στρίβουν. Τα κόκαλα πάνε να βγουν. Εγώ σκέφτομαι. ''Κρίμα'' λέω μέσα μου. ''Το τέλος δεν θα ‘ναι τόσο ρομαντικό! Τόσο απλό. Θα σε χτυπήσουν, θα σε γδάρουν, θα σε κάψουν, θα σε κάνουν κομματάκια. Κι όταν παραδώσεις την ψυχή, η μορφή σου θα ‘χει χαθεί για πάντα από τους βασανιστές. Ίσως σου βγάλουν τα μάτια. Θα πεθάνεις στο σκοτάδι. Ίσως σε πνίξουν μέσα σε περιττώματα. Σαν αρουραίο. Θα σου βγάλουν τα νύχια. Θα πονέσεις. Θα πονέσεις φριχτά. Δίχως τέλος. Δίχως έλεος. Θα παρακαλείς το θάνατο να ρθει. Λυτρωτής''.

Στάση. Ξεκίνημα. Νέα στάση. Μουρμουρίσματα. Γελάκια. Φεύγουμε. Άλλη στάση. Διαταγή. Φεύγουμε. Στάση. ''Κατέβα''! Με κατεβάζουν. Δεν βλέπω. Πονώ τρομερά. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια. Τώρα ξέρω. Θα με ρίξουν από ταράτσα. Το κενό. Και μετά… Να το κενό. Όχι ακόμα. Με σπρώχνουν. Κενό; Όχι. Ανεβαίνω. Ανεβαίνω. Μου κόβεται η ανάσα. Θέλουν να με ρίξουν από ψηλά. Να διαλυθώ. Θα γίνω συντρίμμια. Η μορφή μου θα χαθεί. Για πάντα. Τότε ήρθαν σαν αστραπή η Μαργαρίτα, ο Γιώργος, η Μυρτώ. Η μάνα μου δεν θα ξαναδεί το πρόσωπό μου. Κενό. Όχι. Ανεβαίνω. Δεν θα με πλύνουν. Δεν θα με χαϊδέψουν. Δεν θα με φιλήσουν νεκρό. Έστω νεκρό. Σκαλοπάτια. Κενό; Όχι, πλατύσκαλο. Θα μείνει η θύμηση. «Αντίο, μάνα. Αντίο, πατέρα. Γυναίκα. Παιδιά». Με σπρώχνουν. Είμαι ήρεμος. Σταματούν. Μαντεύουν τη σκέψη μου. Γελούν. ''Κάτσε'' μου λένε. Μου βγάζουν την κουκούλα. Ανασαίνω. Μπαίνει ο Λάμπρου.

''Γεια σου, Μίκη. Μας κούρασες. Βρίσκεσαι στη Γενική Ασφάλεια. Τώρα θα ξεκουραστείς. Το Κουκουέ σ’ έδωσε''. Αρχίζει η γνωστή ασφαλίτικη μεθοδολογία…».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...