Μενού
grigorakos
Ο Βασίλης Γρηγοράκος μόλις έχει μάθει για τη δολοφονία του γιου του | eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Οι ιστορίες που αφορούν την πορεία της Greek Mafia μέσα στον χρόνο είναι πολλές. Οι καλύτερες είναι αυτές που δε θα ειπωθούν ποτέ δημόσια.

Όταν λέμε Greek Mafia δεν εννοούμε κάτι ομογενοποιημένο. Χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο προκειμένου να περιγράψουμε τη δράση διάφορων ομάδων (συχνά αντιπάλων μεταξύ τους) σε αυτό που λέμε «νύχτα» ή «υπόκοσμο».

Μια από αυτές τις συμμορίες – ομάδες που έδρασε παλαιότερα στην Ελλάδα ήταν οικογενειακή υπόθεση. Πρόκειται ασφαλώς για την οικογένεια Γρηγοράκου. Η «φαμίλια» που έκανε κουμάντο στη νύχτα για πολλά χρόνια, που μπλέχτηκε σε έναν αδιανόητο πόλεμο και που σήμερα έχουν επιζήσει ελάχιστα μέλη της.

Ακόμα και αυτοί που δεν ήξεραν πολλά ή δεν είχαν την παραμικρή σχέση με την Greek Mafia, όταν άκουσαν την είδηση πως άγνωστοι εκτέλεσαν τον Βασίλη Γρηγοράκο, αντιλήφθηκαν πως κάτι σημαντικό είχε συμβεί. Κάτι που άλλαξε τον χάρτη της «νύχτας».

Ο αρχινονός και η φαμίλια του

Ο Βασίλης Γρηγοράκος γεννήθηκε σε έναν μικρό ορεινό οικισμό της Ανατολικής Μάνης, τα Μουντανίστικα. Ένας παραδοσιακός, όμορφος και χαρακτηριστικός του άγριου, μανιάτικου τοπίου συνοικισμός με πυργόσπιτια που είναι χτισμένα από πέτρες.

Η ομορφιά αυτού του τόπου, ωστόσο, δεν μπόρεσε να τον κρατήσει. Αναγκάστηκε να φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να αναζητήσει ένα καλύτερο αύριο. Εκεί κατάφερε να σταθεί στα πόδια του. Έφτιαξε τη δική του οικογένεια. Παντρεύτηκε απέκτησε και τέσσερα παιδιά.

Το 1989, ωστόσο, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στην Ελλάδα. Δεν πήγε να ζήσει στη Μάνη. Επέλεξε την Αθήνα. Με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ηλιούπολη και προσπάθησε να κάνει μια νέα αρχή.

Γρήγορα, ωστόσο, αντιλήφθηκε πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα. Χωρίς να χάσει χρόνο, θα αρχίσει να «ψάχνεται». Θέλει να βγάλει λεφτά. Καλά λεφτά. Και γρήγορα. Οργανώνει μια συμμορία η οποία αρχικά έχει «τοπική εμβέλεια».

Αρχίζει να πουλάει «προστασία» και να εκβιάζει οποιονδήποτε είχε μια επιχείρηση στην Ηλιούπολη. Καφετέριες, μπαρ, περίπτερα, εστιατόρια, καφενεία που είχαν «φρουτάκια». Τα πάντα.

Στη συμμορία συμμετέχει ο γιος του ο Νίκος (γνωστός και ως Nick the Greek), ο άλλος του γιος ο Θόδωρος (γνωστός και ως Teddy) και κάμποσοι πυγμάχοι και «φουσκωτοί» που μέχρι πρότινος ήταν «πόρτα» σε νυχτερινά μαγαζιά.

Η «φιλοσοφία» του Γρηγοράκου είναι πως δεν περιμένει να πάρει πολλά λεφτά από τους λίγους «λεφτάδες» που θα έπεφταν θύματά του. Προτιμούσε να έχει συνέχεια γεμάτα τα ταμεία της «φαμίλιας» του, παίρνοντας διαρκώς, έστω και μικρά ποσά από πολλούς.

Κάπως έτσι ο Γρηγοράκος κατάφερε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να κυριαρχήσει στην Ηλιούπολη και να απλώσει τα δίχτυά του σχεδόν σε όλα τα νότια προάστια όπου, πλέον, ήταν το αδιαφιλονίκητο αφεντικό.

Όλα έδειχναν ιδανικά μέχρι που άρχισαν τα εσωτερικά «φαγώματα». Κάποιοι δεν ήθελαν να μείνουν στα λίγα. Κάποιοι άλλοι ένιωθαν, πλέον, τόσο ισχυροί ώστε να θέλουν να φτιάξουν τη δική τους συμμορία. Κάποιοι άλλοι ένιωθαν πως ήταν ριγμένοι και κατηγορούσαν άλλα μέλη της «φαμίλιας» πως έκαναν «δουλειές» για προσωπικό όφελος.

Η φαμίλια του Γρηγοράκου έπαψε να είναι το φόβητρο. Η «φαγωμάρα» βγήκε προς τα έξω και κάποιοι επιχειρηματίες της Ηλιούπολης θεώρησαν πως ήταν η καταλληλότερη στιγμή για να αντισταθούν στον άνθρωπο που κάθε μήνα τους «ρουφούσε» το αίμα, εκβιάζοντάς τους.

Η αρχή έγινε με τον ιδιοκτήτη μιας καφετέριας ο οποίος όταν ένα βράδυ πήγαν οι άνθρωποι του Γρηγοράκου για να πάρουν το «ενοίκιο», αντέδρασε και αρνήθηκε να τους πληρώσει. Αυτό που ακολούθησε ήταν τρομακτικό.

Του έκαψαν τα αυτοκίνητα, πέταξαν χειροβομβίδα μέσα στην καφετέρια όταν αυτή ήταν κλειστή, με αυτόματα όπλα άνοιξαν πυρ με στόχο το σπίτι του και στις 6 Αυγούστου του 1996 του έστησαν ενέδρα για να τον εκτελέσουν.

Έκαναν «σουρωτήρι» το αυτοκίνητο το οποίο πάρκαρε εκείνο το βράδυ έξω από το σπίτι του ιδιοκτήτη της καφετέριας. Μόνο που στο αυτοκίνητο αυτό δεν επέβαινε εκείνος αλλά ένας γείτονάς του, ο Θεοφάνης Σιδηρόπουλος, ιδιοκτήτης σκαφών αναψυχής, ο οποίος ήταν εντελώς άσχετος με την υπόθεση. Ο Σιδηρόπουλος δολοφονήθηκε άγρια μέσα στο όχημά του.

Όπως αποδείχθηκε αργότερα την εντολή για τη δολοφονία την είχε δώσει ο Νίκος Γρηγοράκος ενώ ένας από τους δυο εκτελεστές ήταν ο Θόδωρος Γρηγοράκος.

Η πτώση και το αιματηρό τέλος της φαμίλιας

Ο ιδιοκτήτης της καφετέριας μετά από αυτό το αιματηρό σκηνικό είδε πως δεν υπάρχει επιστροφή. Κατέθεσε στην Ελληνική Αστυνομία όλα όσα ήξερε, δίνοντας μια κατάθεση που «έκαιγε» τη φαμίλια του Γρηγοράκου. Κάπως έτσι πήραν θάρρος και άλλοι ιδιοκτήτες καταστημάτων οι οποίοι έδωσαν στις αρχές ανάλογες καταθέσεις.

Πολλά από τα μέλη της συμμορίας συνελήφθησαν και σε βάρος τους σχηματίσθηκαν δικογραφίες, όταν, όμως, μετά από λίγο καιρό άρχισαν να βγαίνουν από τις φυλακές με περιοριστικούς όρους ο εφιάλτης για τους επιχειρηματίες επέστρεψε και έτσι πολλοί αποφάσισαν, φοβισμένοι, να ανακαλέσουν τις αρχικές τους καταθέσεις.

Η συμμορία «καθάρισε» και συνέχισε τις «μπίζνες» της. Τίποτα, ωστόσο, δεν ήταν ίδιο με πριν. Μετά από μια απαγωγή ενός επιχειρηματία που «χάλασε» στη μοιρασιά των χρημάτων η συμμορία σπάει στα δυο. Και ως γνωστόν δυο σκληρές συμμορίες στην ίδια περιοχή δεν μπορούν να υπάρξουν.

Σχεδόν αμέσως θα ξεκινήσει ένας πόλεμος τόσο σκληρός που όμοιό του δεν είχε ξαναζήσει η ελληνική κοινωνία. Αρχηγός της δεύτερης συμμορίας ήταν ο πρώην κουμπάρος του Nick the Greek. Σύντομα θα γίνει ένα εξίσου σημαντικό όνομα της Greek Mafia, ανάλογο, ίσως και μεγαλύτερου, του Γρηγοράκου.

Ο πόλεμος ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1998. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ο κουμπάρος του Νίκου Γρηγοράκου τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ανήμερα της ονομαστικής του εορτής και του είπε πως το δώρο του, θα του το δώσει την επόμενη ημέρα.

Την επόμενη ημέρα μια ισχυρή βόμβα εξερράγη στο αυτοκίνητο του Nick the Greek. Ως εκ θαύματος επέζησε αλλά έχασε το δεξί του πόδι. Οι «πύλες της κολάσεως» μόλις είχαν ανοίξει. Θα ακολουθήσει ένα μεγάλο διάστημα όπου οι δυο συμμορίες «συνομιλούν» με βόμβες, με πυροβολισμούς σε αυτοκίνητα, σπίτια και επιχειρήσεις.

Ξημερώματα της 12ης Νοεμβρίου ο αρχινονός Βασίλης Γρηγοράκος, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, δολοφονεί στη Νέα Σμύρνη ένα από τα πρωτοπαλίκαρα της αντίπαλης συμμορίας τον Γιάννη Σωτηρόπουλο ή «τσέλιγκα».

Πλέον, δεν υπάρχει επιστροφή. Στις 7 Ιουνίου 2000, ο Nick the Greek βρίσκεται στην καφετέρια απέναντι από τα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων. Μέσα δικάζεται ο πατέρας του Βασίλης Γρηγοράκος για υπόθεση ναρκωτικών.

Ο Νίκος πίνει τον καφέ του και διαβάζει την εφημερίδα του. Μια μηχανή μεγάλου κυβισμού σταμάτησε μπροστά του, ο αναβάτης βγάζει το πιστόλι που είχε κρυμμένο και τον πυροβολεί τρεις φορές στο κεφάλι και πολλές ακόμα στο σώμα.

Ο Νίκος Γρηγοράκος θα ξεψυχήσει επί τόπου, ενώ λίγο αργότερα ο πατέρας του θα βγει αλαφιασμένος μέσα από τα δικαστήρια και θα καταγγείλει με ονοματεπώνυμο ως δράστη τον πρώην «εισπράκτορα» της συμμορίας του.

Μετά την κατάθεση του στην ΕΛΑΣ ο Βασίλης Γρηγοράκος ήξερε πως είχε έρθει η σειρά του. Το περίμενε και είχε πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. «Τώρα είναι η δική μου σειρά αλλά ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται» έλεγε.

Και επιβεβαιώθηκε. Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 15 Ιουλίου 2000, μια ημέρα πριν το μνημόσυνο του γιου του, άγνωστοι του έστησαν ενέδρα και τον δολοφόνησαν στη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Ο Γρηγοράκος επέστρεφε με τη σύζυγό του από το εξοχικό τους στο Λαγονήσι, στο σπίτι τους στο Μπραχάμι. Οι δολοφόνοι του ήξεραν τα πάντα. Ήξεραν το δρομολόγιο, ήξεραν ότι φορούσε αλεξίσφαιρο, ήξεραν ότι είχε μαζί του ένα μίνι οπλοστάσιο.

Όταν το τζιπ (με τα φιμέ τζάμια) του Γρηγοράκου σταμάτησε σε κόκκινο φανάρι στη συμβολή της οδού Κυδωνίων με τη Βουλιαγμένης στην περιοχή της Βούλας, πλησίασαν από την πλευρά του οδηγού και τον γάζωσαν με σφαίρες, σημαδεύοντας κυρίως στο κεφάλι. Η σύζυγος του Γρηγοράκου βγήκε από το αυτοκίνητο έχοντας κάποια μικροκοψίματα από τα σπασμένα τζάμια.

Ο μόνος που γλίτωσε από εκείνο το καλοκαιρινό μακέλεμα ήταν ο Θόδωρος Γρηγοράκος ο οποίος τότε βρισκόταν στη φυλακή καθώς είχε εμπλακεί σε αιματηρή καταδίωξη από άνδρες της Δίωξης Εκβιαστών της ΕΛΑΣ.

Εκείνο το ματωμένο καλοκαίρι θα δολοφονηθεί και ο πιο σκληρός της παλιάς γενιάς των νονών της αθηναϊκής νύχτας. Ο Θέμης Καλαποθαράκος έπεσε νεκρός μετά από 60 σφαίρες που δέχθηκε. Ήταν τόσο σκληρός που πρόλαβε και πυροβόλησε τους φονιάδες του περίπου 20 φορές πριν ξεψυχήσει.

Ο Teddy μέσα από τις φυλακές καταγγέλλει ως ηθικό αυτουργό των δολοφονιών του πατέρα και του αδερφού του, τον ίδιο άνθρωπο. Τον αρχηγό της αντίπαλης συμμορίας ο οποίος ήταν πλέον πανίσχυρος στα νότια προάστια.

Ο άνθρωπος αυτός θα συλληφθεί ως ηθικός αυτουργός μετά από κατάθεση της γυναίκας του Βασίλη Γρηγοράκου. Λίγο μετά, όμως, θα πάρει πίσω την κατάθεσή της και θα φύγει για τις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ ο κατηγορούμενος επιχειρηματίας αθωώθηκε με βούλευμα.

Ο κύκλος του αίματος έκλεισε με τον Θόδωρο Γρηγοράκο. 'Ήξερε πως ήταν ο επόμενος και επίσης γνώριζε πως η φυλακή δεν μπορεί να τον προστατέψει. Είχε λάβει όσα μέτρα ασφαλείας μπορούσε αλλά ούτε αυτά αποδείχθηκαν ικανά για να σταματήσουν τους δολοφόνους οι οποίοι του έριξαν υδροκυάνιο στα μακαρόνια του.

Ο Teddy Γρηγοράκος πέθανε μια ημέρα μετά τα γενέθλιά του. Η ΕΛΑΣ εκτιμούσε τότε πως δράστης της δολοφονίας ήταν κάποιος από τους ανθρώπους που ο Γρηγοράκος θεωρούσε δικούς του.

Ως φυσικός αυτουργός συνελήφθη ένας 32χρονος Αλβανός, συγκρατούμενος του Γρηγοράκου, ενώ ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε και πάλι ο ίδιος άνθρωπος.

Ο αρχηγός της άλλης συμμορίας και πρώην «εισπράκτορας» του Βασίλη Γρηγοράκου ο οποίος και πάλι θα αθωωθεί με βούλευμα.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...