Μενού
zannino
Ζαννίνο | YouTube
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Ο Ζαννίνο γέμιζε την οθόνη με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν με τον… όγκο του. Έμοιαζε σαν κάποιο αγαθό γίγαντα που πάντα ήταν έτοιμος να σπάσει κάποιον στο ξύλο. Ο άλλος τρόπος ήταν ένας μοναδικός τρόπος που είχε να παίρνει έναν δεύτερο (ή ακόμα και τρίτο) ρόλο και να τον μετατρέπει σε κεντρικό πρόσωπο.

Δεν χρειάστηκε ποτέ να έχει το όνομά του πρώτο στη μαρκίζα. Δεν υποδύθηκε κάποιον μεγάλο ήρωα ή τον ακαταμάχητο εραστή. Δεν ήταν ποτέ του πρωταγωνιστής. Ήταν, όμως, ένας από τους πιο αγαπημένους δευτεραγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου.

Η χαρακτηριστική του φυσιογνωμία, η επιβλητική και παράξενη φωνή, το ιδιαίτερο ύφος και το χιούμορ ακόμα και σε σκηνές που ήταν κακός «γέμιζαν» την οθόνη.

Πέρα από τον ηθοποιό Ζαννίνο, ωστόσο, υπήρχε και ο άνθρωπος. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε από τον ξεριζωμό και την προσφυγιά για να περάσει στα μπουλούκια και από εκεί στις κινηματογραφικές αίθουσες και τις μεγάλες διεθνείς παραγωγές.

Από τον Γιάννη Παπαδόπουλο στον Ζαννίνο

Ο Γιάννης Παπαδόπουλος γεννήθηκε μία ημέρα σαν σήμερα, στις 21 Αυγούστου 1923, στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης. Η οικογένειά του εγκατέλειψε την Πόλη στα χρόνια του ξεριζωμού και ήρθε στην Ελλάδα, καταλήγοντας στη Δραπετσώνα.

Τα παιδικά του χρόνια, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ήταν δύσκολα. Και έγιναν ακόμα πιο δύσκολα όταν στα 14 χρόνια του, έχασε τον πατέρα του. Ο έφηβος Γιάννης έπρεπε να δουλέψει προκειμένου να επιβιώσει.

Είχε, όμως, και ένα μεγάλο όνειρο. Ήθελε να γίνει χορευτής, ηθοποιός ή οτιδήποτε θα του επέτρεπε να «ντύνεται» ρόλους. Σπούδασε στη σχολή χορού του Άγγελου Γριμάνη και άρχισε να δουλεύει ως χορευτής.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στις αρχές της επόμενης βρέθηκε στα μπαλέτα Ραμαζώφ και έκανε πολλές εμφανίσεις στα περίφημα «καφέ σαντάν» της εποχής.

Εκεί, σε μία παράσταση στη θρυλική Μάντρα του Αττίκ συνέβη κάτι που καθόρισε τη ζωή του και… άλλαξε το όνομά του.

Ο Αττίκ τον ρώτησε πώς τον λένε. «Γιάννη», απάντησε εκείνος. Ο Αττίκ δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση. Δεν του άρεσε το Γιάννης για καλλιτεχνικό όνομα. Εκείνη τη στιγμή, η Σοφία Ραμαζώφ, που διηύθυνε τα μπαλέτα, τον φώναξε «Νίνο».

Ο Αττίκ που δεν άφηνε αυτές τις ευκαιρίες να πάνε χαμένες τον ρώτησε τι είναι το Νίνο. «Ε Νίνο είναι το παρατσούκλι μου τολμώ να πω, αντί Γιάννης» είπε εκείνος. «Τότε τι Γιάννης και κουραφέξαλα; Γιάννης δηλαδή Ζαν. Ζαν και Νίνο ίσον Ζαννίνο. Έτσι θα σε αναγγείλω, Ζαννίνο»!

Αυτό ήταν. Το Ζαννίνο έμεινε για πάντα. Έμεινε τόσο πολύ που με το πέρασμα του χρόνου το Γιάννης Παπαδόπουλος ξεχάστηκε εντελώς. Ήταν μόνο για τα επίσημα έγγραφα. Το Παπαδόπουλος ξεχάστηκε τόσο που χρόνια μετά, ακόμα και η κόρη του, η γνωστή ηθοποιός Σόφη Ζαννίνου, το παρατσούκλι του πατέρα της επέλεξε για... επίθετο.

Βέβαια, το ότι επέλεξε καλλιτεχνικό όνομα, δεν σημαίνει ότι όλα τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Πρώτα ήρθαν τα μπουλούκια. Μέσα από αυτό το σκληρό και άκρως απαιτητικό «σχολείο», έμαθε την τέχνη της υποκριτικής και κάπως έτσι έτσι πέρασε στον κινηματογράφο.

«Ερωτικά παιχνίδια », «Ένα κορίτσι σε περιμένει», ο «Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου, «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο», «Θου Βου Φανερός Πράκτωρ 000», οι «Οι τέσσερις άσσοι» και πολλές ακόμη. Υπολογίζεται ότι από τη δεκαετία του ’60 μέχρι τη δεκαετία του ’70 είχε παίξει σε 60 ταινίες.

Ακολούθησαν περίπου 20 ακόμα. Μερικές από αυτές ήταν «σταθμοί». Ήταν ένας από τους «300 Σπαρτιάτες», στην πρώτη εκδοχή της ταινίας στην οποία ήταν πρωταγωνιστής ο Ρόμπερτ Μίτσαμ ενώ το 1978 συμμετείχε και στη χολιγουντιανή, εμβληματική ταινία «Το Εξπρές του Μεσονυχτίου», όπου υποδύθηκε έναν Τούρκο ανακριτή!

Σύμφωνα με την κόρη του, το άγχος του εκείνη την περίοδο ήταν τόσο μεγάλο που υπέστη και το πρώτο του έμφραγμα. Η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στον «Καβάφη» του Γιάννη Σμαραγδή, που προβλήθηκε το 1997, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ο Ζαννίνο πέθανε στις 27 Μαΐου 1995, σε ηλικία 72 ετών, μετά από εγχείρηση καρδιάς.

Η γυναίκα που έσωσε από τον υπόκοσμο και η... εμπλοκή του στρατού

Όταν ο Ζαννίνο υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία, στη διάρκεια μίας άδειάς του, πήγε να διασκεδάσει σε ένα υπόγειο στέκι καλλιτεχνών στην Ομόνοια. Εκεί συναντήθηκε με μία κοπέλα που εργαζόταν εκεί και αμέσως του τράβηξε την προσοχή.

Ήταν η Τζένη Σφουντούρη. Η νεαρή κοπέλα, ήταν σπουδάστρια μίας θεατρικής σχολής και έμενε στο Φάληρο όπου την φιλοξενούσε μία φίλη της. Ο Ζαννίνο γοητεύτηκε από τη νεαρή κοπέλα και την επόμενη ημέρα μίλησε για εκείνη σε έναν φίλο του ο οποίος του είπε πως η νεαρή Τζένη είχε εξαπατηθεί από έναν άνθρωπο του υποκόσμου που της είχε υποσχεθεί ότι θα δουλέψει στο μαγαζί σαν ηθοποιός και τελικά την προόριζε για… κονσομασιόν.

Ο Ζαννίνο έγινε έξαλλος και αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Πήγε στο μαγαζί, πήρε την Τζένη μαζί του και έφυγαν χωρίς να μπορέσει κάποιος να τον σταματήσει. Στη συνέχεια την πήγε σε ένα φιλικό σπίτι για να τη φιλοξενήσουν μέχρι να περάσει η «μπόρα».

Λίγες ημέρες μετά, ο Ζαννίνο καθόταν σε ένα καφενείο όταν ξαφνικά εμφανίστηκαν δύο αστυνομικοί οι οποίοι του ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Όταν έφτασαν εκεί, έκπληκτος ενημερώθηκε πως μία γυναίκα τον είχε καταγγείλει λέγοντας πως είχε «κλέψει» την κόρη της!

Στο αστυνομικό τμήμα ήταν ήδη τόσο η ηλικιωμένη γυναίκα όσο και η Τζένη η οποία έκλαιγε. Ο Ζαννίνο έξαλλος ειδοποίησε τον διοικητή του στον στρατό, του εξήγησε όλη την ιστορία και έτσι λίγη ώρα μετά έξω από το αστυνομικό τμήμα είχε συγκεντρωθεί μία μικρή στρατιωτική δύναμη έτοιμη να… επέμβει.

Όταν ο διοικητής του τμήματος κατάλαβε πως δεν είχε υπάρξει «κλοπή», ρώτησε την Τζένη με ποιον ήθελε να φύγει, εκείνη απάντησε «με τον άντρα μου», όπως και τελικά έγινε αφήνοντας πίσω την ηλικιωμένη γυναίκα που αποδείχθηκε… θεία της!

Ο Ζαννίνο και η Τζένη παντρεύτηκαν, εκείνη πήρε το επίθετό του με το οποίο έκανε τη δική της καριέρα ενώ απέκτησαν όπως ήδη αναφέρθηκε και ένα κοριτσάκι, τη Σόφη που, όπως η ίδια έχει πει, έκανε το θεατρικό της ντεμπούτο όταν ήταν μόλις… 9 ημερών αφού οι συντελεστές μία παράστασης χρειάζονταν έναν μωρό για τις ανάγκες της παράστασης.

«Ως ηθοποιός ήταν εξαιρετικός, και ιδίως από τεχνική άποψη, και οφείλω να ομολογήσω ότι σε πάρα πολλές ταινίες παίζω τον πατέρα μου, τον έχω “κατακλέψει”. Το βλέμμα του, τις παύσεις του, το ύφος του, τα πάντα! Άψογος επαγγελματίας, ακριβής, υπεύθυνος, υπερβολικά έντιμος και εργατικός, αλλά και πάρα πολύ νευρικός. Αυτό που έλεγε αυτό εννοούσε, δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη από πίσω. Μου έλεγε θυμάμαι αναφορικά με τον τρόπο που χειριζόμουν τα επαγγελματικά μου, “κάνε ό,τι θες, αλλά οι κανόνες είναι αυτοί”. Αρσενικό παλαιάς κοπής, με λίγα λόγια!», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή της και είχε προσθέσει.

«Το μότο του πατέρα μου ήταν να είμαι ετοιμοπόλεμη για κάθε ενδεχόμενο που θα μου παρουσιαζόταν επί σκηνής, αλλά και στη ζωή μου γενικότερα. “Έσο έτοιμη”, μου έλεγε χαρακτηριστικά. Από μωρό μού είχε τονίσει ότι “σε αυτήν τη δουλειά δεν πρέπει να πεις ποτέ τη λέξη κρυώνω, πεινάω, νυστάζω. Μόνο ο θάνατος δικαιολογεί την όποια απουσία από το καθήκον που έχεις ως ηθοποιός να εμφανίζεσαι στην παράσταση, και τη συνέπεια, την ακρίβεια και τον επαγγελματισμό σου οφείλεις πάντοτε να επιδεικνύεις».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...