Ήταν ξημέρωμα Σαββάτου 2 Νοεμβρίου του 1991 όταν ακόμα και η πάντα πολύβουη και διαρκώς ξύπνια γειτονιά των Εξαρχείων συγκλονίστηκε από μία έκρηξη διαφορετική από τις άλλες.
Δεν ήταν μία βόμβα μολότοφ, δεν ήταν γκαζάκια. Ο ήχος αυτός ήταν πιο τρομακτικός από οποιονδήποτε άλλο.
Λίγη ώρα αργότερα, όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Η «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη», η οργάνωση «φάντασμα» που είχε γίνει ο εφιάλτης της Ελληνικής Αστυνομίας, πραγματοποίησε ένα ακόμα χτύπημα.
Στόχος της αυτή τη φορά μια κλούβα των ΜΑΤ. Τα μέλη της οργάνωσης εκτόξευσαν σε βάρος του αστυνομικού λεωφορείου μια ρουκέτα, από αυτές που είχαν «απαλλοτριώσει» από το στρατόπεδο του Συκουρίου στη Λάρισα.
Ο θόρυβος από την έκρηξη ήταν πολύ δυνατός. Είναι ενδεικτικό πως σπάσανε τα τζάμια αυτοκινήτων και σπιτιών σε κοντινή απόσταση από τον στόχο της οργάνωσης. Από την κλούβα των ΜΑΤ μένει, ουσιαστικά, μόνο ο σκελετός του οχήματος. Επτά αστυνομικοί τραυματίστηκαν. Άλλοι πιο σοβαρά, άλλοι με ελαφρύτερα τραύματα.
Για την αστυνομία, ωστόσο, η 2α Νοεμβρίου 1991 είναι μια ημέρα που θα γραφτεί με μαύρα γράμματα στην ιστορία της. Ένας νεαρός αστυφύλακας, ο Γιάννης Βάρης, τραυματίστηκε πολύ σοβαρά και λίγη ώρα μετά την εκτόξευση της ρουκέτας άφησε την τελευταία του πνοή.
Η μεγαλύτερη «επιχείρηση εφοδιασμού» της 17Ν
Παραμονή Χριστουγέννων του 1989, οκτώ μέλη της 17Ν έκαναν «ρεβεγιόν» στο στρατόπεδο του Συκουρίου στη Λάρισα. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, τα μέλη της οργάνωσης είχαν κάνει ενδελεχή έρευνα και είχαν στήσει το σχέδιό τους με τρομερές λεπτομέρειες προκειμένου να μην κινδυνέψουν.
Μπήκαν στο στρατόπεδο και έφτασαν στην αποθήκη με τα πυρομαχικά χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας. Αφαίρεσαν δεκάδες ρουκέτες, μεγάλη ποσότητα σφαιρών διαφόρων διαμετρημάτων, χειροβομβίδες, ηλεκτρικούς και μηχανικούς πυροκροτητές και πολλά άλλα στρατιωτικά αντικείμενα χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς.
Όταν έγινε αντιληπτή η κλοπή, στον στρατό σήμανε συναγερμός και όλοι έψαχναν κάπου ανάμεσα σε μυστικές υπηρεσίες και τούρκους πράκτορες να βρουν τον ένοχο.

«Κομάντος της 17Ν επιτέθηκε σε αποθήκες στρατοπέδου στην περιοχή της Λάρισας δίπλα στο χωριό Συκούριο τη νύχτα της 24 προς 25 Δεκεμβρίου 1989. Οι αποθήκες φυλάγονταν από στρατιώτες και άνδρες της εθνοφυλακής, αλλά δεν αντιλήφθηκαν τίποτε. Συνολικά αφαιρέθηκε μεγάλη ποσότητα από ρουκέτες των 2,36 και 3,5 ιντσών, σφαίρες διαμετρήματος 0,45, 0,38, 0,30, 7,62, χειροβομβίδες, ηλεκτρικούς και μηχανικούς πυροκροτητές και άλλο χρήσιμο υλικό», ανέφερε μεταξύ άλλων στην προκήρυξή της η «17Ν» στις 5/2/1990, ενώ η κλοπή του πολεμικού υλικού είχε γνωστοποιηθεί 15 μέρες μετά (στις 8 Ιανουαρίου το 1990) από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Η στρατιωτική ηγεσία είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει το θέμα, ενώ έκανε λόγο για 59 κλεμμένες ρουκέτες και όχι για 113 όπως ανέφερε η «17Ν» στην προκήρυξή της.
«Η 17Ν όταν μπήκε στο τμήμα του Βύρωνα για να πάρει όπλα, στο Πολεμικό Μουσείο για να πάρει μπαζούκας, στο στρατόπεδο του Συκουρίου για να πάρει πολεμοφόδια και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη, έκανε πράξεις ένοπλης προπαγάνδας. Έδειχνε επιπλέον ότι δεν ήταν ετεροκίνητη, ότι βασιζόταν στις δικές της δυνάμεις, για να βρει τα απαραίτητα υλικά για τον αγώνα», είχε πει ο Δημήτρης Κουφόντινας στην απολογία του στη δίκη της οργάνωσης.
Ο Χριστόδουλος Ξηρός και ο Βασίλης Τζωρτζάτος στις πρώτες τους καταθέσεις στην Αντιτρομοκρατική κατά την περίοδο εξάρθρωσης της 17Ν είχαν ομολογήσει τη συμμετοχή τους στην επίθεση.

«Τον Νοέμβριο του 1991, εγώ, ο αδελφός μου ο Σάββας, ο “Σταμάτης” (σ.σ.: Βασ. Τζωρτζάτος) και ο “Λουκάς” (σ.σ.: Δημ. Κουφοντίνας) κάναμε την επίθεση εναντίον λεωφορείου της Αστυνομίας που ήταν σταθμευμένο σε πάρκινγκ της Χαρ. Τρικούπη. Στο σημείο που επιλέξαμε για την εκτόξευση της ρουκέτας υπήρχε τοιχίο ύψους 2,5 μ. περίπου και λόγω που δεν είχαμε σκάλα εγώ υποβάσταζα στους ώμους μου τον αδελφό μου Σάββα, ο οποίος κατάφερε να στοχεύσει και να εκτοξεύσει τη ρουκέτα. Εκ των υστέρων έμαθα ότι σκοτώθηκε ένας αστυνομικός, ενώ δεν θυμάμαι αν και ποιος πέταξε χειροβομβίδα, ούτε και πώς απομακρυνθήκαμε από το σημείο», είχε πει ο Ξηρός ενώ ο Τζωρτζάτος είχε καταθέσει:
«Επίσης συμμετείχα μαζί με τον “Μανόλη” (σ.σ.: Χρ. Ξηρό), τον “Μιχάλη” (σ.σ.: Σ. Ξηρό) και τον “Λουκά” (σ.σ.: Δημ. Κουφοντίνα) στο ρίξιμο μιας ρουκέτας και μιας χειροβομβίδας κατά λεωφορείου των ΜΑΤ στο πάρκινγκ που βρίσκεται απέναντι στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ στη Χαριλάου Τρικούπη, τον Σεπτέμβριο του 1991».
Ο Γιάννης Βάρης και η «άγρια διμοιρία»
Ο Γιάννης Βάρης, είχε γεννηθεί το 1965 στα Αραχωβίτικα Αχαΐας. Η οικογένεια του φτωχή. Όλοι θεωρούσαν πως αφού ο Γιάννης έπιασε δουλειά στην αστυνομία και θα είχε ένα σταθερό μισθό, τα πράγματα θα γινόντουσαν καλύτερα.
«Τον χάσαμε όταν προσπαθούσαμε ως οικογένεια να σηκώσουμε κεφάλι, να βρούμε δουλειά, να φτιάξουμε τη ζωή μας» είχε πει τότε η αδελφή του Γεωργία Βάρη.
Ο Γιάννης Βάρης δεν είχε προλάβει ακόμα να κλείσει ένα χρόνο υπηρεσίας στην ΕΛ.ΑΣ. Στους 11 μήνες, έπεσε νεκρός όταν η κλούβα η οποία ήταν σταθμευμένη στην οδό Χαριλάου Τρικούπη 37, σε μικρή απόσταση από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ και στην οποία επέβαινε μαζί με τους συναδέλφους του έγινε στόχος της «17Ν».

«Αποφασίσαμε να χτυπήσουμε μια κλούβα των ΜΑΤ, που αστυνόμευε την περιοχή των Εξαρχείων και που γι’ αυτό κάθε βράδυ άλλαζε θέση, σταθμεύοντας άλλοτε Ιπποκράτους και Καλλιδρομίου, άλλοτε Ιπποκράτους και Διδότου, άλλοτε Χαριλάου Τρικούπη. Τη χτυπήσαμε με αυτοσχέδιο μπαζούκας, που εκτόξευσε ρουκέτα των 3,5 ιντσών και με ρίψη χειροβομβίδας.
» Είναι προφανές, ότι η εκτόξευση έγινε απ’ ευθείας και όχι με ωρολογιακό μηχανισμό ή με τηλεχειρισμό όπως γράφτηκε. Κομάντος της οργάνωσης πλησίασε, έστησε τον εκτοξευτήρα, σκόπευσε, πυροδότησε, εκτόξευσε τη ρουκέτα, έριξε μετά τη χειροβομβίδα και αποχώρησε ομαλά» ανέφερε μεταξύ άλλων η προκήρυξη με την οποία η οργάνωση είχε αναλάβει την ευθύνη για το αιματηρό χτύπημα.
Στο βιβλίο που έγραψε ο Δημήτρης Κουφοντίνας, υπάρχει αναφορά και σε εκείνη την αιματηρή επίθεση.
Εκεί ο πολυισοβίτης χαρακτηρίζει τον Βάρη ως «μέλος μιας άγριας διμοιρίας»! Η έκφραση αυτή ήταν αρκετή για να προκαλέσει την οργή της μητέρας του άτυχου αστυνομικού.

«Άγρια διμοιρία; Μα τι λέει αυτό το τέρας; Ο γιος μου ένα φτωχόπαιδο ήταν που κατέβηκε από τα Αραχωβίτικα Αχαΐας στην Αθήνα για να βγάλει το ψωμί του. Άγγελος ήταν και ρωτήστε όποιον θέλετε στον τόπο μας. Ένας άγγελος που δεν είχε προλάβει να κλείσει ούτε τέσσερις μήνες στην Αστυνομία. Και πότε να προλάβει να γίνει άγριος; Τα τέρατα πήραν τον γιο μου και τώρα καμαρώνουν γράφοντας βιβλίο» είχε πει η κ. Αγγελική Βάρη όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο ενώ τόνισε πως πουθενά στην περιγραφή του για το περιστατικό δεν υπάρχει μία συγγνώμη προς την οικογένεια του 26χρονου αστυφύλακα.
Στον νεαρό αστυνομικό Γιάννη Βάρη απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του Αστυνόμου Β’.
- Τραγωδία στα Τρίκαλα: Η μειωμένη βάρδια, το διάλειμμα των πέντε και η μακάβρια διαδικασία ταυτοποίησης
- Πίσω από κάθε νεκρό σε χώρο εργασίας, υπάρχει μια κοινή αλήθεια
- Πότε και πού θα «χτυπήσουν» δύο νέα κύματα κακοκαιρίας: Τι θα γίνει στην Αττική - Ανεβαίνει η θερμοκρασία
- Ιωάννα Τούνη για revenge porn: «Ντρέπεται και η ντροπή - Ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει στραβισμό»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.