«Έψαχνα να βρω μια λύση, να διορθώσω το κακό που σκόρπισα… Υπέφερα τρομερά και προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξεχωρίσω μια εικόνα από τη σφαγή, και δεν μπορούσα… Κι ούτε τώρα μπορώ, αν και αγωνίζομαι ακόμα… Ως φαίνεται την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς έφτασα σε τόσο μεγάλο κακό, να αφαιρέσω ανθρώπινες ζωές εν ώρα χαράς και ευθυμίας. Βασάνιζα το μυαλό μου συνέχεια, επειδή το κακό ήταν ανεπανόρθωτο. Χαθήκανε τρία παλικάρια και ξέρω με πόσους κόπους και αγώνες μεγαλώνει ένα παιδί, για να το φέρει ο γονιός του σε αυτή την ηλικία».
Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Νίκο Κοεμτζή. Είτε συγγνώμη το πει κάποιος, είτε απολογία είναι το ίδιο ακριβώς. Στην ουσία δεν αλλάζει κάτι. Είναι το μετά μίας τραγωδίας που έχει πολλά επεισόδια, σε διάφορες εποχές.
Συνήθως τα «αφιερώματα» για το μακελειό στη «Νεράιδα» της Αθήνας, εκείνο το ξημέρωμα της 25ης Φεβρουαρίου 1973, ξεκινάνε από ακριβώς αυτό το γεγονός. Τη δολοφονία τριών ανθρώπων και τον τραυματισμό πολλών ακόμα.
Μία τέτοια προσέγγισή, ωστόσο, είναι σαν να εστιάζει στις αφορμές και βέβαια το αποτέλεσμα και να αφήνει σε δεύτερη μοίρα τις αιτίες. Είναι σα να λέμε πως ένας άνθρωπος γεννιέται δολοφόνος. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συμβεί. Κανείς δε γεννιέται δολοφόνος.
Σήμερα, λοιπόν, θα ξεκινήσουμε από την αρχή αυτής της ιστορίας. Όχι από το τέλος της.
Ποιος ήταν ο Νίκος Κοεμτζής
Ο Νίκος Κοεμτζής (ή Κουγιουμτζής) γεννήθηκε στο Αιγίνιο Πιερίας στις 17 Ιανουαρίου του 1938. Ο Νίκος είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Φτώχεια, ανέχεια, κακουχίες και δυσκολίες.
Ακόμα και το να βρεθεί ένα πιάτο φαγητό για την οικογένεια ήταν μια αγωνία σε ημερήσια διάταξη όπως άλλωστε και σε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας εκείνη την εποχή.
Ο πατέρας του είχε χαρακτηριστεί κομμουνιστής γιατί είχε βγει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ, ήταν γνωστός ως «καπετάν Κεραυνός». Το 1945 οι «χωροφύλακες» κυριολεκτικά «σπάζουν στο ξύλο» τον πατέρα του μικρού Νίκου μπροστά στα παιδιά του.
Από τότε ο Νίκος Κοεμτζής σιχαινόταν όποιον φορά στολή, όπως ο ίδιος είχε πει. Ο πατέρας του μπαίνει φυλακή ως πολιτικός κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και μετά την αποφυλάκισή του η πολυμελής οικογένειά του μετακομίζει κυνηγημένη «από χωρίου εις χωρίον».
«Ο πατέρας μου έτυχε να είναι γνήσιος πατριώτης και φανατικός θερμόαιμος υποστηρικτής της λευτεριάς και της δημοκρατίας. Με το που πάτησαν τη χώρα μας οι Ιταλοφασίστες και οι κατακτητές Γερμανοί, βγήκε αντάρτης στα βουνά, στο λαϊκό στρατό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, πολέμησε τον κατακτητή και τον ντόπιο συνεργάτη των Γερμανών. Τραυματίστηκε βαριά στο τέλος του πολέμου. Το 1946 με τον Εμφύλιο κυνηγήθηκε, ξυλοκοπήθηκε και φυλακίστηκε.
» Αυτά που έζησα, έπαθα, άκουσα και είδα μου μείνανε στη μνήμη μου σαν κινηματογραφική ταινία, με εφιαλτικές εικόνες που μου θυμίζουν πολέμους, σκοτωμούς, διωγμούς και άγρια κυνηγητά, ξυλοδαρμούς, φωτιές, στολές, μπότες και φυλακές, εκτελέσεις, εγκλήματα, τρομοκρατίες, βιασμούς, βαναυσότητες, τις πιο απάνθρωπες βαρβαρότητες, ταπεινώσεις, περιφρονήσεις, και αδίστακτες εκμεταλλεύσεις. Έζησα και γνώρισα τι θα πει πείνα, παγωνιά, πίκρα, κλάμα, δυστυχία και απελπισία. Γνώρισα τη φτώχεια σε όλο της το μεγαλείο» έγραφε στο βιβλίο του.
Όλα αυτά σημάδεψαν τα παιδικά χρόνια του Κοεμτζή. Ο νεαρός Νίκος απέκτησε τάσης φυγής και το είπε στον πατέρα του ο οποίος, όμως, τον αποθαρρύνει λέγοντάς του πως «όπου και να πας ο φάκελος θα σε ακολουθεί».
Εκείνος όμως έφυγε. Μετά από πολλές περιπέτειες το 1958 έφτασε στην Αθήνα και έπιασε δουλειά. Ο εργοδότης του κάποια στιγμή έπαψε να τον πληρώνει και εκείνος του έκανε μήνυση. Το δικαστήριο πήρε πολλές αναβολές και ο Κοεμτζής πήρε τον νόμο στα χέρια του. Ξυλοκόπησε το αφεντικό του και τον έκλεψε. Μετά από λίγο συνελήφθη. Όταν έφτασε στην Ασφάλεια και διαπιστώθηκε πως είναι γιος αντάρτη τον περίμενε ιδιαίτερη… «περιποίηση».
Αυτό ήταν η αρχή για να πάρει ο Νίκος τον στραβό δρόμο. Τίποτα πλέον δε θα είναι ίδιο. Όταν η δικτατορία ήταν πανίσχυρη ο Νίκος δέχθηκε μια πρόταση που έμελλε να τον σημαδέψει.
Όπως ο ίδιος έχει πει, είχε γίνει πλέον για τους αστυνομικούς κάτι σαν «συνήθης ύποπτος». Για οτιδήποτε γινόταν, λίγο αργότερα ο Κοεμτζής βρισκόταν στο Τμήμα για να δώσει εξηγήσεις. «Η αστυνομία μού έκανε άγρια κυνηγητά. Και όποτε με τραβούσανε μέσα, παίζανε ποδόσφαιρο απάνω μου και με τρελαίνανε στις κλοτσοπατητές και στις φάλαγγες και μού κάνανε εξαντλητική ανάκριση. Δε με αφήνανε σε χλωρό κλαρί» έλεγε ο Νίκος.
Σε μια από αυτές τις επισκέψεις οι αστυνομικοί της Ασφάλειας του είπαν πως: «αφού είσαι καμένο χαρτί γιατί δεν έρχεσαι να δουλέψεις για εμάς. Θα μας λες όσα ξέρεις ή ακούς και εμείς θα σε προσέχουμε. Θα έχεις και τα τυχερά σου»!
Ο Νίκος Κοεμτζής, ο γιος του αντάρτη του ΕΛΑΣ, θεώρησε τη συγκεκριμένη πρόταση προσβολή και αρνήθηκε. Από τότε η ζωή του έγινε ακόμα πιο δύσκολη και το ξύλο περισσότερο.
Ακόμα και για εκείνη τη μοιραία νύχτα στη «Νεράιδα της Αθήνας» ο Νίκος Κοέμτζής έλεγε πως οι αστυνομικοί τον αναγνώρισαν (όπως τους αναγνώρισε και εκείνος) και γι’ αυτόν τον λόγο έγινε το κακό. «Όταν το αδερφάκι μου τους ζήτησε να κατέβουν κάτω για να χορέψει εκείνοι του απάντησαν: Τι είπες ρε Κοεμτζάκι; Θες και ειδική παραγγελιά; Ετοιμάσου και εσύ και μάγκας ο αδερφός σου να φάτε την ξεφτίλα της ζωής σας» είχε πει ο Ν. Κοεμτζής σε τηλεοπτική του συνέντευξη.
Ουδέποτε ο Νίκος Κοεμτζής έδωσε πολιτικά κίνητρα στο μακελειό που προκάλεσε. «Ήμουν μεθυσμένος. Θόλωσα» είπε στη δίκη. Ουδέποτε, όμως, αποσύνδεσε και τα όσα έγιναν από το μίσος που είχε για οποιονδήποτε ένστολο δεδομένου πως στο πρόσωπό τους έβλεπε την εξουσία που τον καταδίωκε σε κάθε του βήμα.
«Παραγγελιά ρε...»
Ξημέρωνε η δεύτερη Κυριακή της αποκριάς του 1973. Ο Νίκος Κοεμτζής είχε βγει μερικές ημέρες νωρίτερα από φυλακή της Θεσσαλονίκης όπου είχε εκτίσει την ποινή του για μικροκλοπές. Ήθελε να διασκεδάσει και έτσι είπε στον μικρότερο αδερφό του, τον Δήμο, και την υπόλοιπη παρέα του να βγουν έξω.
Η παρέα πήγε σε διάφορα μαγαζιά. Πήγαν και σε μια ντισκοτέκ. Κατέληξαν στη «Νεράιδα της Αθήνας» στην Κυψέλη. Το κλίμα ήταν βαρύ. Ο Νίκος είχε τσακωθεί άσχημα με τη φίλη του, Σοφία Χαράτζη. Η παρέα είναι τρεις άνδρες (ο Νίκος, ο Δημοσθένης και ένας κοινός τους φίλος ο Θωμάς Καραμάνης) και τρεις γυναίκες (ανάμεσά τους και η Σοφία).
Λίγο μετά τις 4 το πρωί ο Νίκος ζήτησε από τον αδερφό του να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο για «πάρτη» του. Ο μικρός πήγε στην ορχήστρα και ζήτησε τις «βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη. Ο Κώστας Καρουσάκης που τραγουδούσε εκείνη την ώρα αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας πως αφενός δε γνωρίζει το τραγούδι και αφετέρου επειδή το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο δε θα δεχόταν παραγγελιές.
Ο Δήμος κατεβαίνει από την πίστα απειλώντας πως «θα τα σπάσουν όλα». Στη συνέχεια το μικρόφωνο πήρε ο Τάκης Αθανασιάδης στον οποίο πάει ο Δήμος και του ζητάει τις «βεργούλες» ή ένα παλιό ρεμπέτικο τραγούδι: «την ζούλα μ’ ανεκάλυψαν».
Τότε και προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού Δημήτρης Σχίζας δίνει εντολή να εκτελεστεί η παραγγελιά και καλεί τον κόσμο να κατέβει από την πίστα.
Μια παρέα αστυνομικών, ωστόσο, αρνήθηκε και συνέχισε να χορεύει. Κανείς δεν πάει κόντρα σε αστυνομικούς εκείνη την εποχή. Όταν ο Δήμος άρχισε να χορεύει οι αστυνομικοί τον εμπόδισαν και του λένε διάφορα. Κάποια στιγμή τον έσπρωξαν, εκείνος έπεσε και έκοψε τα χέρια του στα σπασμένα πιάτα. Το μυαλό του Νίκου Κοεμτζή θόλωσε. Σηκώθηκε, άνοιξε τη φαλτσέτα του, φώναξε με όση δύναμη είχε «παραγγελιά ρε» και έτρεξε στην πίστα «θερίζοντας» όποιον έβρισκε μπροστά του.
Από εκείνο το μακελειό έχασαν τη ζωή τους ο υπενωμοτάρχης Μανώλης Χριστοδουλάκης, 28 ετών, ο αστυφύλακας Δημήτρης-Μιχαήλ Πέγιας, 31 ετών, (αμφότεροι υπηρετούσαν στο Α/Τ Άνω Λιοσίων και ήταν εκτός υπηρεσίας) αλλά και ο φανοποιός Γιάννης Κούρτης, 34 ετών, που επίσης διασκέδαζε με την παρέα των αστυνομικών. Παράλληλα, υπήρξαν και επτά τραυματίες μεταξύ των οποίων και ο φίλος του Κοεμτζή Θωμάς Καραμάνης.
Λίγα 24ωρά μετά το μακελειό ο Νίκος Κοεμτζής συνελήφθη στη Δάφνη ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στο εξωτερικό. Ο άνθρωπος που υποτίθεται πως θα τον φυγάδευε, ωστόσο, ήταν αυτός που τον «κάρφωσε» στην αστυνομία η οποία έστησε στον Κοεμτζή ενέδρα.
Ο δράστης του μακελειού δεν παραδόθηκε, έβγαλε το μαχαίρι του και απειλούσε τους αστυνομικούς πως αν δεν τον σκοτώσουν θα τους σκοτώσει αυτός. Τελικά, ένας από τους ένστολους, ο αστυνομικός Κίμων Σωτηρόπουλος, τον πυροβόλησε στο πόδι και λίγες στιγμές αργότερα ο Κοεμτζής συνελήφθη. Οδηγήθηκε στον ανακριτή Σταύρο Κουτελιδάκη, όπου είπε: «Ζητάω συγγνώμη. Ξέρω ότι δεν αλλάζει κάτι αλλά ζητάω συγγνώμη. Επισπεύστε τις διαδικασίες για να εκτελεστώ».
Η δίκη του Κοεμτζή ολοκληρώθηκε τρεις ημέρες πριν το ξέσπασμα της μεγάλης εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και επτά φορές σε ισόβια. Μερικούς μήνες νωρίτερα, τον Αύγουστο του ’72 είχε εκτελεστεί ο Βασίλης Λυμπέρης. Επί σχεδόν τρία χρόνια, ο Κοεμτζής ζούσε με το ενδεχόμενο της εκτέλεσης του.
Γλύτωσε τη ζωή του με την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, όταν η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια. Αποφυλακίστηκε, υπό όρους, στις 31 Μαρτίου 1996 και ζούσε πουλώντας το βιβλίο με την αυτοβιογραφία του σε διάφορα σημεία στο κέντρο της Αθήνας.
Ο Νίκος Κοετζής πέθανε το μεσημέρι της 23ης Σεπτεμβρίου 2011. Έπαθε έμφραγμα την ώρα που καθόταν στο τραπεζάκι που πουλούσε τα βιβλία του στο Μοναστηράκι. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στην Πολυκλινική Αθηνών. Οι γιατροί επί 45 λεπτά προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν. Ήταν, όμως, ήδη αργά.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.