Ο Μάρτιν Νιμέλερ ήταν ένας εξέχων Λουθηρανός πάστορας ο οποίος τη δεκαετία του 1920 και μέχρι της αρχές του 1930 είχε αποδεχθεί αρκετές από τις ακροδεξιές και ναζιστικές ιδέες. Από τη στιγμή που ο Χίτλερ ανέλαβε την εξουσία στη Γερμανία, ωστόσο, ο Νιμέλερ είδε, κατάλαβε και άλλαξε ρότα.
Έγινε ένας από τους πιο φανατικούς εχθρούς του ναζιστικού καθεστώτος και από το 1937 μέχρι και το 1945 έγινε μόνιμος θαμώνας των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Νιμέλερ μίλησε ανοιχτά για τη δική του ευθύνη και τη δική του συνενοχή στην εδραίωση του ναζισμού στη χώρα του.
«Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές, αλλά εσιώπησα - δεν ήμουν δα κομμουνιστής. Μετά πήραν τους συνδικαλιστές, αλλά εσιώπησα - δεν ήμουν δα συνδικαλιστής. Όταν πήραν τους Εβραίους, εσιώπησα - δεν ήμουν δα Εβραίος. Όταν πήραν εμένα - δεν υπήρχε κανείς πλέον, που να μπορούσε να διαμαρτυρηθεί», είχε πει ο ίδιος (λανθασμένα η ρήση αυτή αποδίδεται σε εκείνον ως ποίημα).
Ο Νιμέλερ δεν είχε δει τα «σημάδια» του κακού που ερχόταν. Τα σημάδια αυτά δεν είναι μόνο οι πόλεμοι, οι δικτατορίες, ή τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Πολύ συχνά, η αρχή βρίσκεται νωρίτερα. Σε λέξεις που επαναλαμβάνονται, σε δικαιώματα που αφαιρούνται σταδιακά, σε νόμους που χωρίζουν τους πολίτες σε κατηγορίες κλπ.
Η ιστορία της ναζιστικής Γερμανίας είναι το πιο χαρακτηριστικό και ταυτόχρονα το πιο ακραίο παράδειγμα. Η αρχή βρίσκεται νωρίτερα από το 1935 οπότε και υιοθετήθηκαν οι περίφημοι «Νόμοι της Νυρεμβέργης».
Προσοχή! Η μελέτη αυτής της ιστορίας δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά την ανάγκη μίας κοινωνίας να αναγνωρίζει έγκαιρα τα σημάδια του αποκλεισμού, του φυλετισμού και της απανθρωπιάς, πριν αυτά μετατραπούν από λόγια σε νόμους.
Όταν ο ρατσισμός απέκτησε νομική υπόσταση
Όταν οι ναζί ανέλαβαν την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933, ο αντισημιτισμός δεν ήταν νέο φαινόμενο στη Γερμανία. Από που στην πραγματικότητα άλλαξε ήταν η κλίμακα και, κυρίως, η ισχύς του κράτους που τέθηκε στην υπηρεσία του.
Ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933. Μέσα στους επόμενους μήνες η Δημοκρατία της Βαϊμάρης διαλύθηκε. Μετά την πυρπόληση του Ράιχσταγκ (που αποδείχθηκε μία κακοστημένη ναζιστική προβοκάτσια), τον Φεβρουάριο του 1933, περιορίστηκαν θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ τον Μάρτιο ψηφίστηκε ο περίφημος Εξουσιοδοτικός Νόμος ο οποίος επέστρεψε στην κυβέρνηση του Χίτλερ να νομοθετεί χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Την ίδια χρονιά άρχισαν και οι διώξεις κατά των Εβραίων.
Μία ημέρα σαν σήμερα, στις 15 Σεπτεμβρίου 1935, στη Νυρεμβέργη πραγματοποιήθηκε η μεγάλη ετήσια συγκέντρωση του Ναζιστικού Κόμματος. Στην πραγματικότητα αυτό το κομματικό συνέδριο είχε υποκαταστήσει το κοινοβούλιο.
Εκεί, λοιπόν, ανακοινώθηκε ότι ψηφίστηκαν δύο νόμοι. Ο Νόμος περί Ιθαγένειας του Ράιχ (Reichsbürgergesetz) και ο Νόμος για την Προστασία του Γερμανικού Αίματος και της Γερμανικής Τιμής (Gesetz zum Schutze des deutschen Blutes und der deutschen Ehre) . Έτσι απλά. Όχι μέσα στη βουλή της χώρας αλλά σε ένα χώρο όπου οι άνθρωποι του Χίτλερ είχαν στήσει μία κομματική φιέστα.
Υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος της νομικής επεξεργασίας των φυλετικών νόμων ήταν ο νομικός Βίλχελμ Στούκαρτ, κυβερνητικός αξιωματούχος και Κρατικός Γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών του Γ’ Ράιχ.
Ο Νόμος περί Ιθαγένειας του Ράιχ, έκανε μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στον απλό «υπήκοο του κράτους» και στον «πλήρη πολίτη του Ράιχ. Πλήρης πολίτης μπορούσε να είναι μόνος όποιος θεωρούνταν «γερμανικού ή συγγενικού αίματος» και αποδείκνυε με τη συμπεριφορά του ότι ήταν κατάλληλος και πρόθυμος να υπηρετήσει πιστά τον γερμανικό λαό και το Ράιχ.
Στην πραγματικότητα η γερμανική υπηκοότητα έπαψε να αντιμετωπίζεται ως μία καθολική νομική σχέση με το κράτος και μετατράπηκε σε προνόμιο που συνδεόταν με μία υποτιθέμενη φυλετική καταγωγή.
Οι Ναζί δεν όρισαν τον Εβραίο αποκλειστικά με βάση τη θρησκευτική πίστη. Τον όρισαν με βάση την καταγωγή. Άνθρωπος με 3 ή 4 Εβραίους παππούδες, θεωρούνταν Εβραίος. Άνθρωποι με 1 ή 2 Εβραίους παππούδες κατατάσσονταν στην κατηγορία των Mischlinge, δηλαδή «μικτής καταγωγής». Ακόμα και αν οι ίδιοι ήταν πλέον χριστιανοί!
Για να αποδείξει κάποιος την «καταγωγή» του, το κράτος μπορούσε να αναζητήσει βαπτιστικά πιστοποιητικά, αρχεία εβραϊκών κοινοτήτων, ληξιαρχικές πράξεις και άλλα οικογενειακά έγγραφα, κάτι που πρακτικά μετέτρεψε την γραφειοκρατία σε εργαλείο φυλετικής ταξινόμησης.
Ο Νόμος για την Προστασία του Γερμανικού Αίματος και της Γερμανικής Τιμής απαγόρευε τους γάμους μεταξύ Εβραίων και ανθρώπων «γερμανικού ή συγγενικού αίματος». Απαγόρευε επίσης τις εξωσυζυγικές σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ των δύο ομάδων. Οι «παραβάτες» μπορούσαν να οδηγηθούν στη φυλακή ή καταδικαστούν σε καταναγκαστική εργασία.
Τι επιπτώσεις είχε αυτό στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων; Αν, για παράδειγμα, ένα ζευγάρι είχε παντρευτεί πριν το 1935 και ο ένας από τους δύο χαρακτηριζόταν ως Εβραίος και ο άλλος «γερμανικού αίματος», ο γάμος έπρεπε να διαλυθεί. Αν κάποιος άνθρωπος δεν θεωρούσε τον εαυτό του Εβραίο και είχε ασπαστεί τον Χριστιανισμό, το κράτος τον θεωρούσε Εβραίο και τον αντιμετώπιζε ως τέτοιο και του περιόριζε (σε πρώτη φάση) την πρόσβαση στη δουλειά, την εκπαίδευση και την οικονομική ζωή.
Και μετά ήρθαν εκατοντάδες διατάγματα, εγκύκλιοι και διοικητικά μέτρα. Όπως για παράδειγμα αυτό που έγινε το 1938 και ανάγκαζε όσους Εβραίους είχαν μη εβραϊκά μικρά ονόματα να προσθέσουν στα επίσημα έγγραφά τους τα ονόματα «Israel» και «Sara» ανάλογα αν ήταν άνδρας ή γυναίκα, αντίστοιχα.
Από τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» (Νοέμβριος του 1938) και έπειτα οι νόμοι αυτοί έγιναν ακόμα πιο σκληροί και η εφαρμογή τους πιο αιματηρή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο δρόμο προς το «Ολοκαύτωμα».
Διαβάστε ακόμα: H «Νύχτα των Κρυστάλλων» – Το πρώτο οργανωμένο ναζιστικό πογκρόμ κατά των Εβραίων
Από αρχαίο σύμβολο σε έμβλημα του ναζισμού
Την ίδια ημέρα που το κράτος όριζε νομικά ποιος ανήκει στο γερμανικό «έθνος», όριζε και το σύμβολο κάτω από το οποίο αυτό το έθνος υποτίθεται ότι θα ενωνόταν. Η ιστορία της σβάστικας συνδέεται άμεσα με την ιστορία των Νόμων της Νυρεμβέργης.
Η λέξη «σβάστικα» προέρχεται από τα σανσκριτικά και συνδέεται με έννοιες όπως η ευημερία και η καλή τύχη. Το σύμβολο έχει παρουσία τουλάχιστον 5.000 χρόνων και έχει εμφανιστεί σε πολιτισμούς της Ασίας, της Ευρώπης, της Αφρικής και της Αμερικής.
Στην Ινδία, για παράδειγμα, η σβάστικα εξακολουθεί να αποτελεί θρησκευτικό και πολιτιστικό σύμβολο σε ινδουιστικές, βουδιστικές και τζαϊνιστικές παραδόσεις.
Το σύμβολο γνώρισε μια αναβίωση στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά από εκτεταμένες αρχαιολογικές ανασκαφές, όπως αυτές του διάσημου αρχαιολόγου Ερρίκου Σλήμαν που ανακάλυψε το σύμβολο του αγκυλωτού σταυρού στα ερείπια της αρχαίας Τροίας.
Η ανακάλυψη του Σλήμαν οικειοποιήθηκε από διάφορα ακροδεξιά - εθνικιστικά κινήματα (völkisch) τα οποία πρέσβευαν ότι η σβάστικα ήταν σύμβολο της «Άριας φυλής» και ενός φυλετικά «αγνού κράτους».
«Εν τω μεταξύ, εγώ προσωπικά, μετά από αμέτρητες απόπειρες, είχα καταλήξει πλέον σε μια τελική μορφή. Μια σημαία με κόκκινο φόντο, έναν λευκό δίσκο και μια μαύρη σβάστικα στο κέντρο. Μετά από εξοντωτικές δοκιμές βρήκα επιτέλους την ιδανική αναλογία μεταξύ του μεγέθους της σημαίας και του μεγέθους του λευκού δίσκου, καθώς και το ιδανικό σχήμα και πάχος για τις γραμμές της σβάστικας» έγραφε ο Αδόλφος Χίτλερ στο βιβλίο - μανιφέστο του «Mein Kampf» (Ο Αγών μου).
Ο «Φύρερ» ήταν αυτός που το 1920 σχεδίασε τη ναζιστική σημαία: κόκκινο φόντο, λευκός κύκλος και μαύρη σβλαστικά στο κέντρο. Το κόκκινο και το μαύρο-λευκό χρωματικό σχήμα παρέπεμπαν στην αυτοκρατορική Γερμανία και μπορούσαν να απευθυνθούν στους Γερμανούς που απέρριπταν τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η σβάστικα, από την άλλη, έδινε στο κόμμα ένα άμεσα αναγνωρίσιμο έμβλημα.
Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, η σβάστικα ή Hakenkreuz (ο αγκυλωτός σταυρός στα Γερμανικά) άρχισε να περνά από το κόμμα στο κράτος.
Στις 12 Μαρτίου 1933, ο πρόεδρος του Γερμανικού Ράιχ, στρατάρχης Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και ο Χίτλερ εξέδωσαν διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η παλιά αυτοκρατορική σημαία μαύρο-λευκό-κόκκινο θα κυμάτιζε μαζί με τη σημαία με τη σβάστικα.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1935 την ίδια ημέρα που ψηφίστηκαν οι δύο φυλετικοί νόμοι στη Νυρεμβέργη, ψηφίστηκε και ο Νόμος περί Σημαίας του Ράιχ. Η σημαία με τη σβάστικα έγινε πλέον η επίσημη εθνική σημαία της Γερμανίας.
Από εκεί και πέρα, η σβάστικα βρέθηκε παντού: σε σημαίες, αφίσες, περιβραχιόνια, κτίρια, στρατιωτικά και κομματικά σύμβολα, μετάλλια και τελετές. Έγινε ταυτόχρονα σύμβολο υπερηφάνειας για τους οπαδούς του καθεστώτος και σύμβολο φόβου για όσους αυτό χαρακτήριζε εχθρούς του.
- Γιώργος Μαζωνάκης: Σάλος με τις απαράδεκτες αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφιέρωσης του Μάλαμα
- 5 υπέροχα πράγματα που θυμόμαστε από τον Τάκη Σπυριδάκη
- Γιώργος Μαζωνάκης: Η αγκαλιά Παπαρίζου, Μουζουράκη, Καπουτζίδη, Nίνo και Μάστορα στην κηδεία
- Γιώργος Μαζωνάκης: Η μαρτυρία - ντοκουμέντο του φαρμακοποιού - «Ήταν μια χαρά»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.