Μενού
sikelianos
Άγγελος Σικελιανός | Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο του βιβλίου «Τον άναρχο Έρωτα να νιώσω ακέριο» (Εκδ. Πατάκης)
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

«Οι πιο πρόσφατες εντυπώσεις μου από τον ποιητή ήταν μια συνάντησίς μας στον Εθνικό κήπο, ένα μήνα προ του θανάτου του. Ήταν πολύ καταβλημένος και απότομα γερασμένος. Με την τρέμολη φωνή του μου είπε ότι αυτός ο περίπατος στον κήπο εκείνη την ημέρα του έκαμε την εντύπωσι προθαλάμου προς τον μεγάλο κήπο της Εδέμ, και πρόσθεσε “ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός”. Τον βοήθησα να σηκωθή από τον πάγκο, και του πήρα μια φωτογραφία, την τελευταία του».

Έτσι περιέγραψε ο εκδότης Κώνσταντίνος Ελευθερουδάκης την τελευταία του συνάντηση με τον Άγγελο Σικελιανό, τον «άρχοντα της λαλιάς μας» όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Σεφέρης.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, από την πλευρά του, είχε πει για το «Πνευματικό Εμβατήριο» και τον Σικελιανό

«Ο Σικελιανός είναι ένας θεός που κατέβηκε από τον Παρνασσό και ήρθε να ζήσει ανάμεσά μας για να μας πει αυτά τα οποία δεν τ’ ακούσαμε τότε· ότι, αυτή είναι η ουσία σου, Έλληνα· μην κοιτάζεις την τραγική ζωή σου, την πείνα σου, την ασχήμια σου, που είναι αποτέλεσμα των στερήσεων που άλλοι σου έχουν επιβάλει· μέσα σου είσαι ωραίος, είσαι μεγάλος, είσαι κληρονόμος αυτής της ομορφιάς, κι εγώ την παίρνω και στη δίνω. Είχε αυτό το τεράστιο όραμα μέσα του. Δεν μπόρεσε φυσικά να το ολοκληρώσει… Εγώ, όταν ήμουν στη Ζάτουνα και διάβαζα στίχους του, νόμιζα ότι είχαν γραφτεί για εκείνη ακριβώς την εποχή. Και, θυμάμαι, όταν συνέθετα το ''Πνευματικό Εμβατήριο'', είχαμε τέτοια επίγνωση του τι κάνουμε, που η γυναίκα μου μου έλεγε ''τελείωσέ το γρήγορα να το στείλεις να το ακούσουν οι Έλληνες''».

Ήταν πέντε φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας αλλά δεν το κατέκτησε ποτέ. Είχε την πεποίθηση πως μπορεί να αναστήσει ακόμα και νεκρούς. Το προσπάθησε μια φορά στην Κόρινθο. Έζησε ολόκληρη τη ζωή του στα άκρα.

Ο Άγγελος Σικελιανός ήταν (και παραμένει) ένα τεράστιο κεφάλαιο για τα ελληνικά γράμματα. Το τέλος του ήρθε, μια ημέρα σαν σήμερα, με τρόπο τραγικό και σοκαριστικό.

«Τον άναρχο Έρωτα να νιώσω ακέριο»

Στις 15 Μαρτίου 1884 γεννήθηκε στη Λευκάδα το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του καθηγητή Ιωάννη και της Χαρίκλειας Σικελιανού, ο Άγγελος.

Όταν τελείωσε το τετρατάξιο γυμνάσιο ο νεαρός Άγγελος Σικελιανός έφυγε από το νησί του προκειμένου να πάει στην Αθήνα. Είχε σκοπό να σπουδάσει στη Νομική Σχολή.

Η αγάπη για την ποίηση, ωστόσο, δεν τον άφησε να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Άρχισε, με μανία, να μελετά Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο  και πολλά άλλα.

Στα 18 του χρόνια δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα λογοτεχνικά περιοδικά Διόνυσος και  Παναθήναια.

Η γνωριμία του με την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ θα οδηγήσει τους δυο νέους σε γάμο. Και φαίνεται πως αυτός ο έρωτας έδωσε «φτερά» στον Σικελιανό καθώς λίγους μήνες μετά τον γάμο ο ποιητής ταξίδεψε στην Αίγυπτο προκειμένου να βρεθεί κοντά στον αδερφό του ο οποίος εργαζόταν εκεί και σε μια εκδρομή στη Λιβυκή έρημο γράφει την ποιητική σύνθεση «Αλαφροΐσκιωτος» η οποία κυκλοφόρησε το 1909 και προκάλεσε πάταγο!

Ο «Αλαφροΐσκιωτος» είναι γραμμένος σε ανισοσύλλαβο, ετερόμετρο στίχο, χαρακτηρίζεται από στροφική διαίρεση και σποραδική ομοιοκαταληξία και γρήγορα χαρακτηρίστηκε έργο σταθμός στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων.

Η πορεία του Άγγελου Σικελιανού διακόπηκε για λίγο στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, όταν επιστρατεύτηκε και στάλθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου. Βέβαια ακόμα και εκεί δεν έπαψε να γράφει ποιήματα.

Όταν έσβησε η φωτιά του πολέμου, δημοσίευσε όλα αυτά τα ποιήματα που είχε γράψει στον πόλεμο, σηματοδοτώντας την επιστροφή του, ενώ ταυτόχρονα έκανε πάρα πολλά ταξίδια στο εξωτερικό.

Μια εκδρομή στην Συκιά Κορινθίας θα σταθεί αφορμή για την αγορά ενός παραθαλάσσιου οικοπέδου από την Εύα Πάλμερ. Εκεί ο Σικελιανός θα σχεδιάσει και θα κατασκευάσει την περίοδο 1912-1916 μία εξοχική κατοικία που συνδυάζει το αρχαιοελληνικό πνεύμα με τους κίονες στην πρόσοψη, τη βυζαντινή τεχνοτροπία στα παράθυρα και την ενετική αρχιτεκτονική στα μπαλκόνια.

Εκεί θα βρεθούν σπουδαίες προσωπικότητες όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Κώστας Καρυωτάκης και ο Νίκος Καζαντζάκης.

Όλο αυτό «γέννησε» στο ανήσυχο μυαλό του Σικελιανού την ιδέα να αναστήσει τη Δελφική Αμφικτυονία. Οργάνωσαν το 1927 και το 1930 με δικά τους έξοδα τις «Δελφικές Εορτές», με παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, με αγώνες και λαϊκές εκθέσεις, που αποτέλεσαν κοινωνικό γεγονός.

Εκεί ο Σικελιανός γράφει με ρυθμούς «πολυβόλου», κυκλοφορεί φορώντας χιτώνες ή ακόμα και ολόγυμνος προκειμένου να έρχεται σε επαφή με τη φύση.

Εκεί θα γίνει και ένα απίστευτο περιστατικό το οποίο διασώθηκε επειδή το κατέγραψε ο σπουδαίος κρητικός συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»!

Μια ημέρα ο Σικελιανός δέχθηκε στη βίλα στην Κόρινθο ένα φέρετρο το οποίο συνοδευόταν από το εξής σημείωμα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε – σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις» έγραφε στον Σικελιανό η Εύα Πάλμερ. Το «Βουδάκι» ήταν το... χαϊδευτικό που χρησιμοποιούσε για εκείνον.

Τόσο ο Σικελιανός όσο και η Πάλμερ ήταν πεπεισμένοι πως ο ποιητής είχε τόση πνευματική δύναμη που θα μπορούσε να αναστήσει ακόμα και νεκρό και ο θάνατος του ράφτη ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία!

Ο Άγγελος Σικελιανός προσπαθούσε μια ολόκληρη νύχτα να αναστήσει τον ράφτη. Τελικά το πρωί εγκατέλειψε την προσπάθεια.  «Έκαμα ό,τι μπορούσα... Θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό; Ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε – το ίδιο έκαμα κι εγώ. Όλη νύχτα... όλη νύχτα... του κάκου!», είπε στον έκπληκτο Καζαντζάκη.

«Η ζωή δεν είναι ό,τι μας έτυχε, είναι αυτό που τολμούμε»

Το 1938 ο Άγγελος Σικελιανός γνώρισε και ερωτεύτηκε παράφορα την Άννα Καραμάνη. Και οι δυο τους ήταν παντρεμένοι αλλά χώρισαν προκειμένου να καταφέρουν να παντρευτούν. Ο γάμος τους έγινε στον Ιούνιο του 1940.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Σικελιανός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πνευματική αντίσταση του ελληνικού λαού. Τότε η ποίησή του πήρε κοινωνικό περιεχόμενο, μέσα από τις τραγωδίες «Η Σίβυλλα» (1940), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946), «Ο θάνατος τον Διγενή» (1948) και «Ο Ασκληπιός».

Κορυφαία του στιγμή, ωστόσο, για εκείνη την περίοδο θεωρείται η απαγγελία του ποιήματος «Ηχείστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Κωστή Παλαμά τον Φεβρουάριο του 1943, το οποίο έγραψε λίγες ώρες νωρίτερα.

Το 1946 ο Άγγελος Σικελιανός προτάθηκε δυο φορές από την Εταιρεία Ελλήνων λογοτεχνών για το βραβείο Νόμπελ, τη δεύτερη από κοινού με τον Καζαντζάκη.

Η υποψηφιότητά τους θα τορπιλιστεί από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, με το πρόσχημα ότι έτσι θα βραβευόταν η Αριστερά στην Ελλάδα.

Το 1947 εκλέχτηκε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και προτάθηκε ξανά - αυτή τη φορά από ομάδα Ευρωπαίων συγγραφέων - για το βραβείο Νόμπελ.

Εκείνη τη χρονιά θα εκδοθεί συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους το ποιητικό του έργο, το ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Λυρικός Βίος».

Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1948, που ήταν προτεινόμενος από μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Γραμμάτων, Ιστορίας και Αρχαιοτήτων της Σουηδία και το 1949 μετά από πρόταση του συγγραφέα Ζίγκφριντ Σίβερτς. Πέμπτη και τελευταία φορά που προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας ήταν το 1950. Δεν κατάφερε να το κατακτήσει ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Άγγελος Σικελιανός τα πέρασε μέσα στην απογοήτευση, τη φτώχεια και τη μοναξιά. Παράλληλα είχε και πολλά προβλήματα υγείας να αντιμετωπίσει καθώς έπασχε από χρόνια ημιπληγία.

Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακό του λαμβάνει απολυμαντικό. Εκείνη την ημέρα ο Σικελιανός έστειλε την οικιακή του βοηθό να αγοράσει το φάρμακο που έπαιρνε για την ημιπληγία. Εκείνη, εκ παραδρομής, αντί για «νιζόλ», πήρε το απολυμαντικό «λιζόλ», εκείνος δεν το πρόσεξε, ήπιε με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα.

Οι τελευταίες του μέρες ήταν βασανιστικές. Δυσκολευόταν να φάει και να μιλήσει, ενώ οι πόνοι ήταν αβάσταχτοι. Η ήδη επιβαρυμένη του υγεία και το ταλαιπωρημένο του σώμα δεν άφηναν στους γιατρούς πολλά περιθώρια να δράσουν. Ήξεραν ότι πια πλησίαζε το τέλος.

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 19 Ιουνίου 1951, θα υποκύψει στα τραύματά του, ενώ νοσηλευόταν στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.

«Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…», είχε πει ο Καζαντζάκης μετά το θάνατο του Σικελιανού.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...