«Έλαβα την επιστολήν σου και εις απάντησίν σου λέγω ότι δεν είμαι σαν και σε και σαν τον κουμπάρο σου τον Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σε ράχη στους Αηλιάδες.
Εγώ άπαξ ωρκίσθην να χύσω το αίμα μου εις την ανάγκην της πατρίδoς, και αυτή είναι η ώρα. Εύχομαι δε εις τον Θεόν πρώτη μπάλα του Ιμβραὴμ να με πάρει εις το κεφάλι, διότι σας γράφω να ταχύνετε τον ερχομόν σας και σεις μου γράφετε κoυρoυφέξαλα.
Νικήτα, πρώτη και τελευταία επιστολή μου είναι αύτη. Βάστα την να την διαβάζεις καμία φορά να με θυμάσαι και να κλαίς».
Ο Παπαφλέσσας έγραψε αυτό το γράμμα στον αδερφό του, τον Νικήτα. Μέσα από αυτές τις λίγες αράδες μπορεί κάποιος να καταλάβει γιατί η μάχη στο Μανιάκι της Μεσσηνίας έχει χαρακτηρισθεί από τους ιστορικούς «Λεωνίδειος μάχη».
Απέναντι στον πανίσχυρο στρατό του Ιμπραήμ, ο Παπαφλέσσας επέλεξε να σταθεί με λίγους αγωνιστές και ελάχιστο οπλισμό προκειμένου να υπερασπιστεί τις «Θερμοπύλες», παρά το γεγονός ότι ήξερε πως το πιθανότερο ήταν πως δεν θα έβγαινε ποτέ ζωντανός από εκεί.
Είχε πλήρη επίγνωση της άνισης αναμέτρησης. Ήξερε ότι απέναντί του βρισκόταν ένας από τους ικανότερους στρατιωτικούς ηγέτες της εποχής, επικεφαλής χιλιάδων καλά εκπαιδευμένων στρατιωτών.
Η θυσία του δεν απέτρεψε την προέλαση του Ιμπράημ, όμως αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων σε μία από τις πιο δύσκολες καμπές της Επανάστασης.
Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για πολιτικές δολοπλοκίες, και εμφύλιες συγκρούσεις βρήκε στο τέλος την λύτρωση μέσα από την θυσία.
«Θα γυρίσω ή δεσπότης ή πασάς»
Για να δικαιολογήσουμε τον τίτλο του αφιερώματος θα πρέπει να πούμε το εξής: Ανεξάρτητα από το τι μαθαίνουμε στα σχολεία για τους ήρωες της Επανάστασης του 1821, εκείνοι δεν ήταν... άγιοι. Ίσα ίσα, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί το ακριβώς αντίθετο.
Ο Παπαφλέσσας είναι μία τέτοια περίπτωση. Παιδί μίας πολύτεκνης οικογένειας (λέγεται πως ο πατέρας του είχε αποκτήσει μετά από δύο γάμους 28 παιδιά) ο Γεώργιος Δικαίος έδειξε από πολύ μικρή ηλικία πόσο ιδιαίτερη περίπτωση ήταν και πόσο δύσκολα μπορούσε να τον... κουμαντάρει κανείς.
Φοίτησε στην ονομαστή Σχολή της Δημητσάνας και το 1816 εκάρη μοναχός στο μοναστήρι της Βαλανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήταν που έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Και εκεί ήταν που άρχισε να δείχνει τον χαρακτήρα του.
Αρχικά τσακώθηκε άσχημα με τον ηγούμενο και έφυγε για να μονάσει στο μοναστήρι της Ρεκίτσας, μεταξύ Μυστρά και Λεονταρίου. Εκεί το 1818 τα έβαλε με έναν τούρκο αγά για κάποια κτήματα. Η κόντρα ανάμεσα στους δύο έφτασε σε τέτοιο σημείο που οι Τούρκοι κυνήγησαν τον Παπαφλέσσα (προσωνύμιο που προέκυψε από το παπάς και το Φλέσσας, παραφθορά του Εφέσιος ή Εφεσαίος· δηλαδή αυτός που έχει καταγωγή από την Έφεσο της Μικράς Ασίας) για να τον σκοτώσουν.
Ο Παπαφλέσσας επέλεξε να φύγει από την Πελοπόννησο αλλά πριν φύγει, την ώρα της ανταλλαγής πυρών με τους Τούρκους που τον καταδίωκαν τους φώναξε: «Άιντε ρε και πού θα μου πάτε! Θα ξαναγυρίσω πάλι ή δεσπότης ή πασάς και τότε θα λογαριαστούμε»!
Επόμενη στάση η Κωνσταντινούπολη όπου γνωρίστηκε με τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ο οποίος και τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Ιούνιο του 1818. Την ίδια εποχή ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε' τον «αναβάθμισε» σε αρχιμανδρίτη.
Από τη στιγμή που έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας ο Παπαφλέσσας έγινε «μπουρλοτιέρης των ψυχών» όπως χαρακτηριστικά τον είχαν αποκαλέσει και αφιερώθηκε με όλες τους τις δυνάμεις στην προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα.
Παράλληλα, ωστόσο, ο Παπαφλέσσας είχε και αδυναμίες. Μία από αυτές ήταν οι γυναίκες. Μία άλλη το αλκοόλ. Η συμπεριφορά του γενικά μόνο... αρχιμανδρίτη δεν θύμιζε. Το σπίτι του είχε μετατραπεί σε νυχτερινό κέντρο όπου οι γυναίκες έκαναν παρέλαση και το αλκοόλ έρεε άφθονο.
Ο αγωνιστής της Επανάστασης, λόγιος, δικαστής και πολιτικός Δημήτριος Αινιάν έγραφε για τον Παπαφλέσσα, πως η αστυνομία τον είχε συλλάβει κάμποσες φορές «δια την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του, δίδοντος παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού»!
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός είναι ακόμα πιο σκληρός στα δικά του απομνημονεύματα χαρακτηρίζοντας τον Παπαφλέσσα «άνθρωπο απαταιών και εξωλέστατο» ενώ δίνει και παράδειγμα της συμπεριφοράς του άσωτου αρχιμανδρίτη αναφέροντας: «Είχον φθάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτη…η πρώτη και η μόνη συνδρομή όπου απεστάλη εις την Ελλάδα…αλλά και αυτή εις μάτην, επειδή με το να ήτον διωρισμένη εις παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια, ούτος την παρέλαβεν και την επώλησεν, όθεν ήθελεν και εχρηματολόγει ενώ η Πατρίς εκινδύνευε»!
Ο Παπαφλέσσας δεν ήταν ένας... διακριτικός και αθόρυβος συνωμότης. Κυνηγούσε τις γυναίκες μανιωδώς, έπινε, μεθούσε, γλεντούσε αδιάκοπα και νοίκιαζε το σπίτι που έμενε με λεφτά που «δανειζόταν» από εκείνα που κανονικά θα έπρεπε να καταλήγουν στα ταμεία της Φιλικής Εταιρείας.
Πέρα από όλα αυτά (και άλλα τόσα στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια) ο Παπαφλέσσας ήταν δίχως την παραμικρή αμφιβολία ένας φλογερός επαναστάτης και αυτό φάνηκε ιδιαίτερα όταν γύρισε τον Μοριά για να προετοιμάσει την έναρξη του Αγώνα. Ειδικά στην περίφημη σύσκεψη της Βοστίτσας (το σημερινό Αίγιο) τον Ιανουάριο του 1821 όταν οι πρόκριτοι έβαζαν το ένα εμπόδιο μετά το άλλο, εκείνος έβαλε «φωτιά» τονίζοντας πως ο ξεσηκωμός θα ξεκινούσε ακόμα και αν έμενε μόνος του.
Ο εμφύλιος και η «Λεωνίδειος μάχη» στο Μανιάκι
Με την έναρξη της Επανάστασης ο Παπαφλέσσας ανέλαβε ενεργό ρόλο τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και στην πολιτική ζωή. Πολέμησε σε κρίσιμες μάχες και ταυτόχρονα συμμετείχε στις εθνικές συνελεύσεις και στα πρώτα κυβερνητικά σχήματα. Υπήρξε στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών και αργότερα ανέλαβε το Μινιστέριο της Αστυνομίας (κάτι σαν τον υπουργείο Δημόσιας Τάξης).
Βαθιά αντιφατική προσωπικότητα, ο Παπαφλέσσας πρωταγωνίστησε σε σκληρές πολιτικές αντιπαραθέσεις που δίχασαν τους επαναστατημένους Έλληνες και οδήγησαν ακόμα και σε διώξεις αγωνιστών.
Παρά το γεγονός ότι στάθηκε δίπλα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη σε ιστορικές μάχες όπως στα Δερβενάκια, δεν δίστασε να εναντιωθεί στον Γέρο του Μοριά. Οι ένοπλες συγκρούσεις με τους Κολοκοτρωναίους και φυσικά η φυλάκιση του αρχιστράτηγου των Ελλήνων, αποτελούν μελανή σελίδα στην όλη δράση του.
Για να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, ωστόσο, ποτέ και κανείς δεν αμφισβήτησε το θάρρος και την αφοσίωση του Παπαφλέσσα στον Αγώνα. Όταν η Επανάσταση βρέθηκε σε θανάσιμο κίνδυνο από την απόβαση του Ιμπράημ στην Πελοπόννησο το 1825, ο Παπαφλέσσας ήταν ο πρώτος που αποφάσισε να αφήσει πίσω του τις πολιτικές έριδες και κάλεσε σε πανστρατιά προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο ανίκητος οθωμανός στρατιωτικός και χεδίβης (αντιβασιλέας) της Αιγύπτου.
Ο Παπαφλέσσας ζήτησε γενική αμνηστία για τους φυλακισμένους αγωνιστές και κάλεσε τους πάντες να συστρατευτούν απέναντι στον κοινό εχθρό.
Όταν είδε πως οι εκκλήσεις του δεν έπιασαν τόπο, τέθηκε εκείνος επικεφαλής της εκστρατείας κατά του Ιμπραήμ και κάπως έτσι ο άσωτος κληρικός και αμφιλεγόμενος πολιτικός μετατράπηκε σε σύμβολο ενότητας.
Την άνοιξη του 1825 ο Ιμπράημ και ο καλά οργανωμένος στρατός του είχε πατήσει, πλέον, στην Πελοπόννησο στην οποία σκορπούσε τον τρόμο και τον θάνατο. Ο Παπαφλέσσας συγκέντρωσε έναν στρατό που δεν ξεπερνούσε τα 1300 άτομα εκ των οποίων οι περισσότεροι άτακτοι και άρα ελάχιστα οπλισμένοι.
Οι Έλληνες κατέλαβαν την ανατολική πλευρά του όρους Μάλα στο Μανιάκι της Μεσσηνίας, μία ορεινή περιοχή που «βλέπει» όλη την περιοχή μέχρι το Νεόκαστρο και από όπου θα είχε καλύτερη εποπτεία των κινήσεων του εχθρού. Από την άλλη ο Ιμπράημ είχε να αντιπαραθέσει έναν στρατό τουλάχιστον 6.000 τούρκων.
Οι άνδρες του Παπαφλέσσα έφτιαξαν τα ταμπούρια τους αν και διαρκώς έλεγαν στον αρχιμανδρίτη να φύγουν από το Μανιάκι όσο είναι καιρός, πριν τους «κλείσει» ο στρατός του Ιμπράημ. Ο Παπαφλέσσας, ωστόσο, ήταν αποφασισμένος και με διάφορα ψέματα - όπως ότι ερχόταν ο Πλαπούτας και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί με 15.000 στρατό – τους κράτησε εκεί προκειμένου να δοθεί η ύστατη μάχη, έχοντας την ελπίδα πως ακόμα και αν ηττηθεί η θυσία του θα «ξυπνήσει» και θα ενώσει τους Έλληνες.
Όταν στις 19 Μαΐου 1825 εμφανίστηκε ο στρατός του Ιμπράημ και αντίθετα οι ελληνικές ενισχύσεις παρέμεναν άφαντες, πολλοί αγωνιστές, με πρώτους τους Μανιάτες του οπλαρχηγού Σταυριανού Καπετανάκη, αντιλήφθηκαν το μάταιο της υπόθεσης και έφυγαν.
Το πρωί της της 20ης Μαΐου 1825 που ξεκίνησε η μάχη, στο πλευρό του Παπαφλέσσα δεν είχαν μείνει παρά 600 άτομα, ίσως και λιγότερα.
Η μάχη αν και εντελώς άνιση κράτησε για περίπου οκτώ ώρες. Σχεδόν κανένας Έλληνας δεν έμεινε ζωντανός. Νεκρός έπεσε και ο Παπαφλέσσας.
Όταν τελείωσε η μάχη, ο Ιμπραήμ ζήτησε να του φέρουν το σώμα του Παπαφλέσσα. Πρώτα βρέθηκε το σώμα του και έπειτα το κεφάλι του. Ο Ιμπράημ διέταξε να δέσουν το σώμα του στον κορμό ενός δέντρου προκειμένου να δείχνει σα να είναι ζωντανός.
Όταν έγινε αυτό που ζήτησε, πλησίασε το άψυχο σώμα του αρχιμανδρίτη και – κατά τον συγγραφέα και αγωνιστή Φώτιο Χρυσανθόπουλο ή Φωτάκο – είπε στους αξιωματικούς που ήταν εκεί: «Πράγματι αυτός ήτο ικανός και γενναίος άνθρωπος. Καλύτερα να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν. Θα μας ήταν χρήσιμος».
- Καραβάτου και Φερεντίνος το νέο δίδυμο του Studio 4; Το παρασκήνιο της απρόσμενης απόφασης
- Αλέξης Τσίπρας: Οι νέοι μαντεύουν το όνομα του κόμματός του και εκείνος μάλλον δίνει... σπόιλερ
- Λέκκας για έντονη οσμή: Το πιθανότερο ενδεχόμενο και τα παρόμοια φαινόμενα σε Φθιώτιδα και Εύβοια
- Iron Maiden: Με τι καιρό θα γίνει η συναυλία τους - Ανησυχία για καταιγίδες
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.