Μενού
zormpas
Γιώργης Ζορμπάς | YouTube
  • Α-
  • Α+

Ο Καζαντζακικός Αλέξης Ζορμπάς ήταν ένας άνθρωπος που πάλευε να βρει τη θέση του ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη. Συνειδητοποίησε γρήγορα πως πνεύμα και ύλη όχι απλά συνυπάρχουν αλλά ευθύνονται για την πληρότητα της ύπαρξης. «Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνεύμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη».

Για να το καταφέρει κάποιος αυτό πρέπει να βρει απαντήσεις. Οι απαντήσεις αυτές, όμως, δε βρίσκονται μέσα στα βιβλία. Βρίσκονται μέσα στην ίδια τη ζωή την οποία ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει παθιασμένα, στα «κόκκινα», απαλλαγμένος από ελπίδες.

Αυτά, σε πολύ γενικές γραμμές και κάπως «μπακαλίστικα», σε ότι αφορά τον Καζαντζακικό Ζορμπά. Γιατί υπάρχει και άλλος Ζορμπάς. Εκείνος, βέβαια, δεν ήταν Αλέξης. Ήταν Γιώργος. Αλλά τα ονόματα έχουν μικρή σημασία. Ειδικά όταν μιλάμε για τον άνθρωπο που ενέπνευσε τον σπουδαίο κρητικό συγγραφέα να γράψει ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα.

Ο βίος και η πολιτεία του Γιώργου Ζορμπά

Ο Γιώργος Ζορμπάς γεννήθηκε το 1865 στην Κοζάνη και όχι στην Πιερία, όπως αρχικά εκτιμούσαν κάποιοι από τους πρώιμους ερευνητές της ζωής του. Στο Καταφύγι Κοζάνης βρέθηκε εγγραφή της γέννησής του στο Βιβλίο Μητρώου Αρρένων της εκεί κοινότητας, που διεσώθη από την πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς το 1943.

Προφανώς, το αρχικό μπέρδεμα ανάμεσα σε Πιερία και Κοζάνη, προέκυψε από το γεγονός πως ο πατέρας του Γιώργου, ο Φώτης Ζορμπάς, έζησε για πολλά χρόνια στο Κολινδρό Πιερίας και εκεί έφτιαξε μια μεγάλη περιουσία.

Κάποια στιγμή, ωστόσο, ήρθε σε ευθεία ρήξη με έναν Τούρκο και προκειμένου να αποφευχθεί βεντέτα αποφάσισε να φύγει και να πάει να ζήσει στην Κοζάνη. Εκεί, παντρεμένος με την Ευγενία, απέκτησε τέσσερα παιδιά. Την Κατερίνα, τον Γιάννη, τον Ξενοφώντας και βέβαια τον Γιώργο.

Ο νεαρός Γιώργος, όταν ο πατέρας του έφυγε για να πάει να μονάσει στο Άγιο Όρος, ανέλαβε να φροντίσει τα αιγοπρόβατα της οικογένειας.

Δυστυχώς, για τον ίδιο αλλά και την οικογένεια του, ωστόσο, μια αρρώστια αποδεκάτισε το κοπάδι του και πρακτικά στέρησε από την οικογένειά του το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος, δεδομένου πως, πλέον, τους απέμειναν μόνο κάποια χωράφια και κάποια κτήματα.

Μετά από το συγκεκριμένο οικονομικό πλήγμα και ενώ ο Γιώργης ήταν 22 ήδη χρονών, αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να φύγει από την Κοζάνη προκειμένου να αναζητήσει την τύχη του αλλού.

Πήγε στη Χαλκιδική. Είχε ακούσει πως αν πας στα Μαντεμοχώρια και εργαστείς σαν μεταλλωρύχος έχει ελπίδες να βγάλεις καλά λεφτά.

Ο Ζορμπάς εργάστηκε σε ένα μεταλλείο στη Στρατονίκη το οποίο το εκμεταλλευόταν μια γαλλική εταιρεία, ενώ το διηύθυνε ο αρχιεργάτης Γιάννης Καλκούνης. Οι δυο τους ήρθαν πολύ κοντά και έγιναν καλοί φίλοι. Μέχρι που ο Ζορμπάς γνώρισε την 15χρονο κόρη του Καλκούνη και την ερωτεύτηκε.

Η σχέση των δυο νέων προχώρησε... γρήγορα και η κοπέλα έμεινε έγκυος. Ο Καλκούνης εξοργίστηκε και υποσχέθηκε στον Ζορμπά πως δε θα τον αφήσει σε χλωρό κλαρί. Τότε εκείνος «έκλεψε» την κόρη του και εγκαταστάθηκε στο κοντινό Παλαιοχώρι.

Λίγο καιρό αργότερα ο Καλκούνης σκοτώθηκε σε ένα ατύχημα. Το ζευγάρι επέστρεψε στη Στρατονίκη, ο Ζορμπάς ανέλαβε τη θέση του πεθερού του και έκαναν μαζί με την Ελένη 12 παιδιά!

Όλα έδειχναν πως ο Ζορμπάς θα είχε μια καλή ζωή όπως την ονειρευόταν, ωστόσο, όλα άλλαξαν προς το χειρότερο. Ο ένας πόλεμος μετά τον άλλο, συρρίκνωσαν την οικονομία. Τα μεταλλεία έκλεισαν και μετά ήρθε και το ισχυρότερο πλήγμα: Η σύζυγός του Ελένη πέθανε.

Ο Ζορμπάς προσπάθησε να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Μετακόμισε στην Πιερία, όπου ζούσε ο αδερφός του Γιάννης Ζορμπάς που ήταν γιατρός, και έκανε διάφορες δουλειές. Ότι μπορούσε έκανε, προκειμένου να συντηρήσει τα παιδιά του.

Όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν, ο Γιώργης Ζορμπάς πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί έκανε μια γνωριμία που του άλλαξε τη ζωή.

Ζορμπάς και Καζαντζάκης

Στην Αθωνική Πολιτεία γνώρισε τον Νίκο Καζαντζάκη. Ο σπουδαίος κρητικός συγγραφέας είχε πάει στο Άγιο Όρος μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό. Ο ποιητής έφυγε γρήγορα αλλά ο συγγραφέας έμεινε παραπάνω και, μάλιστα, έγινε και συνέταιρος σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ξυλείας.

Σε αυτή την εταιρεία μπήκε και ο Ζορμπάς αλλά λίγο καιρό αργότερο το επιχειρηματικό αυτό σχέδιο «ναυάγησε».

Σαν άνθρωπος που είχε «φάει» τις αποτυχίες με το «κουτάλι», ο Ζορμπάς προτείνει στον Καζαντζάκη να μην εγκαταλείψουν το όνειρό τους και να συνεχίσουν να το κυνηγούν αλλά αυτή τη φορά να πάνε σε ένα λιγνιτωρυχείο κοντά στη Στούπα, στη Μεσσηνιακή Μάνη.

Ο Καζαντζάκης δέχθηκε. Είχε πάει στο Άγιο Όρος για να μελετήσει τη θρησκεία, να βρει το «θεϊκό». Μπορεί και να θεώρησε πως το βρήκε στο πρόσωπο του Ζορμπά και τον ακολούθησε προκειμένου να δει πού θα τον βγάλει.

Στη Μεσσηνιακή Μάνη ο Ζορμπάς πήγε με πέντε από τα παιδιά του, ενώ είχε μαζί του και την οικογένεια της κουνιάδας του.

Οι δυο άνδρες προσπαθούν να χτίσουν στην Πραστοβά τη δική τους επιχείρηση αλλά αποτυγχάνουν. Αν, βέβαια, κάποιος διαβάσει το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη δεν είναι και πολύ βέβαιο ότι προσπάθησαν σκληρά για να πετύχουν σαν επιχειρηματίες.

Το λέει, άλλωστε, και ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο» όπου σημειώνει πως: «Ο Ζορμπάς και εγώ κάμαμε ότι μπορούσαμε για να φτάσουμε γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας στην καταστροφή»!

Η ισχυρή φιλία που συνέδεε Ζορμπά και Καζαντζάκη διατηρήθηκε. Οι δυο τους συνέχισαν το κοινό τους ταξίδι και έφτασαν μέχρι τον Καύκασο. Το 1919 ο Νίκος Καζαντζάκης διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, γενικός διευθυντής του υπουργείου Περιθάλψεως, το οποίο είχε συσταθεί εκείνο το διάστημα, με στόχο τον ομαλό επαναπατρισμό 150.000 Ποντίων.

Ο Καζαντζάκης γνώριζε πως σε μια τέτοια αποστολή ένας άνθρωπος σαν τον Ζορμπά θα ήταν χρήσιμος. Του έστειλε επιστολή – πρόσκληση και ο Ζορμπάς τα παράτησε όλα και έτρεξε δίπλα του! Τιφλίφα, Καρς, Κουμπάν, Μπακού, Ερεβάν. Οι δυο τους μαζί τους Πολεμοχαράκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη κατάφεραν το αδιανόητο και έφεραν πίσω στην Ελλάδα δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που έχτισαν τη νέα του ζωή σε Θράκη και Μακεδονία.

Εκεί ήταν και η τελευταία φορά που συναντήθηκαν οι δυο τους. Έπειτα οι δρόμοι τους χώρισαν. Κράτησαν επαφή μέσα από αλληλογραφία, αλλά από κοντά δε βρέθηκαν ποτέ ξανά.

Η διαδρομή του Γιώργου Ζορμπά ολοκληρώθηκε στα Σκόπια όπου πήγε με την Κατίνα, μια από τις κόρες του. Εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Παντρεύτηκε ξανά, έκανε και άλλα παιδιά και δούλεψε, όσο τον βαστούσαν τα πόδια του, στις εξορύξεις.

Κάποια στιγμή σε ένα μεταλλείο στη Σερβία, ο Ζορμπάς βρήκε πράσινες πέτρες. Τηλεγράφησε αμέσως στον Καζαντζάκη και του ζήτησε να πάει εκεί για να τις δει από κοντά. Ο συγγραφέας του εξήγησε πως έγραφε και ταξίδευε συνέχεια στην Ευρώπη.

«Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες», ήταν η περιπαικτική απάντηση του Ζορμπά.

Στη Σερβία ο Ζορμπάς έκανε πολλά λεφτά. Τα σπατάλησε όλα, όμως, σε γλέντια και αγορές. Ήξερε πως όλα αυτά είναι εφήμερα και πως δεν είχε πολλά χρόνια ακόμα μπροστά του για να απολαύσει τους κόπους του.

Σε ηλικία 76 ετών, ο Ζορμπάς «κατέπεσε». Είχε ζήσει πολλές και μεγάλες ταλαιπωρίες στη ζωή του. Ήρθαν και οι κακουχίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και το γερικό «σκαρί» του δεν άντεξε. Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1941, ο Γιώργης Ζορμπάς, το διονυσιακό άλτερ έγκο του Νίκου Καζαντζάκη, άφησε την τελευταία του πνοή, χωρίς ποτέ να πατήσει το πόδι του στην Κρήτη.

Τα νέα για τον θάνατο του Ζορμπά βρήκαν τον Καζαντζάκη στην Αίγινα. «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο· γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα. Το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. […] Εκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; […] Πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου· ανοιγοκλειούν το στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα τον Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; Ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!», έγραψε ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο» και έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε.

Πήρε χαρτί και μολύβι και, τον Μάη του 1943, «γέννησε» τον Αλέξη Ζορμπά, γράφοντας τον «βίο και την πολιτεία» του.

Ο τάφος του Γιώργου Ζορμπα ανακαλύφθηκε (από δημοσιογραφική αποστολή) πολλά χρόνια αργότερα στο νεκροταφείο «Μπούτελ» των Σκοπίων. Το 1997 εκεί βρέθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης μετά τη μεγαλειώδη συναυλία του με το έργο του «Ζορμπάς ο Έλληνας», παρουσία του τότε προέδρου της χώρας Κίρο Γκλιγκόροφ.

Τότε ήταν που οι περισσότεροι άρχισαν να μαθαίνουν πως ο Ζορμπάς, υπήρξε και όπως θα έλεγε και ο ίδιος «μια Φλόγα είναι η ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: ''Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει''»!

Διαβάστε επίσης

O άντρας που συνάντησε τον δολοφόνο του σε ριάλιτι εκπομπή

Το ελληνικό σούπερ μάρκετ που ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ σε τζίρο

Ντίνος Καρύδης: Η καταγωγή, η σύζυγος και η μεγάλη του αδυναμία στην κόρη του Σμαράγδα

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...