Σκληρός, ανελέητος, αμετανόητος, δολοπλόκος. Πολλά είναι τα επίθετα που θα μπορούσε να προσδώσει κάποιος στον Παρασκευά Μπόλαρη. Και τώρα, ειδικά οι νεότεροι, θα αναρωτηθείτε – και με το δίκιο σας, δηλαδή – ποιος είναι αυτός ο Μπόλαρης.
Λογικό. Βλέπεται το ελληνικό κράτος στην περίοδο της μεταπολίτευσης φέρθηκε στον συγκεκριμένο άνθρωπο με τρόπο που δεν του άξιζε. Μέχρι και σύνταξη είχαν φροντίσει ώστε να του δοθεί ενώ στην πραγματικότητα ήταν ένας από αυτούς που θα έπρεπε να επιστρέψει και να πεθάνει εκεί που του άξιζε: Στη φυλακή. Αντί για αυτό, όμως, έζησε ελεύθερος τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λαμβάνοντας σύνταξη… μεταφραστή και δίνοντας συνεντεύξεις όπου αράδιαζε τη μία θεωρία συνωμοσίας πίσω από την άλλη προκειμένου ο ίδιος να αισθάνεται καλύτερα.
Γιατί όλα αυτά; Ο Παρασκευάς Μπόλαρης δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος. Ήταν ο «γορίλας του Ιωαννίδη», του αόρατου δικτάτορα. Ο προσωπικός του φρουρός. Ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος που στήθηκε για να ρίξει την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και να επαναφέρει τον στρατό στην εξουσία. Ήταν αυτός που απέδρασε και διάφυγε στη Μεγάλη Βρετανία για να επιστρέψει τελικά στην Ελλάδα όταν όλα του τα αδικήματα είχαν παραγραφεί.
Το «πραξικόπημα της πιτζάμας»
Στην Ελλάδα των πρώτων ημερών, εβδομάδων ή ακόμα και μηνών, μετά την πτώση της χούντας τίποτα δεν ήταν δεδομένο. Ίσα ίσα συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Η πιθανότητα να επαναδραστηριοποιηθούν τα λεγόμενα «σταγονίδια» της Χούντας ήταν κάτι περισσότερο από μεγάλη. Ειδικά μέσα στο στρατό ο ένας κοιτούσε τον άλλο με μεγάλη καχυποψία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αμετανόητοι χουντικοί αξιωματικοί αποφάσισαν να δράσουν.
Στις 17 Ιανουαρίου του 1975 η Βουλή ενέκρινε το περίφημο Δ' Ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο «η δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», χαρακτήριζε ως πραξικόπημα την κατάλυση της δημοκρατίας στις 21 Απριλίου 1967 (όχι ως επανάσταση που δημιουργεί δίκαιο) κι έτσι άνοιγε τον δρόμο και για την ποινική δίωξη των πρωταιτίων της δικτατορίας.
Αμέσως μετά την έκδοση του ψηφίσματος, προφυλακίστηκαν τα ηγετικά στελέχη της Χούντας, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος.
Αυτή η εξέλιξη, ωστόσο, φαίνεται πως έθεσε σε κίνηση τα «σταγονίδια της χούντας», όπως χαρακτήριζε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας τα κατάλοιπα της δικτατορίας μέσα στον στρατό, που θέλησαν να προλάβουν τις εξελίξεις και να επαναφέρουν τη χώρας «εις τον γύψον».
Πρωταγωνιστές; Οι ταξίαρχοι Νικόλαος Ντερτιλής και Ανδρέας Κονδύλης, οι αντισυνταγματάρχες Ιωάννης Στειακάκης και Ιωάννης Μανουσακάκης και οι ταγματάρχες Αριστείδης Παλαΐνης, Αθανάσιος Περδίκης και (φυσικά) Παρασκευάς Μπόλαρης!
Για κακή τους τύχη, ωστόσο, ο Αβέρωφ που θεωρούσε περίπου δεδομένο ότι θα επιχειρούσαν κάποιο νέο κίνημα, είχε αναπτύξει μέσα στο στράτευμα ένα δίκτυο νομιμοφρόνων αξιωματικών.
Όλοι ήταν σε ετοιμότητα και έτοιμοι να ενεργήσουν. Γνώριζαν πως «κάτι ετοίμαζαν» οι αμετανόητοι χουντικοί αξιωματικοί, γνώριζαν τις κινήσεις τους και το ποιοι είναι. Οι κρατικές υπηρεσίες περίμεναν μόνο το πότε θα κάνουν την πρώτη τους κίνηση.
Την αφορμή για να ξεκινήσουν οι συλλήψεις την έδωσε ο διαβόητος βασανιστής της Χούντας Νίκος Χατζησήσης ο οποίος στη διάρκεια της ανάκρισής του, πιθανότατα οργισμένος αλλά και με την έπαρση που του είχε δώσει η πολύχρονη εξουσία που είχε στα χέρια του επί δικτατορίας, απείλησε τον ανακριτή λέγοντάς του «Εκεί που κάθεσαι εσύ, σε λίγες μέρες θα κάθομαι εγώ».
Ο ανακριτής ενημέρωσε τους ανωτέρους του και αμέσως ξεκίνησε μία «αλυσίδα» ενημερώσεων.
Αυτός που συνέδεσε όλα τα κομμάτια του παζλ ήταν ο τότε διευθυντής του τμήματος Ασφαλείας της ΚΥΠ, ταγματάρχης Ιωάννης Αλεξάκης, που «πάτησε το κουμπί του συναγερμού». Πολλοί λένε πως η ιστορία με τον Χατζησήση δεν ισχύει και πως στην πραγματικότητα ο Αλεξάκης αποκάλυψε τα πάντα επειδή είχε καταφέρει να πείσει τους συνωμότες αξιωματικούς πως ήταν «δικός τους» και αυτοί τον είχαν μυήσει στα σχέδιά τους.
Σε κάθε περίπτωση, όταν η πληροφόρηση έφτασε στον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Ιωάννη Νταβό, εκείνος ενημέρωσε με τη σειρά του τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Διονύση Αρμπούζη ο οποίος αμέσως επικοινωνεί με τον Αβέρωφ και του λέει πως οι χουντικοί είναι έτοιμοι να κινηθούν.
Το απόγευμα της 24ης Φεβρουαρίου 1975, ο Αβέρωφ τηλεφωνεί στον Καραμανλή, τον ενημερώνει για τα πάντα και ο πρωθυπουργός δίνει εντολή να ληφθούν έκτακτα μέτρα και να αρχίσουν οι συλλήψεις.
Οι πρώτοι που έλαβαν εντολές να ενεργήσουν ήταν οι διοικητές διάφορων μονάδων του στρατού. Η κυβέρνηση του Καραμανλή έδωσε εντολή ώστε όλοι να κινηθούν με απόλυτη μυστικότητα και κατά τη διάρκεια της νύχτας περάστηκαν χειροπέδες σε 37 αξιωματικούς!
Σύμφωνα με όσα έγινα γνωστά, ως χρόνος δράσης των Χουντικών αξιωματικών είχε προσδιοριστεί το διάστημα μεταξύ 2 Φεβρουαρίου και 8 Μαρτίου 1975 και είχαν σκοπό να προχωρήσουν σε κατάληψη του ΚΕΤ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων), στην απομόνωση του αεροπορικού στρατηγείου της Λάρισας (28 ΑΤΑΔ), στην κατάληψη του στρατηγείου της Στρατιάς στη Λάρισα και τον παραμερισμό των διοικητών ορισμένων νευραλγικών στρατιωτικών μονάδων.
Όπως αποδείχθηκε αρχηγός τους ήταν ο προφυλακισμένος τότε στον Κορυδαλλό, τέως δικτάτορας, Δημήτρης Ιωαννίδης. Όλοι τους συνελήφθησαν στα σπίτια τους την ώρα που κοιμόντουσαν, γι αυτό κιόλας η συγκεκριμένη κίνηση έμεινε στην ιστορία ως «πραξικόπημα της πιτζάμας». Όλοι εκτός από έναν. Τον Παρασκευά Μπόλαρη.
Ο «γορίλας του Ιωαννίδη» Παρασκευάς Μπόλαρης
Ο τότε 40χρονος Μπόλαρης ήταν ένας από τους πιο σκληρά και άρτια εκπαιδευμένους καταδρομείς που υπηρετούσαν εκείνη την περίοδο στον Ελληνικό Στρατό. Είχε τη φήμη δεινού σκοπευτή (έλεγαν τότε ότι μπορούσε να περάσει σφαίρα μέσα από δαχτυλίδι), είχε εκπαιδευτεί στις ΗΠΑ και είχε τρομερές διασυνδέσεις τόσο στον στρατό όσο και στην αστυνομία.
Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος τον ήθελε ως προσωπικό του φρουρό αλλά ο Ιωαννίδης έθεσε βέτο και απαίτησε να είναι δίπλα του ως επικεφαλής της προσωπικής του φρουράς. Έτσι απέκτησε το παρατσούκλι «ο γορίλας του Ιωαννίδη».
Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, όλες αυτές τις διασυνδέσεις που είχε, ο Μπόλαρης ειδοποιήθηκε πως το πραξικόπημα που ετοίμαζαν είχε αποκαλυφθεί και πως από ώρα σε ώρα θα συλληφθεί και επιχείρησε να διαφύγει.
Ο Μπόλαρης έφυγε από το σπίτι του και πήγε στον Πειραιά. Επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο με προορισμό τις Κυκλάδες με σκοπό να κατέβει σε κάποιο από τα νησιά και να κρυφτεί εκεί μέχρι να περάσει η «μπόρα».
Λίγο πριν αναχωρήσει, όμως, το πλοίο από τον Πειραιά, εμφανίστηκαν στην προβλήτα εκατοντάδες ΕΣΑτζηδες (δεν είχε προλάβει ακόμα να μετονομαστεί η στρατιωτική αστυνομία) και χωροφύλακες. Ο επικεφαλής μίλησε με τον καπετάνιο και λίγο αργότερα από τα μεγάφωνα του πλοίου ακούστηκε η ανακοίνωση:
«Παρακαλείται ο ταγματάρχης Μπόλαρης Παρασκευάς, όπως εξέλθει αμέσως του πλοίου». Ο Μπόλαρης κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι και παραδόθηκε. Συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια κάθειρξη για συμμετοχή στο «πραξικόπημα της πιτζάμας».
Σκληρός και αμετανόητος όπως και ο αρχιβασανιστής της Χούντας Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, αλλάζουν συχνά φυλακές διότι υπήρχε ο φόβος πως αν έμεναν σε ένα σωφρονιστικό κατάστημα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν από το μηδέν νέες διασυνδέσεις που θα τους βοηθούσαν να αποδράσουν.
Ο «γορίλας του Ιωαννίδη» έλεγε πάντα πως ένας καλός καταδρομές πάντα σχεδιάζει να αποδράσει όταν πέσει στα χέρια του εχθρού. Και πράγματι, όπως αποδείχθηκε δεν σταμάτησε ποτέ να σχεδιάζει την απόδραση του.
Μέρος αυτού του σχεδίου ήταν να καταφέρει να φύγει από τις φυλακές της Κέρκυρας και να πάει σε αυτές της Λάρισας. Ο δικηγόρος του Μπόλαρη, ο Γιώργος Αλφαντάκης, καταφέρνει να πάρει ο πελάτης του τη μεταγωγή που ήθελε και από τότε ο Μπόλαρης γίνεται… το καλύτερο παιδί του κόσμου. Είναι απόλυτα υπάκουος, δεν φέρνει την παραμικρή αντίρρηση, δεν δημιουργεί το παραμικρό επεισόδιο, συνεργάζεται με τους πάντες. Στόχος του ήταν να τους «κοιμίσει» και τα καταφέρνει αφού πείθει τους πάντες πως δεν σκοπεύει να αποδράσει και πως, πλέον, το μόνο που θέλει είναι να περάσει ο καιρός και να αποφυλακιστεί.
Κάπως έτσι η φύλαξή του χαλαρώνει σε… επικίνδυνο βαθμό. Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, αρχές Αυγούστου του 1977, ο Μπόλαρης ζήτησε από τη διοίκηση των φυλακών να μεταφερθεί στο Γενικό Κρατικό της Αθήνας για να κάνει μία σειρά από παρασιτολογικές εξετάσεις.
Τις πρώτες φορές η συνοδεία του ήταν ισχυρή. Όσο περνούσαν, ωστόσο, οι ημέρες και οι αστυνομικοί έβλεπαν πως ο Μπόλαρης δεν δημιουργεί το παραμικρό πρόβλημα και απλά κοιτάζει το μέρος και τον κόσμο δίπλα του τόσο χαλάρωναν.
Στο τέλος πια, ουσιαστικά, ο Μπόλαρης κυκλοφορούσε ολομόναχος στο Γενικό Κρατικό. Τότε ενημέρωσε τη γυναίκα του για τις προθέσεις του και της ζήτησε στο επόμενο επισκεπτήριο να του πάει μία ποδιά γιατρού και μία περούκα. Τα υπόλοιπα τα περιγράφει ο ίδιος σε μία από τις συνεντεύξεις που έδωσε χρόνια αργότερα.
«Ακριβώς αυτό και αυτό εκμεταλλεύτηκα. Στην αρχή, με συνόδευαν, αντί για δύο ή τρεις, όπως έκαναν με τον Θεοφιλογιαννάκο, ερχόταν και ο επικεφαλής, γιατί φοβόντουσαν πάντοτε ότι εγώ δεν αποκλείεται να δραπετεύσω, αλλά τους καθησύχαζα και με την πάροδο των ημερών αλλοιώθηκε αυτό, σε σημείο που στο τέλος δεν με συνόδευε κανείς!
Υπόψη ότι η σύζυγός μου ερχόταν επισκεπτήριο και της ζήτησα να μου φέρει μια ποδιά ιατρού και μια περούκα. Αυτή κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Μου λέει “αυτό είναι επικίνδυνο”, αλλά μου τα έφερε. Και τι έκανα λοιπόν; Αποφάσισα ένα βράδυ και τους λέω “εγώ πάω να κοιμηθώ, κουράστηκα”, 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τώρα.
Μπήκα μέσα στο δωματιάκι, έβγαλα από τον Θεοφιλογιαννάκο τα μαξιλάρια και τις κουβέρτες, τα έβαλα από κάτω από τη δική μου κουβέρτα, διότι οι αστυνομικοί, όταν κοιμόμασταν, άνοιγαν λίγο κουφωτά την πόρτα να δουν αν είμαστε μέσα.
Έτσι, βρήκα κάποια στιγμή, κοντά στο ξημέρωμα, για να μην βγω έξω και δεν υπάρχουν συγκοινωνίες, έβαλα την ποδιά, όπως το είχα σκηνοθετήσει, πήρα και ένα τσαντάκι που είχα τα ξυριστικά μου μέσα εκεί, έβαλα και την περούκα και την ώρα που άλλαζε και η βάρδια των γιατρών, βγήκα έξω από την είσοδο, αλλά δεν πήγα απευθείας από το φυλάκιο, εκεί που άνοιγε μία μπάρα, αλλά πήγα από την απέναντι μεριά, χαιρέτησα από μακριά το θυρωρό και έφυγα. Αυτό ήταν».
Η απόδραση, η νέα ζωή και το τέλος του Μπόλαρη
Μέχρι να καταλάβουν ότι ο Μπόλαρης είχε αποδράσει, εκείνος είχε καταφέρει και είχε κρυφτεί. Αυτή τη φορά δεν την πάτησε όπως τότε στον Πειραιά.
Είχε φτιάξει και είχε οργανώσει το δίκτυο ανθρώπων που θα τον υποστήριζαν τις κρίσιμες πρώτες ώρες και στη συνέχεια θα τον φυγάδευαν σε ασφαλές μέρος.
Το «κρυφτούλι» με τις Αρχές κράτησε για αρκετές εβδομάδες. Ο Μπόλαρης αρχικά είχε διαφύγει στην Κρήτη. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, ένας αστυνομικός τον ειδοποίησε πως οι Αρχές βρίσκονται κοντά στα ίχνη του και έτσι ο «γορίλας του Ιωαννίδη», αντί να κρύβεται συνέχεια, αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα. Έφυγε για τη Μεγάλη Βρετανία.
Εκεί, υποστηριζόμενος από Έλληνες εφοπλιστές κατάφερε να φτιάξει μία νέα ζωή. Σπούδασε οικονομικά και, παράλληλα, με έναν χουντικό φίλο του άνοιξαν ένα μεταφραστικό γραφείο.
Ότι και να έκανε εκεί, ωστόσο, ο μεγάλος του καημός ήταν να γυρίσει στην Ελλάδα. Απλά έπρεπε να περιμένει μέχρι να διαγραφούν τα αδικήματά του.
Ο πλέον καταζητούμενος χουντικός στη δεκαετία του 1970, έμεινε στο εξωτερικό 20 χρόνια. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, πρώτος του σταθμός ήταν η Κρήτη. Έμεινε εκεί μέχρι να προετοιμάσει την μόνιμη επιστροφή του στην Αθήνα.
Στις 27 Ιανουαρίου του 1998 υποβάλλει αίτηση στη Νομαρχία Χανίων και στο Γραφείο Αστικής και Δημογραφικής Κατάστασης για αλλαγή επωνύμου «από Μπόλαρης σε Μπόλαρης – Αλκαλίνης».
Το επώνυμό του άλλαξε όταν η Εισαγγελία Πρωτοδικών στο πιστοποιητικό με αριθμό 171/18-3-1998 ανέφερε ότι «ο αιτών δεν καταδιώκεται ως φυγόποινος ή φυγόδικος». Τα αδικήματά του είχαν παραγραφεί ένα χρόνο νωρίτερα με την υπ’ αριθμόν 18/15-12-1997 διάταξη του αντεισαγγελέα του αναθεωρητικού δικαστηρίου.
Έτσι, «καθαρός», πλέον, ο Μπόλαρης – Αλκαλίνης, επέστρεψε στην Αθήνα και αφού εξασφάλισε σύνταξη μεταφραστή έζησε μερικά χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μαρούσι, θέλοντας να κρατήσει την παλιά του ζωή κρυφή.
Μέχρι που τον ανακάλυψαν δημοσιογράφοι και άρχισαν να τον πιέζουν να δώσει μία συνέντευξη. Εκείνος στην αρχή αρνούνταν πεισματικά μέχρι που κάποια στιγμή φαίνεται πως… απελευθερώθηκε και δεν έδωσε μόνο μία αλλά πολλές συνεντεύξεις τόσο σε κανάλια (υπήρξε αγαπημένος καλεσμένος του Γιώργου Τράγκα) όσο και στον έντυπο Τύπο.
Στις συνεντεύξεις του αυτές, ο Παρασκευάς Μπόλαρης επιχείρησε να ξαναγράψει την Ιστορία (γνωρίζοντας, βέβαια, όλα αυτά που είχαν αποκαλυφθεί για την προδοσία του Ιωαννίδη και την τραγωδία στην Κύπρο) και είχε «αποκαλύψει» πως δήθεν ήθελε να τον εκτελέσει και πως είχε στοιχεία πως πίσω από τον «Αττίλα» ήταν η Μοσάντ σε συνεννόηση με τον «αόρατο δικτάτορα».
Έλεγε και ξαναέλεγε, μάλιστα, πως για όλα αυτά που υποστήριζε είχε ντοκουμέντα που δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Όχι ότι προκαλεί καμία έκπληξη αλλά μέχρι που ο Μπόλαρης πέθανε (μία ημέρα σαν σήμερα, στις 26 Αυγούστου 2018), δεν παρουσίασε ποτέ κανένα τέτοιο… ντοκουμέντο.
- Πέθανε η Ντόλι Πάρτον: Η «βασίλισσα της κάντρι» που έγινε μία από τις πιο αγαπητές γυναίκες της Αμερικής
- Μίνα Καραμήτρου: «Τα έψαλε» στον νέο συμπαρουσιαστή της - «Με έστησε μισή ώρα»
- «Ανεμώνα»: Η ιστορία πίσω από το ζεϊμπέκικο του Δημήτρη Κόκοτα που παραλίγο να μην ακούγαμε
- Το ξέσπασμα του Νίκου Στραβελάκη για τον Αντώνη Πανούτσο: «Ντρέπομαι για αυτά που διαβάζω»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.