Πίσω στο μακρινό 1966, οι νεαροί Μάνος Λοΐζος και Γιάννης Νεγρεπόντης έγραψαν τα «Νέγρικα». Ήταν ένα μουσικό έργο που έμοιαζε με κεραυνό εν αιθρία, που ξέφευγε από τα (ελληνικά) μουσικά δεδομένα της εποχής.
Με ηλεκτρικά όργανα, ρυθμούς μπλουζ «μπερδεμένους» με ροκ στοιχεία και στίχους που μιλούσαν για τον ρατσισμό, τον πόλεμο και την κοινωνική αδικία.
Μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα ακραία φορτισμένο τα τραγούδια παρουσιάζονται σε φοιτητικές συναυλίες, με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο ενώ στην «παρέα» αργότερα θα προστεθούν ο Διονύσης Σαββόπουλος και ένας νεαρός πιανίστας, ο Θάνος Μικρούτσικος.
Ανάμεσα στα τραγούδια υπάρχει ένα που, το δίχως άλλο, ξεχωρίζει. Ήρωας του τραγουδιού είναι ο γέρο – νέγρο Τζιμ (ας μην μας ξενίζει η χρήση των λέξεων, βρισκόμαστε σε μία εντελώς διαφορετική εποχή που η έννοια του political correctness δεν έχει ακόμα «εφευρεθεί»). Ένας μαύρος μουσικός στο Χάρλεμ, ξακουστός για την κορνέτα του και η μουσική του ενώνει μαύρους και λευκούς.
Ο γερο – νέγρο Τζιμ, λοιπόν, βρίσκεται νεκρός σε «βρόμικο χαντάκι» και η κορνέτα του συνεχίζει να «ουρλιάζει». Από εκεί το τραγούδι περνά στα χωράφια που καίγονται στον Νότο, στο μέγα ερώτημα του «ποιοι και γιατί σκοτώσανε τον Τζον» (ξεκάθαρη αναφορά στη δολοφονία του JFK) και φυσικά στο «τι θέλουν τα παιδιά μας στο Βιετνάμ»!
Μικρή παρένθεση. Η τελευταία αναφορά είναι στην ουσία ένα αντιπολεμικό μήνυμα που θέλησε να στείλει ο Νεγρεπόντης. Ο συγκεκριμένος στίχος έχει τη δική του ιστορία. Στις προδικτατορικές εκτελέσεις υπάρχει αναφορά στο Βιετνάμ. Όταν τα «Νέγρικα ηχογραφήθηκαν τελικά το 1975 ο Λοΐζος άλλαξε τον στίχο και από «το Βιετνάμ» το έκανε «στα Βιετνάμ», θέλοντας προφανώς να δώσει μία ευρύτερη διάσταση και ν’ αναφερθεί στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Κλείνει η παρένθεση, επιστροφή στην περίοδο 1966 – 1967. Τα «Νέγρικα» απέκτησαν, σχεδόν αμέσως, τη δική τους δυναμική και αγαπήθηκαν από τους νέους της εποχής. Δεν αγαπήθηκαν, όμως, καθόλου από τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής.
Όπου η παρέα των Λοΐζου και Νεγρεπόντη παρουσίαζε το έργο της, η παρουσία ασφαλιτών και χαφιέδων ήταν κάτι περισσότερο από έντονη. Αυτό, βέβαια, δεν εμπόδιζε τους δημιουργούς να παρουσιάζουν το έργο τους με ακόμα μεγαλύτερο πάθος.
Στις 19 Απριλίου 1967, στο θέατρο «Κεντρικόν», στην οδό Κολοκοτρώνη στο κέντρο της Αθήνας, το έργο ανεβαίνει ξανά σε μία συναυλία που διοργάνωσε η πανίσχυρη τότε ΕΦΕΕ, η Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδος.
Ο 19χρονος Θάνος Μικρούτσικος βρισκόταν πίσω από το πιάνο. Ο Λοΐζος παίζει ένα… περίεργο ηλεκτρικό όργανο που μοιάζει με πρόγονο του συνθεσάιζερ και το είχαν φέρει από το σπίτι του Μικρούτσικου. Ο Διονύσης Σαββόπουλος παίζει κιθάρα και η Μαρία Φαραντούρη στέκεται πίσω από το μικρόφωνο. Σε αυτό το all star συγκρότημα συμμετέχουν επίσης ο γνήσιος ροκάς της δεκαετίας του 1960, Τζίμης Τζιμόπουλος που καθόταν πίσω από το σετ των ντραμς και ο μπασίστας Γιάννης Πετροπουλάκης, ο οποίος εκείνη την εποχή συμμετείχε και στους U.L.S. την μπάντα του Σταμάτη Σπανουδάκη!
Αξίζει να σημειωθεί πως όλοι αυτοί οι μουσικοί μαζεύτηκαν εκεί από… ανάγκη καθώς ο Λοΐζος είχε φτιάξει ένα γκρουπ αλλά εκείνοι οι μουσικοί τον άφησαν στα «κρύα του λουτρού» αφού όταν η αστυνομία έμαθε πως τη συναυλία τη διοργανώνει η ΕΦΕΕ, τους πίεσε τόσο πολύ που εκείνοι λύγισαν και αποσύρθηκαν. Ο Λοΐζος δεν λύγισε, δεν έκανε πίσω και βρήκε τους μουσικούς που τελικά έκαναν πραγματικότητα την συναυλία.
Και αποδείχθηκε πως πολύ καλά έκανε! Ήδη από τις πρώτες νότες, το κατάμεστο από φοιτητόκοσμο, θέατρο σείεται από τις εκδηλώσεις. Οι θεατές αποθεώνουν τους μουσικούς. Η επιτυχία δεν είναι απλά μεγάλη, είναι πρωτοφανής. Το κλίμα ενθουσιασμού είναι διάχυτο τόσο στους μουσικούς όσο και στο κοινό.
Η επιτυχία ήταν τέτοια που, σύμφωνα με μεταγενέστερη μαρτυρία του Θάνου Μικρούτσικου, όταν τελείωσε η συναυλία σχεδόν αυτόματα οι συντελεστές της αποφάσισαν να την επαναλάβουν «μεθαύριο».
Το «μεθαύριο» ήταν η Παρασκευή 21η Απριλίου 1967. Τις πρώτες ώρες εκείνης της Παρασκευής, μονάδες του στρατού κατέλαβαν στρατηγικά σημεία της Αθήνας. Η κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ανατράπηκε βίαια και επιβλήθηκε η χούντα των συνταγματαρχών.
Εκείνη η συναυλία των «Νέγρικων» δεν έγινε ποτέ. Στους δρόμους της Αθήνας, αντί για τη μουσική του Λοΐζου και τη φωνή της Φαραντούρη, ακούγονταν οι ερπύστριες των τανκς. Μόλις είχε ξημερώσει μία νύχτα που θα διαρκούσε επτά ολόκληρα χρόνια.
«Η μέρα εκείνη δε θ' αργήσει»
Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές ιστορίες που μπορεί να πει κάποιος για τον αξέχαστο Μάνο Λοΐζο. Μπορεί οι άνθρωποι να λένε, με εμφανή ειρωνική διάθεση, πως «τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους», αλλά στην περίπτωση του Λοΐζου αυτό ισχύει. Ήταν πράγματι αναντικατάστατος.
Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια τον Οκτώβριο του 1937. Πάντα υπήρχε ένα άτυπο debate για το πού γεννήθηκε. Οι περισσότεροι ισχυρίζονται πως γεννήθηκε στη Λάρνακα αλλά η κόρη του, με συνέντευξή της, είχε βάλει τέλος στα διάφορα σενάρια, μια και καλή.
Η αγάπη του μικρού Μάνου για τη μουσική φάνηκε από νεαρή ηλικία. Όταν οι γονείς του είδαν την κλίση που είχε τον έγραψαν στο τοπικό Ωδείο. Αν και άρχισε να μαθαίνει βιολί, τελικά κατέληξε σε αυτό που αποδείχθηκε ότι ήταν η φυσική προέκταση των χεριών του: στην αγαπημένη του κιθάρα.
Το 1955 έφυγε από την Αλεξάνδρεια και ήρθε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στη Φαρμακευτική Σχολή. Δεν υπήρχε, όμως, τίποτα που να τον «τραβαέι». Σύντομα τα παράτησε και συνέχισε τις σπουδές του στην ΑΣΟΕΕ. Ούτε αυτό, όμως είναι κάτι που τον γεμίζει και έτσι το 1960 πήρε τη μεγάλη απόφαση. Σταμάτησε τα πάντα και άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με τη μουσική. Για να καταφέρει να ζήσει κάνει διάφορες δουλειές. Από γραφίστας μέχρι γκαρσόνι.
Δυο χρόνια μετά ήρθε σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα ο οποίος τον βοήθησε να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι. Είναι το «Τραγούδι του δρόμου». Πρόκειται για την ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου σ' ένα ποίημα του Λόρκα με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο.
Το Απρίλιο του 1962 είναι ακόμα ένα κομβικό σημείο στην πορεία του Λοΐζου. Έγινε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ), με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη.
Εκεί θα γνωριστεί με τον Χρήστο Λεοντή, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Διονύση Σαββόπουλο, τη Μαρία Φαραντούρη, τον Μάνο Ελευθερίου και πολλούς άλλους.
Η ζωή του έχει βρει τον δρόμο της. Ο Λοΐζος ξέρει, πλέον, και τι θέλει και, κυρίως, πως να το αποκτήσει. Γράφει πολλά τραγούδια και πολλή μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύτηκε τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1966, γεννήθηκε η κόρη τους Μυρσίνη.
Τα δύσκολα, όμως, ήρθαν με την χούντα. Κυνηγήθηκε εξαιτίας των αριστερών πεποιθήσεων του με τη λογοκρισία να του κάνει τη ζωή δύσκολη. Τον ταραγμένο Νοέμβρη του 1973, μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ο Λοΐζος συνελήφθη από χωροφύλακες του τμήματος της Νέας Ιωνίας, μπροστά στα μάτια της μικρής του κόρης και πέρασε 10 ημέρες στα κρατητήρια της Ασφάλειας.
Η «μπόρα», ωστόσο, πέρασε και έτσι όταν έπεσε η χούντα ο Λοΐζος κυκλοφόρησε τον θρυλικό δίσκο «Τα τραγούδια του δρόμου» στον οποίο συμπεριλαμβάνει όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί, είτε τα είχε «πετσοκόψει» η χουντική λογοκρισία.
Ο δίσκος αυτός ήταν που τον ανέδειξε σε έναν από τους βασικότερους εκφραστές του πολιτικού («στρατευμένου», όπως το χαρακτήριζαν τότε) τραγουδιού.
«Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά», έλεγε ο ίδιος.
«Τραγωδία σε εθνική διάσταση»
Στα 20 χρόνια της πορείας του ο Λοΐζος συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα και θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει πολλά περισσότερα και μεγαλύτερα πράγματα. Όπως έλεγε και ο ίδιος χαριτολογώντας, άλλωστε, «όταν έχω κέφια, είμαι σε θέση να μελοποιήσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο». Μόνο που δεν πρόλαβε να κάνει όσα ήθελε γιατί στις 8 Ιουνίου του 1982 τον «χτύπησε» το εγκεφαλικό.
Έμεινε ένα μήνα στο νοσοκομείο και μετά μεταφέρθηκε στη Μόσχα για θεραπεία. Εκεί, όμως, έπαθε και δεύτερο εγκεφαλικό. Δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει. Δέκα ημέρες αργότερα, μία ημέρα σαν σήμερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία μόλις 45 ετών.
Πριν από μερικά χρόνια, η κόρη του Μάνου Λοΐζου, σε συνέντευξή της στην LiFo είχε μιλήσει για τις τελευταίες στιγμές μαζί του, πριν φύγει για τη Μόσχα το 1982.
«Ήτανε μέσα στο ασανσέρ. Μέσα στο ασανσέρ ήταν και η μητέρα μου. Της είπε: ''Δε θα ξαναγυρίσω από εκεί''. Η μητέρα μου γύρισε και του είπε ''τότε μη φύγεις'', κι εκείνος της απάντησε: ''Όχι, όχι, θα φύγω''. Αυτές ήταν οι τελευταίες του κουβέντες.
» Τον θυμάμαι κι απ' τα γενέθλιά μου, την προηγούμενη μέρα. Τα γενέθλιά μου ήταν στις 15 Αυγούστου κι εκείνος έφυγε στις 16 Αυγούστου για τη Μόσχα, για το νοσοκομείο. Ήμασταν όλοι μαζί στο σπίτι, ο μπαμπάς είχε δεμένο το χέρι, το στόμα του ήταν στραβό από το εγκεφαλικό. Αυτά. Πέθανε τελικά στα γενέθλια της μητέρας μου, στις 17 Σεπτεμβρίου», είχε τονίσει η Μυρσίνη Λοΐζου.
«Ο πρόωρος χαμός του αποτελεί τραγωδία σε εθνική διάσταση» είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του αξέχαστου Μάνου Λοΐζου και είχε προσθέσει: «Ήταν η περηφάνια μου. Μπόρεσε με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και ένα τραγούδι, να πάει μια πήχη πιο πέρα τον ορίζοντα».
«Να πας στο καλό Μάνο και σ’ ευχαριστούμε. Σε ευχαριστούμε γιατί ήσουν ο πρώτος που μας πήρε από το χέρι και μας έμαθε να αγωνιζόμαστε για τα δίκαιά μας. Σ’ ευχαριστούμε γιατί μας άφησες τα τραγούδια σου», είχε πει η Χαρούλα Αλεξίου.
- «Έκανε ΚΑΡΠΑ στον Μαζωνάκη με το ένα χέρι»: Η σοκαριστική αποκάλυψη από το ΕΚΑΒ
- Ανθή Βούλγαρη: Ξέσπασε στον αέρα για δημοσιεύματα - «Με έβγαλαν ότι πήγα στην κλινική στο Κολωνάκι»
- «Βόμβα» στον ΑΝΤ1 με τη Ζέτα Μακρυπούλια: Η απόφαση που τα αλλάζει όλα και το μέλλον του Rouk Zouk
- Χριστίνα Παππά: Είχε πάει στο ιατρείο όπου πέθανε ο Μαζωνάκης - «Με επανέφεραν με απινιδωτή»
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.