Μενού
niovis
Μακελειό της οδού Νιόβης | eurokinissi
  • Α-
  • Α+

«Κύριες και κύριοι, καλησπέρα σας! Διακόψαμε όλοι πάρα πολύ εσπευσμένα το πρόγραμμα του ΣΚΑΪ, τρέξαμε σχεδόν μέχρι να φτάσουμε στο στούντιο. Έχουμε στην τηλεφωνική μας γραμμή... Μας τηλεφώνησε πριν από λίγο ο καταζητούμενος Ρουμάνος. Ο Σορίν Ματέι ο οποίος είναι στην τηλεφωνική μας γραμμή τώρα. Κυρίε Σορίν, καλησπέρα σας. Πείτε μας τον λόγο που μας τηλεφωνήσατε και το πού βρίσκεστε».

Αυτή είναι η αρχή, για την ακρίβεια τα 19 πρώτα δευτερόλεπτα, μιας κρίσης που όμοια της δεν είχε ζήσει ξανά η Ελλάδα και οδήγησε, μετά από κάμποσες ώρες, σε ένα μακελειό.

Ο Σοριν Ματέι ή «Πεταλούδας»

Στην πραγματικότητα η υπόθεση δεν είχε ξεκινήσει εκείνο το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, που οι Έλληνες άκουσαν τον Νίκο Ευαγγελάτο να «προλογίζει» έναν εγκληματία. Ο Ρουμάνος κακοποιός Σορίν Ματέι ή «Πεταλούδας», όπως ήταν γνωστός στο, «υπόκοσμο» είχε γίνει μεγάλος «πονοκέφαλος» για την Ελληνική Αστυνομία καιρό πριν.

Καταδικασμένος για ληστείες, κλοπές, υποθέσεις ναρκωτικών αλλά και μια απόπειρα ανθρωποκτονίας, είχε καταφέρει να γελοιοποιήσει τους αστυνομικούς τουλάχιστον τέσσερις φορές αφού είχε αποδράσει σκανδαλωδώς έξι φορές μέσα από τα χέρια τους. Μια από αυτές τις φορές, μάλιστα, προκειμένου να τα καταφέρει είχε πάρει ως όμηρο έναν αστυνομικό! Κάθε φορά που οι αστυνομικοί τον πλησίαζαν, ο «πεταλούδας» έβγαζε... φτερά και πετούσε μακριά τους.

Από ένα σημείο και έπειτα η σύλληψη του Ματέι είχε γίνει για τους αστυνομικούς, αυτό που με όρους άγριας δύσης λέγεται κάποιες φορές, «ζήτημα Τιμής».

Την 23η Σεπτεμβρίου του 1998, οι αστυνομικοί μαθαίνουν πως ο Ματέι είναι στην Αθήνα. Κινητοποιούνται αμέσως. Ανακαλύπτουν πως βρίσκεται σε ένα διαμέρισμα στην οδό Νιόβης 4 στα Κάτω Πατήσια. Εκεί μένει μια φίλη του. Τοξικομανείς και οι δυο, βρέθηκαν εκεί για να κάνουν μαζί χρήση ηρωίνης. Οι αστυνομικοί θεωρούν πως είναι η μεγάλη τους ευκαιρία.

Εισβάλουν μέσα στο διαμέρισμα και βρίσκουν τον Ματέι να είναι ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι. Πετούν προς το μέρος του μια χειροβομβίδα κρότου – λάμψης και ένας από τους αστυνομικούς τον πλησιάζει και τον χτυπά στο κεφάλι με τη λαβή του όπλου. Αν και υπό την επήρεια ηρωίνης ο Ματέι καταφέρνει να αντιδράσει. Προφανώς, η ανδρεναλίνη του, χτύπησε «κόκκινο», λειτούργησε σαν ντόπα και ο κακοποιός μετατράπηκε σε ένα ανεξέλεγκτο αγρίμι.

Με αστραπιαίες κινήσεις, αρπάζει τη χειροβομβίδα που είχε στο κομοδίνο δίπλα του και προλαβαίνει να κρυφτεί στο μπάνιο. Προφανώς, αυτό που είχε σκεφτεί ήταν να αυτοκτονήσει παίρνοντας μαζί του και κάμποσους αστυνομικούς, ωστόσο, όταν μπήκε στο μπάνιο, διαπίστωσε πως μπορεί γίνει για ακόμα μια φορά «πεταλούδας» και να τους φύγει μέσα από τα χέρια. Ανεβαίνει τον φωταγωγό και ανεβαίνει στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Σκοπός του είναι να φύγει από εκεί σαν... κύριος. Όταν φτάνει, όμως, διαπιστωνει πως ολόκληρη η περιοχή είναι αποκλεισμένη από αστυνομικούς. Καταλαβαίνει πως η τύχη του τελειώνει και αποφασίζει να τη «ζορίσει».

Μέσα στο διαμέρισμα που εισέβαλε, βρίσκονταν τέσσερα άτομα. Η 58χρονη Σουλτάνα Γκινάκη, τα δύο της παιδιά, ο 24χρονος Βαγγέλης και η 25χρονη Αμαλία, αλλά και ο 34 ετών αρραβωνιαστικός της δεύτερης, Αποστόλης Μακρινός με τον οποίο σκόπευαν να παντρευτούν έξι μήνες αργότερα. Το βράδυ εκείνο ήταν όλοι μαζεμένη εκεί γιατί η Αμαλία ετοίμαζε τα προσκλητήρια του γάμου της.

Ο Ματέι τους διαβεβαιώνει πως δεν πρόκειται να τους πειράξει και πως μοναδικός του σκοπός είναι να καταφέρει να διαφύγει από εκεί.

Οι αστυνομικοί που έχουν περικυκλώσει τον Ρουμάνο κακοποιό δε δείχνουν καμία διάθεση διαπραγμάτευσης (έστω και μόνο για να τον ηρεμήσουν) και έτσι ο Ματέι παίζει το «χαρτί» της δημοσιότητας. Τηλεφωνεί στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και ζητάει να βγει στον αέρα.

Μακελειό σε ζωντανή σύνδεση

Τα όσα ακολούθησαν είναι γνωστά και άκρως σουρεαλιστικά. Ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος βρίσκεται ξαφνικά στη θέση του διαπραγματευτή ή τέλος πάντων στη θέση του ανθρώπου που με την ηρεμία του λειτουργεί κατασταλτικά στην ψυχολογία του Ματέι.

- Λένε για σας ότι έχετε και ψυχολογικά προβλήματα.

- Τώρα έχω πιο πολλά.

- Δηλαδή;

- Τώρα μου την έχει δώσει κατακέφαλα να πούμε. Με χτυπήσανε κιόλας, μου ‘ρχεται να κάνω εμετό, διάφορα να πούμε, ιδρώνω… Έχω εδώ τους ανθρώπους και κάθονται σαν μισοπεθαμένοι να πούμε, σαν κηδεία λες και είμαστε. Νιώθω σου λέω χάλια…

Το παραπάνω είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι από τα όσα ακούστηκαν εκείνο το βράδυ σε ζωντανή μετάδοση σε μια σύνδεση που κράτησε περίπου ένα τετράωρο. Θα ήταν τρομερά αστεία αν δεν είχαν οδηγήσει σε ένα αδιανόητο μακελειό.

Στον ΣΚΑΪ είχε μεταβεί ο τότε υπαρχηγός της ΕΛΑΣ, Θεόδωρος Πλάκας. Ήταν μαζί με τον τότε διευθυντή ειδήσεων του σταθμού Σταμάτη Μαλέλη στο κοντρόλ. Οι αστυνομικοί ζητούσαν από τον Ευαγγελάτο να συνεχίζει να κρατά απασχολημένο τον Ματέι. «Ζητάω 500.000 δολάρια. Και λίγα είναι. Για τα έξοδα μόνο», θα πει και θα αποκαλύψει ότι νωρίτερα είχε κάνει χρήση ηρωίνης.

Αξίζει να σημειωθεί πως η όλη κατάσταση ήταν εντελώς πρωτόγνωρη για τα αστυνομικά χρονικά. Τόσο πρωτόγνωρη που ακόμα δεν είχε δημιουργηθεί η ομάδα διαχείρισης κρίσεων μέσα στην οποία υπάρχουν και οι διαπραγματευτές!

Από εκεί και πέρα ξεκινάει ένα αδιανόητο σερί λαθών από τους αστυνομικούς. Το πρώτο είναι πως ουδείς σκέφτηκε να αποκλείσει την περιοχή ή να εκκενώσει την πολυκατοικία. Τις πρώτες ώρες όλοι έβλεπαν τα πάντα. Αυτό έκανε και ο Σοριν Ματέι ο οποίος κάθε τόσο έβγαινε στο μπαλκόνι για να πάρει λίγο αέρα. Η συζήτηση με τον Ευαγγελάτο συνέχιζε να τον χαλαρώνει και κάποια στιγμή ζήτησε από τους αστυνομικούς να του πάνε αμφεταμίνες  προκειμένου να μείνει ξύπνιος. Οι αστυνομικοί για κάποιο άγνωστο λόγο θεωρούν πως μπορούν να κοροϊδέψουν έναν τοξικομανή και αντί για αμφεταμίνες  του στέλνουν υπνοστεντόν. Ο Ματέι το καταλαβαίνει και οργισμένος βγαίνει στο μπαλκόνι φωνάζοντας:

«Ρε φέρε αμφεταμίνες να πούμε με έχουν πιάσει τα νεύρα μου. Έχω τέσσερις ανθρώπους εδώ μέσα. Μια λάμψη θα δείτε και τίποτα άλλο. Κουτάλι θα φέρετε και θα μάς μαζεύετε»! Από εκείνο το σημείο και έπειτα ο Ρουμάνος κακοποιός αντιλαμβάνεται πως είναι θέμα χρόνου η επέμβαση της αστυνομίας και έτσι αποφασίζει να δέσει την Αμαλία μαζί με τον αρραβωνιαστικό της και εκείνος να δεθεί μαζί τους βάζοντας στη μέση την 25χρονη κοπέλα.

Στην οδό Νιόβης, περίπου στις 9 το βράδυ, φτάνει ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος. Ζητάει να ανακρίνει τη φίλη του Ματέι. Τη ρωτάει αν η χειροβομβίδα που κρατάει ο φίλος της είναι αληθινή. Εκείνη του απαντάει πως είναι ψεύτικη και ο αρχηγός της ΕΛΑΣ, παρά το γεγονός πως η κοπέλα είναι «κόκκαλο» από την ηρωίνη, την πιστεύει και δίνει εντολή να διακοπεί η ζωντανή σύνδεση του ΣΚΑΪ και να ξεκινήσει η επιχείρηση εισβολής.

Μάταια οι υπόλοιποι αξιωματικοί, ανάμεσα στους οποίους και ο διευθυντής ασφαλείας Αττικής, Θεόδωρος Παπαφίλης ο οποίος είχε αναλάβει τον ρόλο του... επίσημου διαπραγματευτή, προσπαθούν να του εξηγήσουν πως αυτή είναι μια λάθος κίνηση. Ακόμα και ο υπαρχηγός της αστυνομίας, είπε στον Σταμάτη Μαλέλη «λάθος απόφαση, μεγάλο λάθος» Ο Βασιλόπουλος, όμως, είχε πάρει τις αποφάσεις του. Μέσα στο διαμέρισμα πια βρισκόταν ο κακοποιός μαζί με την Αμαλία και τον αρραβωνιαστικό της. Λίγο νωρίτερα, ο Ματέι είχε αφήσει ελεύθερους τη Σουλτάνα Γκινάκη και τον γιο της.

Όταν όλα είναι έτοιμα, ενημερώνονται ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Γιώργος Ρωμαίος, που βρισκόταν στο εξωτερικό και ο εισαγγελέας Ιωάννης Σακκάς, ο οποίος θα δώσει εντολή στους αστυνομικούς να μην πυροβολήσουν κατά την έφοδό τους.

Όταν οι αστυνομικοί, περίπου στις 11 τη νύχτα, εισέβαλαν στο διαμέρισμα κατάφεραν και τράβηξαν γρήγορα μακριά τον Αποστόλη. Μετά... Χάος! Η συνομιλία με τον Ματέι είχε διακοπεί, όχι και η ζωντανή σύνδεση όμως. Ο κακοποιός είχε αφήσει το τηλέφωνο ανοιχτό και ο ΣΚΑΪ έδινε στον «αέρα» τον ήχο από το εσωτερικό του σπιτιού. Η έκρηξη ακούστηκε live σε όλη την Ελλάδα.

Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Ματέι έβαλε τη χειροβομβίδα στο παντελόνι της Αμαλίας και την έσπρωξε προς τους αστυνομικούς. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή η χειροβομβίδα του έφυγε από το χέρι και έσκασε ανάμεσα σε εκείνον και την άτυχη κοπέλα. Ότι και να ισχύει η διαφορά είναι μικρή.

Ο μυστηριώδης θάνατος του Σορίν Ματέι

Τα τραύματα της Αμαλίας ήταν πολύ σοβαρά. Η κοπέλα είχε σχεδόν κοπεί στα δύο. Έδωσε μια σκληρή μάχη με τον θάνατο. Δεν άντεξε. Άφησε την τελευταία της πνοή, 17 ημέρες μετά, στον Ερυθρό Σταυρό όπου νοσηλευόταν.

Από τα θραύσματα της χειροβομβίδας θα τραυματιστεί και ο αρχηγός της ΕΛΑΣ, καθώς και ακόμη τέσσερις αστυνομικοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Βασίλης Τσιατούρας, μετέπειτα αρχηγός του Σώματος. Ο νεαρότερος από αυτούς και οδηγός του αρχηγού, Γιώργος Παλιούρας, ήταν ο πιο σοβαρά τραυματίας και οι γιατροί αναγκάστηκαν να του ακρωτηριάσουν το αριστερό του πόδι από το γόνατο και κάτω.

Τραυματισμένος βγήκε από το διαμέρισμα της οδού Νιόβης 4 και ο Ματέι ο οποίος αρχικά μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό και στη συνέχεια στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας.

Η κατάστασή του δεν ήταν σοβαρή. Επί δυο ημέρες τον κρατούσαν σε βαθιά καταστολή και δεμένο με χειροπέδες στο κρεβάτι. Ο θάλαμος «νοσηλείας» του ήταν γεμάτος αστυνομικούς που κάπνιζαν, γέλαγαν και τον κορόιδευαν. Τα κατασταλτικά που του είχαν χορηγηθεί ήταν «σε δόσεις για ελέφαντα» όπως είχε πει ο γιατρός του νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού όπου στο μεταξύ είχε μεταφερθεί ο Ρουμάνος κακοποιός.

Ο Σορίν Ματέι βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του. Ο θάνατός του διαπιστώθηκε από τον γιατρό υπηρεσίας Ιωάννη Κούτρα στις 10.55 μ.μ της 26ης Σεπτεμβρίου 1998. Σύμφωνα με το επίσημο ιατροδικαστικό πόρισμα ο θάνατος οφειλόταν σε πνιγμό λόγω εισρόφησης γαστρικού υγρού σε συνδυασμό με την παρατεταμένη καταστολή.

Ο Κύπριος ιατροδικαστής Μάριος Ματσάκης, κατηγορηματικά υποστήριξε, πως αν ο Σορίν είχε την απαραίτητη ιατρική περίθαλψη θα ήταν ζωντανός. Παράλληλα, ανακάλυψε διάφορα σοβαρά τραύματα στο κεφάλι που «είχαν προκληθεί σε διαφορετικούς χρόνους». Είναι γνωστό, άλλωστε, πως ο Ματέι είχε ξυλοκοπηθεί άγρια από αστυνομικούς που είχαν μπει μέσα στο ασθενοφόρο κατά τη μεταφορά του από τη Νιόβης στον Ερυθρό Σταυρό.

Παρά τα πολλά, εγκληματικά και τραγικά λάθη που έγιναν εκείνο το βράδυ, κανείς δεν τιμωρήθηκε για αυτό το φτιάξω. Όλοι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί, ακόμα και ο Βασιλόπουλος, αθωώθηκαν τελικά σε δεύτερο βαθμό και η υπόθεση έκλεισε δικαστικά τον Απρίλιο του 2005.

Στην οικογένεια Γκινάκη εκδικάστηκε ως ηθική βλάβη το ποσό των 300.000 ευρώ (ποσό πολύ μικρότερο από τα 7 εκατ. ευρώ που ζητούσε η οικογένεια ως αποζημίωση), ενώ το ΕΣΡ επέβαλε πρόστιμο 50 εκατ. ευρώ στον ΣΚΑΪ. 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...