Γέννημα και θρέμμα της γης. Του ελεύθερου αέρα. Των βουνών. Έπαιρνε δύναμη από το χώμα. Ήταν ένα με τη φύση. Ο Τζερόνιμο δεν ήταν ένας απλός πολέμαρχος. Ήταν ένα πνεύμα αδάμαστο. Ήταν ο πολεμιστής τις τακτικές του οποίου στο αντάρτικο αντέγραψε ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.
Ο θρύλος της φυλής του τον θέλει να κατασπαράζει την καρδιά του πρώτου ελαφιού που σκότωσε, για να αποκτήσει ταχύτητα και αντοχή στο κυνήγι.
Αφού πολέμησε με πείσμα και πάθος για τα δίκαια της φυλής του απέναντι στους λευκούς που ήθελαν με κάθε τρόπο και μέσο να επιβάλλουν την κυριαρχία τους, ο Τζερόνιμο ήταν ο τελευταίος Τσιρικάουα Απάτσι που άφησε τα όπλα και παραδόθηκε.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε έχοντας τον τίτλο του διασημότερου αιχμαλώτου πολέμου και έχοντας μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν. Πέθανε μια ημέρα σαν σήμερα, στις 17 Φεβρουαρίου 1909 μαραζωμένος και χτυπημένος από βαριά πνευμονία, θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή είχε πει στον ανιψιό του πως έκανε λάθος, πως δεν έπρεπε να παραδοθεί ποτέ και πως έπρεπε να μείνει ελεύθερος και να πολεμήσει μέχρι τέλους.
Ο πολέμαρχος που τον έλεγαν «Αυτός που Χασμουριέται»
Γεννήθηκε σε ένα φαράγγι της Αριζόνα (τότε ήταν έδαφος του Μεξικού), τον Ιούνιο του 1829. Το ινδιάνικο όνομα του ήταν Γκογιαλέ που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει «αυτός που χασμουριέται»! Ανήκε στους Τσιρικάουα Απάτσι.
Παρά το γεγονός ότι γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα για τη ζωή του, για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν είναι και τόσα πολλά πράγματα γνωστά και για όσα γνωρίζουμε είναι ξεκάθαρο πως η αλήθεια μπερδεύεται σε μεγάλο βαθμό με τον λαϊκό μύθο.
Ξέρουμε σίγουρα πως ήδη στην ηλικία των 17 (ίσως και 18) ετών ο Γκογιαλέ ήταν από τα πλέον αξιοσέβαστα μέλη της φυλής του και αυτό γιατί ήταν πάντα μπροστάρης στις μάχες που έδινε η φυλή του είτε απέναντι στους Μεξικανούς είτε απέναντι στους ινδιάνους Ναβάχο που ήταν ορκισμένοι εχθροί των Απάτσι.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η ιστορία του ξεκινάει όταν το 1858, ενώ οι πολεμιστές Απάτσι έλειπαν από τον καταυλισμό τους, μεξικανικά στρατεύματα εισέβαλαν σε αυτόν και μακέλεψαν τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους που είχαν μείνει πίσω.
Ανάμεσα στους νεκρούς, η σύζυγος, τα τρία παιδιά και η μητέρα του Γκογιαλέ. Τότε ήταν που ξέθαψε το τσεκούρι του πολέμου, έβαψε το πρόσωπό του με τα χρώματα της μάχης και μετονομάστηκε σε Τζερόνιμο ο οποίος ορκίστηκε εκδίκηση.
Όταν αντίκρισε την οικογένειά του σφαγιασμένη ο Τζερόνιμο έκαψε όλα του τα υπάρχοντα και για περίπου έναν χρόνο περιπλανήθηκε στις αχανείς και έρημες εκτάσεις της Αριζόνα. Όταν επέστρεψε πίσω ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Σκληρός και αποφασισμένος για όλα.
Επί δέκα ολόκληρα χρόνια ο Τζερόνιμο με 200 ακόμα ατρόμητους ινδιάνους Απάτσι, συμμετείχαν σε μια αιματηρή βεντέτα που άφησε πίσω της εκατοντάδες Μεξικανούς στρατιώτες νεκρούς.
Ένας από τους θρύλους που συνοδεύουν τον Τζερόνιμο λέει πως σε μία μάχη ο ατρόμητος ινδιάνος πολέμαρχος δέχθηκε τρεις σφαίρες αλλά συνέχισε να πολεμάει με αδιανόητο μίσος για τους εχθρούς του. Τελικά, κατάφεραν και κέρδισαν τη μάχη όταν προς το τέλος της ο Τζερόνιμο έκανε μόνος του μία επιδρομή, σκότωσε τους τελευταίους Μεξικανούς στρατιώτες και στη συνέχεια τους πήρε τα σκαλπ.
Ποτέ δεν ξεδίψασε από την εκδίκηση για τα όσα έχασε. Απλά από ένα σημείο και έπειτα άλλαξε ο εχθρός.
Τους Μεξικανούς στρατιώτες αντικατέστησαν οι αμερικανοί οι οποίοι μετά το τέλος του πολέμου ανάμεσα στις δυο χώρες είχαν προσαρτήσει πολλά εδάφη για λογαριασμό των ΗΠΑ. Ανάμεσα σε αυτά τα εδάφη και η πατρογονική γη των Απάτσι.
Η επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ, μετέτρεψε σε «φιλέτα» τις περιοχές που ζούσαν οι ινδιάνοι. Και όταν οι περισσότεροι της φυλής του παραδόθηκαν στους αμερικανούς και δέχθηκαν να ζήσουν, σχεδόν φυλακισμένοι, σε καταυλισμούς μακριά από τη γη τους, ο Τζερόνιμο έκανε σπίτι του τα βουνά και ζωή του το αντάρτικο. Γεμάτος οργή και μίσος για τα «χλωμά πρόσωπα» έκανε την μια επιδρομή μετά την άλλη.
Λίγο πριν συλληφθεί, για πρώτη φορά, του είχαν απομείνει μόλις 35 άνδρες όταν στο κυνήγι του είχαν πέσει πάνω από 5.000 αμερικανοί στρατιώτες. Μετά από τέσσερα χρόνια κατάφερε να αποδράσει και ξεκίνησε νέο γύρο αντάρτικου.
Τότε εμφανίστηκε ο υπολοχαγός Τσαρλς Γκέιτγουντ ο οποίος στην κυριολεξία δεν άφηνε την μικρή ομάδα των Απάτσι να πάρει ανάσα. Τους κυνηγούσε ποτέ και διαρκώς, με ενέδρες και παγίδες, μείωνε τον ζωτικό τους χώρο.
Ο Γκέιτγουντ ήταν ένας άνθρωπος που μιλούσε τη γλώσσα των Απάτσι και κυρίως είχε μελετήσει πολύ καλά τον τρόπο δράσης τους. Η αποτελεσματικότητά του ήταν τέτοιο που από ένα σημείο και μετά οι ινδιάνοι δεν μπορούσαν να κάνουν ούτε εφόδους προκειμένου να βρουν φαγητό.
Τελικά, στις 4 Σεπτεμβρίου 1886 έγινε ο τελευταίος Απάτσι Τσιρικάουα που κατέθεσε τα όπλα. Αν και τα «χλωμά πρόσωπα» του είχαν υποσχεθεί μια ελεύθερη ζωή, μεταφέρεται από φυλακή σε φυλακή και περνά τον χρόνο του σε καταναγκαστικά έργα.
Οι αμερικανοί τον μετέτρεψαν σε τουριστική ατραξιόν και ορδές τουριστών περνούσαν από τον καταυλισμό - φυλακή για να δουν τον αιμοσταγή πολέμαρχο από κοντά και να... αγοράσουν σουβενίρ.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του ο Τζερόνιμο τα πέρασε ντροπιασμένος καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ του αρνήθηκε την αποφυλάκιση, ώστε να πεθάνει ελεύθερος. Όταν πέθανε όλοι περίμεναν πως ο Τζερόνιμο θα επέστρεφε στη γη που αγάπησε. Αλλά ούτε αυτό έγινε. Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο αιχμαλώτων πολέμου του Φορτ Σιλ της Οκλαχόμα.
Η «Κοινότητα Κρανίου και Οστών»
Και κάπου εκεί ξεκινάει το θρίλερ στο οποίο εμπλέκεται και η μυστική «Κοινότητα Κρανίου και Οστών». Οι απόγονοι του ακόμα και τώρα θεωρούν πως ο Τζερόνιμο είναι σε ένα καθεστώς αιχμαλωσίας.
«Το πνεύμα του θα περιφέρεται έως ότου γίνει η πρέπουσα ταφή. Ο μόνος τρόπος για να κλείσει η υπόθεση είναι να απελευθερωθούν τα λείψανα, το πνεύμα του και να επιστραφούν στην πατρίδα» είχε πει ο Χάρλιν Τζερόνιμο, δισέγγονος του θρυλικού ινδιάνου.
Προφανώς η φράση «απελευθερωθούν τα λείψανα» που χρησιμοποίησε ο δισέγγονος του Τζερόνιμο, μόνο τυχαία δεν ήταν. Όταν συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατο του αρχηγού των Απάτσι, άλλωστε, ο Χάρλιν Τζερόνιμο είχε καταθέσει μήνυση με την οποία ζητούσε να του παραδοθούν το κρανίο και κάποια ακόμα οστά που παράνομα είχε κλέψει η «Κοινότητα Κρανίου και Οστών» από τον τάφο του Τζερόνιμο. Φυσικά αυτή η μήνυση δεν είχε καμία τύχη…
Η «Κοινότητα Κρανίου και Οστών» είναι μια μυστική οργάνωση η οποία φέρεται να κρύβεται πίσω από την κλοπή. Σύμφωνα με όσους την κατηγορούν η κλοπή αποκαλύφθηκε το 1918 όταν ένα εσωτερικό γράμμα που θα έπρεπε να είχε καταστραφεί, αποθηκεύτηκε στο αρχείο, απ’ όπου τελικά το ανέσυρε ένας ερευνητής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα σε αυτό το γράμμα αποκαλύπτονταν τα πάντα και κυρίως πως τα οστά του Τζερόνιμο βρίσκονται σε έναν μυστικό τάφο μέσα στο πανεπιστήμιο του Yale υπό την επίβλεψη της Κοινότητας.
Η Skull and Bones, επίσης γνωστή ως «The Order» ή «Order 322» (μία πιθανή εκδοχή για το 322 είναι πως προέρχεται από το έτος θανάτου του Έλληνα ρήτορα Δημοσθένη) ή «The Brotherhood of Death», ιδρύθηκε το 1832 από τους Ουίλιαμ Χάντινγκτον Ράσελ (της γνωστής οικογένειας των ΗΠΑ ) και Αλφόνσο Ταφτ, ο πατέρας του οποίου, Τέκτονας, Γουίλιαμ Χάουαρντ Ταφτ ήταν ο μοναδικός που κατάφερε να γίνει και πρόεδρος των ΗΠΑ και επικεφαλής του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας.
Ο κατάλογος των μελών της Κοινότητας είναι ατελείωτος και μέσα σε αυτόν βρίσκει κανείς ονόματα όπως οι Ροκφέλερ, οι Μπράουν, οι Ρούτ και βέβαια οι Μπους! Τα μέλη της Κοινότητας είναι γνωστά ως «Bonesmen» και η έδρα τους είναι το «The Tomb».
Ακόμα και σήμερα θεωρούνται ως μια από τις πιο ισχυρές ελίτ μυστικές κοινότητες των ΗΠΑ και έχουν στο ενεργητικό τους συμφωνίες πολλών δισ. δολαρίων (κυρίως για στρατιωτικό υλικό μέσω των εταιρειών τους) με το κράτος.
Έμβλημα τους είναι ένα κρανίο με δυο μηριαία οστά και δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως αυτά ανήκουν στον Τζερόνιμο! Οι ίδιοι οι «Bonesmen», πάντως, επιμένουν πως δεν έχουν καμία σχέση με τα όσα τους καταλογίζουν.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.