Ακόμα και σήμερα, αν και τον ερχόμενο Ιούνιο θα συμπληρωθούν 23 χρόνια, από το ιστορικό καλοκαίρι της εξάρθρωσης, υπάρχουν πολλοί που ισχυρίζονται πως η «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» ήταν δημιούργημα των μυστικών υπηρεσιών ή τέλος πάντων από ένα σημείο και έπειτα (ειδικά η δεύτερη γενιά) ήταν άνθρωποι – μαριονέτες που καθοδηγούνταν (έστω και χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν) από κάποια «σκοτεινά κέντρα».
Προφανώς και δεν πρόκειται να αναλυθεί στο κείμενο που διαβάζεται το κατά πόσο μια τέτοια προσέγγιση είναι σωστή ή λανθασμένη.
Αυτό που αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, είναι πως για πολλούς σύγχρονους μελετητές της δράσης της οργάνωσης, ένας από τους πιο βασικούς λόγους για τους οποίους η «17Ν» παρέμενε για σχεδόν τρεις δεκαετίες μια οργάνωση – φάντασμα, είναι ακριβώς αυτός:
Πως αντί οι ντόπιες αστυνομικές αρχές σε συνεργασία με τους αμερικανούς να αναλύουν σωστά τα όποια δεδομένα (όπως έκαναν χρόνια αργότερα οι πιο έμπειρες σε αυτά τα θέματα βρετανικές μυστικές υπηρεσίες) έψαχναν να βρουν την άκρη του νήματος σε αυτά τα περίφημα «σκοτεινά κέντρα» και τα υψηλά κλιμάκια της ηγεσίας του... ΠΑΣΟΚ!
Όσο, όμως, τα τότε «αστυνομικά λαγονικά» έψαχναν για... δράκους και υπόγειες διαδρομές, τα μέλη της «17Ν» έκαναν τις λεγόμενες επιχειρήσεις ανεφοδιασμού εισβάλλοντας σε ένα στρατόπεδο, ένα αστυνομικό τμήμα και ένα πολεμικό μουσείο.
Μία από αυτές τις επιχειρήσεις ανεφοδιασμού έγινε μία ημέρα σαν σήμερα, στις 3 Φεβρουαρίου 1990, μέλη της «17Ν» μπήκαν μέσα στο Πολεμικό Μουσείο, στην καρδιά της Αθήνας και αφαίρεσαν δύο μπαζούκας.
Από τον Βύρωνα στο Συκούριο και από εκεί στο Πολεμικό Μουσείο
Αύγουστος 1988. Δεκέμβριος 1989. Φεβρουάριος 1990.
Τρεις ημερομηνίες, ισάριθμες επιχειρήσεις ανεφοδιασμού. Τρεις ιστορίες με έναν κοινό παρονομαστή. Η «17Ν» ήθελε να ανανεώσει ή/και να ενισχύσει το οπλοστάσιο της και το έκανε με τρόπο εντυπωσιακό που ειδικά στις δύο πρώτες περιπτώσεις διέσυρε το κράτος που (για να γίνει και η σύνδεση με την αρχή του κειμένου) τις πρώτες ημέρες των ερευνών ούτε καν που είχε σκεφτεί πως αυτές μπορεί να ήταν ενέργειες της οργάνωσης!
«Την Κυριακή, 14 Αυγούστου, κομάντος ανταρτών της οργάνωσής μας επιτέθηκε στο ΙΘ' Αστυνομικό Τμήμα του Βύρωνα, το κατέλαβε και απαλλοτρίωσε τον οπλισμό του, όπως και ορισμένα άλλα αντικείμενα χρήσιμα στον επαναστατικό αγώνα». Με τον τρόπο αυτό ξεκινούσε η προκήρυξη με την οποία η «Ε.Ο. 17 Νοέμβρη» αναλάμβανε την ευθύνη για το... μεγαλύτερο φιάσκο στην ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας.
Εκείνη την ημέρα, μέλη της 17Ν, αργά το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, εισέβαλαν στο ΙΘ' Αστυνομικό Τμήμα του Βύρωνα, έδεσαν, φίμωσαν και έκλεισαν στα κρατητήρια τους τέσσερις αστυνομικούς (τρεις άνδρες και μια γυναίκα) που εκείνη την ώρα είχαν υπηρεσία, αφαίρεσαν διάφορα έγγραφα, σφραγίδες, ασύρματους, στολές και οπλισμό και αποχώρησαν σαν κύριοι. Επιβιβάστηκαν σε σταθμευμένο φορτηγό και κατευθύνθηκαν προς την οδό Δαμάρεως στο Παγκράτι.

Περίπου 16 μήνες αργότερα, παραμονή Χριστουγέννων του 1989, οκτώ μέλη της 17Ν έκαναν «ρεβεγιόν» στο στρατόπεδο του Συκουρίου στη Λάρισα. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, τα μέλη της οργάνωσης είχαν κάνει ενδελεχή έρευνα και είχαν στήσει το σχέδιό τους με τρομερές λεπτομέρειες προκειμένου να μην κινδυνέψουν.
Μπήκαν στο στρατόπεδο και έφτασαν στην αποθήκη με τα πυρομαχικά χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανένας. Αφαίρεσαν δεκάδες ρουκέτες, μεγάλη ποσότητα σφαιρών διαφόρων διαμετρημάτων, χειροβομβίδες, ηλεκτρικούς και μηχανικούς πυροκροτητές και πολλά άλλα στρατιωτικά αντικείμενα χωρίς να τους πάρει χαμπάρι κανείς.
Όταν έγινε αντιληπτή η κλοπή, στον στρατό σήμανε συναγερμός και όλοι έψαχναν κάπου ανάμεσα σε μυστικές υπηρεσίες και τούρκους πράκτορες να βρουν τον ένοχο.
Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 3 Φεβρουαρίου 1990, μέλη της «17Ν» μπήκαν μέσα στο Πολεμικό Μουσείο, στην καρδιά της Αθήνας και αφαίρεσαν δύο μπαζούκας. Χωρίς όχι απλά να ανοίξει μύτη, αλλά χωρίς να χρειαστεί καν να υπάρξουν φωνές.
Ενάμιση μήνα μετά την κλοπή στο Συκούριο και δύο ημέρες μετά το «ντου» στο Πολεμικό Μουσείο, η «17Ν» – σε μια πρωτοφανή επίδειξη ισχύος – είχε αποστείλει φωτογραφίες και προκήρυξη στην εφημερίδα «Επικαιρότητα».
Με την προκήρυξη έβαζε την υπογραφή της στις δύο επιχειρήσεις και με τις φωτογραφίες έδινε και τα απαραίτητα ντοκουμέντα, για να τελειώσουν μια και καλή τα όποια σενάρια.

Οι φωτογραφίες έγιναν το σήμα κατατεθέν της οργάνωσης ενώ στην προκήρυξη γινόταν σαφές για ποιον λόγο είχαν πάρει όλα αυτά τα πολεμοφόδια:
«Οποιοσδήποτε καρχαρίας κλέψει τα χρήματα του ελληνικού λαού χτυπιέται ένοπλα. Οποιαδήποτε υπηρεσία μπάτσων πυροβολεί και δολοφονεί 15χρονα παιδιά είτε απλούς διαδηλωτές θα δέχεται κεραυνοβόλα απάντηση με το ίδιο ακριβώς νόμισμα. Οποιοσδήποτε δεν τραβάει πιστόλι και δεν πυροβολεί, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα».
«Λάφυρα πολέμου κάτω από το βλέμμα του Μαρξ, του Τσε και του Άρη»
Στο βιβλίο του «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» (εκδόσεις Λιβάνης) ο Δημήτρης Κουφοντίνας κάνει με... χιουμοριστική διάθεση αναφορά σε εκείνη την κλοπή των δυο μπαζούκας από τις προθήκες του Πολεμικού Μουσείο.
Αρχικά ο «Λουκάς» της 17Ν έκανε μια περιγραφή του πως μέλη της οργάνωσης (μαζί και ο ίδιος) μπήκαν και... «σήκωσαν» τον οπλισμό από το Συκούριο. Στη συνέχεια ο Κουφοντίνας αναφέρει πως έμενε μία ακόμα ενέργεια για να συμπληρωθεί η φωτογραφία «με τα λάφυρα πολέμου κάτω από την κόκκινη σημαία και το βλέμμα του Μαρξ, του Τσε και του Άρη».
Ο Κουφοντίνας αναφερόταν, φυσικά, στα δύο μπαζούκας, ένα των 2,36 και ένα των 3,5 ιντσών, «που μας περίμεναν» στο Πολεμικό Μουσείο, στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, στο κέντρο της Αθήνας.

«Από το Συκούριο είχαμε πάρει σφαίρες όλων των διαμετρημάτων που χρειαζόμασταν για πιστόλια, περίστροφα, ντουφέκια. Κασόνια με χειροβομβίδες. Ηλεκτρικούς πυροκροτητές. Πολλές δεκάδες ρουκέτες αντιαρματικές των 2,6 και 3,5 ιντσών. Έλειπαν όμως οι πυροσωλήνες για την εκτόξευση των ρουκετών, τα μπαζούκας.
Αντί να τα πάρουμε από κάποιο στρατόπεδο, διαλέξαμε το Πολεμικό Μουσείο. Είδαμε ότι οι μηχανισμοί πυροδότησης βρίσκονταν άθικτοι επάνω στους πυροσωλήνες και το αποφασίσαμε» αναφέρει αρχικά ο Δημήτρης Κουφοντίνας προκειμένου να εξηγήσει πως έφτασε η οργάνωση στην επιλογή του Πολεμικού Μουσείου και στη συνέχεια (χωρίς να δίνει ιδιαίτερες λεπτομέρειες) αναφέρεται στην ημέρα της κλοπής:
«Έτσι, στις 3 Φεβρουαρίου 1990, πρωί Σαββάτου, πέντε καλοντυμένοι επισκέπτες, δίχως πολύ θόρυβο και καθόλου βία, ακινητοποίησαν τους φύλακες του ισογείου και του πρώτου ορόφου πήραν τα δύο μπαζούκας και στριμώχτηκαν μέσα στο άσπρο Τογιότα που τους περίμενε απέξω.
Όλοι οι φύλακες ήταν συνεργάσιμοι, εκτός από το στραβόξυλο του πρώτου ορόφου, που χρειάστηκε να δει δυο πιστόλια για να ξανακαθίσει ήσυχα στην καρέκλα του.
Οι λίγοι επισκέπτες παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον την αποκαθήλωση των μπαζούκας. Μια νέα μητέρα ανησύχησε για τον γιο της. Την καθησύχασα, ο μικρός πάντως το διασκέδαζε.
Αργότερα, είπε καλά λόγια στον Τύπο για μας. Την ευχαριστούμε. Αν και τσακωνόμασταν γύρω από τον ποιον από εμάς χαρακτήρισε όμορφο».
Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως στη συνέχεια, ο Δημήτρης Κουφοντίνας, αποκάλυψε πως λίγες ημέρες μετά την κλοπή των μπαζούκας από το Πολεμικό Μουσείο, μέλη της οργάνωσης είχαν πάει στην παραλία στο Σέσι Γραμματικού προκειμένου να δοκιμάσουν αν λειτουργούν!
«Τον Φεβρουάριο στην παραλία στο Σέσι της Αττικής είναι ερημικά και ο θόρυβος των κυμάτων κάλυπτε τις εκρήξεις των δύο ρουκετών, μίας των 2,36 και μίας των 3,5 ιντσών, που εκτοξεύσαμε δοκιμαστικά, με τους αυθεντικούς πυροσωλήνες, στον απέναντι βράχο. Μελετούσαμε τα καινούργια μας όπλα, μαθαίναμε το βεληνεκές, την πτώση τους ανάλογα με την απόσταση».
Σχεδόν το σύνολο των όπλων που είχαν αφαιρεθεί από το Α/Τ Βύρωνα και μεγάλο μέρος των όσων είχαν κλαπεί από το Συκούριο βρέθηκε στις γιάφκες των οδών Δαμάρεως 73 και Πάτμου 84, το καλοκαίρι του 2002. Τα δύο μπαζούκας βρέθηκαν στην «γιάφκα» της οδό Πάτμου.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.